29/5/07

ΜΗΠΩΣ ΣΑΣ ΘΥΜΙΖΕΙ ΤΙΠΟΤΑ;

Το α­κό­λου­θο α­πό­σπα­σμα, που περιγράφει την πνευ­μα­τι­κή και η­θι­κή παρακμή των κα­τοί­κων της Κων­σταν­τι­νού­πο­λης, έχει γραφτεί από τον λόγιο μο­να­χό Ι­ω­σήφ Βρυ­έν­νιο (1350-1431), μερικά χρόνια πρίν την Άλωση. Μήπως σας θυμίζει τίποτα; (Τα σχόλια σε παρένθεση είναι δικά μας).

"Αν η ει­κό­να των τι­μω­ρι­ών, που μας ε­πι­βάλ­λει ο Θε­ός, προ­κα­λεί α­μη­χα­νί­α και σύγ­χυ­ση, ας α­να­λο­γι­σθού­με τους πα­ρα­λο­γι­σμούς μας και τό­τε θα εκ­πλα­γού­με για­τί α­κό­μη δε μας κτύ­πη­σε κε­ραυ­νός. Δεν υ­πάρ­χει κα­μιά μορ­φή δι­α­στρο­φής που να μην έ­χου­με δι­α­πρά­ξει σ΄ό­λη μας τη ζω­ή. Αυ­τές δε εί­ναι οι α­πο­δεί­ξεις:

Βα­πτι­στή­κα­με άλ­λοι δι' α­πλής και άλ­λοι δια τρι­πλής κα­τά­δυ­σης, και έ­γι­νε ε­πί­κλη­ση του ο­νό­μα­τος της Α­γί­ας Τριά­δας, σε άλ­λους μί­α και σε άλ­λους τρεις φο­ρές. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό μας ό­χι α­πλώς α­γνο­ού­με τι ση­μαί­νει να εί­σαι Χρι­στια­νός, αλ­λά και πως α­κό­μη να κά­νου­με το σταυ­ρό μας ή, κι αν α­κό­μη το γνω­ρί­ζου­με, ντρε­πό­μα­στε να τον κά­νου­με. ( Άραγε σήμερα, ποιός είναι ο αριθμός των νεοελλήνων που βρίσκονται σ' αυτή την κατάσταση;)

...Εί­μα­στε α­νί­κα­νοι να υ­πε­ρα­σπι­στού­με το ό­νο­μα του Θε­ού ό­ταν αυ­τό βλα­σφη­μεί­ται, ό­ταν θα έ­πρε­πε να πε­θά­νο­με γι' Αυ­τόν. Α­πο­δί­δου­με το κοι­νό ό­νο­μα τον έ­χθρων του σταυ­ρού (διαβόλου) ο έ­νας στον άλ­λο, και το έ­χου­με συ­νέ­χεια στα χεί­λη μας. Κα­θη­με­ρι­νά α­να­θε­μα­τί­ζου­με και κα­τα­ρι­ό­μα­στε τους ε­αυ­τούς μας και τους άλ­λους . (Να που διατηρούμε και σε κάτι την... παράδοση !)

Πα­ρα­πο­νι­ό­μα­στε στο Θε­ό εί­τε βρέ­χει εί­τε δε βρέ­χει, εί­τε κά­νει κρύ­ο εί­τε κά­νει ζέ­στη, πως δί­νει πλού­το στον έ­να και α­φή­νει τον άλ­λο φτω­χό, πως πνέ­ει νο­τιάς ή έρ­χε­ται κα­ται­γί­δα α­πό το βο­ριά και εν­τε­λώς α­πλά με­τα­μορ­φω­νό­μα­στε σε α­δι­άλ­λα­κτους δι­κα­στές του Θε­ού. (Που να' βλεπες σήμερα μακαριστέ Ιωσήφ, πως οι νεοέλληνες το έχουμε κάνει αυτό εθνικό σπόρ!)

Πολ­λοί α­πό μας α­δι­άν­τρο­πα βλα­σφη­μούν την Ορ­θό­δο­ξη πί­στη, το Σταυ­ρό, το Νό­μο, τους α­γί­ους, τον ί­διο το Θε­ό, ό­ταν α­κό­μη κι έ­νας ά­πι­στος δε θα το έ­κα­νε τό­σο πο­λύ. Οι πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πό τις α­μαρ­τί­ες μας εί­ναι α­νε­ξο­μο­λό­γη­τες, κι έ­τσι εί­ναι και α­συγ­χώ­ρη­τες. (Μα και πολλές εξομολογημένες μπορεί να'ναι ασυγχώρητες, αφού πολλοί από μας τα λέμε τυπικά, χωρίς συναίσθηση, λες και δίνουμε συνέντευξη, μιά - δυό φορές τον χρόνο!)

...Αυ­τα­πα­τό­μα­στε ό­ταν πι­στεύ­ου­με στους α­στρο­λό­γους, πως η ύ­παρ­ξή μας δη­λα­δή κα­τευ­θύ­νε­ται α­πό τις Ώ­ρες, την Τύ­χη, τις Μοί­ρες , την Ει­μαρ­μέ­νη τα ση­μά­δια του Ζω­δια­κού κύ­κλου και των πλα­νη­τών... Με­ρι­κοί α­πό μας λα­τρεύ­ουν και χαι­ρε­τί­ζουν τη νέ­α σε­λή­νη... Προ­σέ­χου­με τα ό­νει­ρα και πι­στεύ­ου­με πως μας λέ­νε το μέλ­λον. Κρε­μά­με φυ­λα­χτά στο λαι­μό μας ε­ξα­σκού­με τη μαν­τεί­α. Κα­τα­φεύ­γου­με κα­θη­με­ρι­νά σε μά­γους, μάν­τεις, γύ­φτους, ε­ξορ­κι­στές α­να­ζη­τού­με στη μα­γεί­α τη θε­ρα­πεί­α κά­θε α­σθέ­νειας και δι­α­βά­ζου­με μα­γι­κά σε αν­θρώ­πους και ζώ­α. ... (Τουλάχιστον τότε η επιστήμη ήταν σε νηπιακή μορφή. Τώρα παρά την (παρα)μόρφωσή μας, δεν υπάρχει κανάλι ή έντυπο που να μην κυριαρχεί η αστρολογία).

Α­πο­μα­κρυ­νό­μα­στε α­κό­μη πιο πο­λύ α­πό την α­ρε­τή ψά­χνον­τας συ­νε­χώς το κα­κό. Η φι­λί­α α­πω­θή­θη­κε και η κα­κεν­τρέ­χεια πή­ρε τη θέ­ση της. Ο α­δελ­φός ε­κμε­ταλ­λεύ­ε­ται τον α­δελ­φό, ο κά­θε φί­λος α­κο­λου­θεί το δρό­μο τής προ­δο­σί­ας... Δεν υ­πάρ­χει έ­λε­ος, ού­τε συμ­πά­θεια μό­νο μί­σος και α­ναί­δεια. (Νομίζουμε οι κακόμοιροι ότι αυτά λύνονται με την πολιτική και δεν καταλαβαίνουμε ότι είναι η πεπτωκυία μας φύση που τά προκαλεί).


Οι κύ­ριοί μας εί­ναι ά­δι­κοι, αυ­τοί που μάς κυ­βερ­νούν, αρ­πα­κτι­κοί, οι δι­κα­στές μας δι­ε­φθαρ­μέ­νοι, οι δι­αι­τη­τές μας ψεύ­τες, οι πο­λί­τες α­πα­τε­ώ­νες, οι ε­παρ­χι­ώ­τες χω­ρίς κρί­ση και οι πάν­τες εν γέ­νει ευ­τε­λείς. (Αυτό είναι σα να γράφτηκε... σήμερα!).


Οι παρ­θέ­νες μας εί­ναι πιο προ­κλη­τι­κές και α­πό τις πόρ­νες, οι χή­ρες εί­ναι πε­ρί­ερ­γες χω­ρίς λό­γο, οι παν­τρε­μέ­νες κο­ρο­ϊ­δεύ­ουν μια πί­στη που οι ί­δι­ες δε φυ­λάσ­σουν, οι νέ­οι εί­ναι χα­μέ­νοι στην α­κο­λα­σί­α, οι γέ­ροι πα­ρα­δο­μέ­νοι στο πι­ο­τό, οι ι­ε­ρείς έ­χουν ξε­χά­σει το Θε­ό, οι μο­να­χοί ξέ­φυ­γαν τε­λεί­ως α­πό το σω­στό δρό­μο, οι άν­θρω­ποι στον κό­σμο εί­ναι τό­σο χα­μέ­νοι ώ­στε με τα λό­για μεν να δί­νουν την ε­ξω­τε­ρι­κή εμ­φά­νι­ση της ευ­σέ­βειας, ε­νώ μέ­σα τους να αρ­νούν­ται κά­θε α­ρε­τή. Έ­χου­με πρό­σω­πο πόρ­νης και α­μαρ­τω­λού.


Εί­ναι τέ­τοι­α η σκλη­ρό­τη­τα της καρ­διάς μας, η λη­σμο­νιά μας, η τύ­φλα μας, ώ­στε να μην πι­στεύ­ου­με πλέ­ον πως δι­α­πράτ­του­με πρά­ξεις κα­κί­ας ό­τι υ­πο­φέ­ρου­με α­π’ αυ­τές, ό­ταν στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εί­μα­στε οι ε­κτε­λε­στές τους και τα θύ­μα­τα τους... Αυ­τές και άλ­λες εί­ναι οι α­μαρ­τί­ες που μας κα­θι­στούν ά­ξιους των τι­μω­ρι­ών, με τις ο­ποί­ες o ο Θε­ός μας ε­πι­σκέ­πτε­ται ως πλη­ρω­μή γι΄αυ­τά τα λά­θη και άλ­λες ί­σης βα­ρύ­τη­τας κα­κο­ή­θει­ες".


(Σ. Σ.) 700 χρόνια αργότερα όλα μοιάζουν θλιβερά ίδια. Ο Θεός της Αγάπης κανέναν δεν τιμωρεί, μα εμείς εξακολουθούμε να προτιμοῦμε το σκοτάδι μάλλον παρά το φως, κι η αμαρτία μας (όπως και τότε), έχει ως συνέπεια την αυτοτιμωρία... Κι εμείς που υποτίθεται πως είμαστε... θρησκευτικοί, ας θυμόμαστε ότι ο Κύριος είπε "πολλοί είναι οι κλητοί, ολίγοι δε οι εκλεκτοί".

26/5/07

Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΓΑΠΗ...

(Αφιερωμένο στόν π. Β.)

Η πιο μεγάλη δύναμη είναι αυτή πού εκδηλώνεται με μια ολοκληρωτική αγάπη, καί αυτή πού κερδίζει την ολοκληρωτική αγάπη του άλλου. Είναι η δύναμη πού δίνεται ολοκληρωτικά σ' αυτόν πού θέλει να τον κερδίσει εξολοκλήρου. Ή δύναμη αυτή διαθέτει μια ολοκληρωτική προσφορά, για να 'ναι τέτοια καί η ανταπόκριση. Στό Χριστό τούτη η κορυφωμένη δύναμη, πού είναι η ίδια η τριαδική αγάπη, έγινε πέρα για πέρα προσιτή από τον άνθρωπο για τους ανθρώπους.

Ό Θεός με το Χριστό αποκαλύπτει τη μανιακή αγάπη του για την ανθρωπότητα, προσφερόμενος ολοκληρωτικά ως υπόσταση, μη παραμένον­τας ωστόσο μοναδικά μια θεία υπόσταση, αλλά γινόμενος ανθρώπινη υπόσταση, ώστε ν' ακτινοβολεί απ' αυτόν, όπως απ' έναν άνθρωπο άμεσα προσιτό από τους ανθρώπους, η υπέρτατη θεία αγάπη του. Τη μεταδίδει στους ανθρώπους πιο πλούσια καθώς εκφράζει την ευρύτητά της με το άνοιγμα της σε όλους, αυτός ως θεία υπόσταση της ανθρώπινης φύσης καί όχι ατομική ανθρώπινη υπόσταση.

...Στόν Ιησού, ο Υιός του Θεού γίνεται φορέας της τριαδικής αγάπης, η οποία εκπληρώνεται για τους ανθρώ­πους, καί φορέας της ανθρώπινης αγάπης για το Θεό, υψωμένης στο θείο επίπεδο. Στόν Χριστό ο άνθρωπος πήρε τη δύναμη ν' αγαπά το Θεό καί το μονογενή Υιό του σε μια μοναδική ορμή, και εκεί να περικλείει τους ανθρώπους.

Αν ο Υιός του Θεού δεν είχε γίνει ο ίδιος ανθρώπινη υπόσταση, ούτε αυτός ούτε η θεία αγάπη θα άνοιγαν προς τους ανθρώπους, καί ο Χριστός δεν θ' αποκτούσε εσωτερι­κά την ανθρώπινη φύση σ' αυτή την άμεση αγάπη καί στη θεία ένταση...

...Έτσι όλοι μπορούν να μετέχουν σ' αυτή τη φύση καί να γίνονται κοινωνοί της. Είναι κοινή σ' όλους στη θερμή αγάπη για το Θεό καί για όλους τους ανθρώπους, καθώς υποστηρίζεται από τη θεία υπόσταση. Έτσι ο Θεός βρήκε το μέσο να κατακτήσει τους ανθρώπους εσωτερικά, για να τον αγαπούν καί ν' αγαπιούνται μεταξύ τους. Αλλά η αγάπη εκδηλώνεται στην πραότητα, στην αγαθότητα, στην αποδοχή καί στην οδύνη, στην ταπεινότη­τα, στη σταθερή υπομονή. Γιατί η πραότητα είναι αντίθετη προς τη βία, η ταπεινότητα προς την υπερηφάνεια, η θυσία προς τον εγωισμό. Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά της ανώτερης ανθρωπότητας.

Η κένωση του Χριστού, όπως καθορίστηκε, είναι από μια άλλη άποψη ή με τρόπο ακόμη πιο αληθινό, η δύναμη, η παντοδυναμία στην αληθινά ανώτερη μορφή της, η οποία μόνη μπορεί να κατακτήσει τα κτιστά υποκείμενα, καί ποτέ δεν θα τα απομακρύνει ούτε θα τα οδηγήσει στο σημείο να καταστραφούν με την αδυναμία.

Εξάλλου, επειδή πολλοί άνθρωποι αρνούνται τούτη την αγάπη, με την ελευθερία τους, ή τη δέχονται μόνο εν μέρει, ο Θεός αναλαμβάνει διαμέσου του Χριστού μια ορισμένη αδυναμία απέναντι σ' αυτή την κατάσταση. Αλλά μόνο αυτή η αδυναμία είναι μια συγκεκριμένη τύχη για τους ανθρώπους να κερδιστούν στην αγάπη, ενώ τούτη η αγαπητική αδυναμία υποφέρει. Στην οδύνη της αδύναμης αγάπης ξαναβρίσκουμε μια δύναμη, η οποία δεν υπάρχει στην οδύνη πού προκαλείται από φθόνο, στην οδύνη πού δεν ανέχεται την άρνηση της αγάπης, ή στην αδυναμία να 'ναι κανείς επιεικής καί γενναιόδωρος. Η οδύνη του Χριστού περιέχει κατά παράδοξο τρόπο τη δύναμη, την οποία μοιράζει παντού.

Αυτοί πού, διαμέσου αυτής της οδύνης, δεν παίρνουν τη δύναμη του Χριστού, δεν γεμίζουν μ' αυτή την ύπαρξη του, πέφτουν απλά καί ξεκάθαρα στην αδυναμία εκείνη πού είναι μίσος καί ζηλοτυπία· η αδυναμία αυτή αυξάνει με τη μείωση του όντος καί της κατανόησης, με την πνευματική τύφλωση καί με τη σκοτεινότητα. Η κόλαση είναι η υπέρτατη στέρηση της θείας δύναμης, δωρήτριας της ζωής.

π.Δημητρίου Στανιλοάε, «Ο Θεός είναι αγάπη», εκδ. Πουρναρά, Θεσ/νίκη 2000

21/5/07

ΑΧ, ΑΓΙΕ ΜΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΕ...

Τοιχογραφία, Ἱ. Ν. Παμ. Ταξιαρχῶν Μοσχάτου

... Ἅγιέ μου, ἐσύ πού δέχεσαι τόσες ἐπικρίσεις ἀπό πολιτικῶς ὀρθούς, ἐκσυγχρονιστές, νεοφιλελεύθερους, ἐγκάθετους ἱστορικούς, ἀλλά καί συγχισμένους θεολογοῦντες Χριστιανούς, πού σφαγέα σέ ἀνεβάζουν καί τύρρανο σέ κατεβάζουν. Ἅγιέ μου, δέν μποροῦν νά καταλάβουν τί θά πεῖ νά' σαι πλανητάρχης καί νά μετανοεῖς, δέν μποροῦν νά καταλάβουν τί θά πεῖ νά συντρίβεσαι, γιατί γι αὐτούς ὅλα εἶναι προβλέψιμα καί δεδομένα.

Τοιχογραφία, Μετέωρα

Ἅγιέ μου Κωνσταντῖνε, πού κρατοῦσες τόν κόσμο στά χέρια σου καί νικητής παντοκράτορας ἤσουν καί προτίμησες νά σκεπάσεις τούς ρακένδυτους καί κατατρεγμένους ὀπαδούς τοῦ Ναζωραίου, προδίδοντας τήν χάρτινη θρησκεία τῶν προγόνων σου. Σκοπιμότητες βλέπουν οἱ πολιτικάντηδες, γιατί ἔτσι μετρᾶνε τόν κόσμο καί δέν μποροῦν νά καταλάβουν τό θαῦμα.

Ἔργο Φώτη Κόντογλου

Καί σύ Ἁγία μου Ἑλένη, πού ἀντί νά βολοδέρνεις στήν ρωμαϊκή χλιδή τοῦ παλατιοῦ, νά
τρέχεις προτίμησες στίς λειτουργίες μέ τίς γυναῖκες τοῦ λαοῦ, αὐτές πού λίγο πρίν ἀποδιοπομπαῖες ἦσαν καί κινδύνευαν τό κεφάλι τους στούς διωγμούς νά χάσουν. Ἁγία μου, πού στό μυαλό τους βασίλισσες τελευταίου τύπου ἔχουν καί λές καί κάνουν ἀντιπολίτευση ἀντιμοναρχική, σέ κατηγοροῦν.

Κι ὅμως αἰῶνες ὁλοκληρους ἡ ρωμηοσύνη σᾶς τιμᾶ καί τά ὀνόματα της δίνει στά παιδιά της καί σᾶς ἐπικαλεῖται καί παρακαλεῖ καί δοξάζει...


Ταῖς αὐτῶν πρεσβεῖες Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν...

18/5/07

ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΧΩΡΙΟ...

Δεν ξέρω πώς είναι να μεγαλώνεις χωρίς χωριό. Το Χωριό ήταν το χωριό μου – όπως το Άστυ η Αθήνα, ή Πόλη η Κωνσταντινούπολη. Κι οι χωριανοί, πρόσωπα οικεία, δικά μου. Κάποιες φορές συμπονώ τα παιδιά που ακούω πως δεν έχουν ιδιαίτερη πατρίδα, τόπο να γεμίσουν χώματα, να τους ρωτήσουν οι παππούδες της πλατείας τίνος είναι, να μάθουν ανδραγαθήματα και ιστορίες από τα παλιά. Βέβαια, και στο Χωριό πολλά είναι τα στραβά, παρ' οτι εμείς το νιώθουμε σαν ομφαλό της γης. Αρκετοί άνθρωποι ζουν μέσα στις δεισιδαιμονίες, την έπαρση και τον ανταγωνισμό, το κουτσομπολιό και το ποτό. Όμως δεν θά' θελα να μείνω στα στραβά του κόσμου τούτου, μα να μεταφέρω κάτι από την αγάπη και την ζεστασιά του βιώματος, της ιδιαίτερης πατρίδας.

Μεγαλωμένη σε διαμέρισμα του κέντρου της Αθήνας, χωρίς αλάνες ή γνωστούς πολλούς, κάθε καλοκαίρι ξελογιαζόμουν όλο και περισσότερο με το Χωριό. Στα δαιδαλώδη σοκάκια του έτρεχα ανεβοκατεβαίνοντας τα σκαλιά για να πάω στο φούρνο, να πάρω γάλα για την γειτόνισσα από το παντοπωλείο ή τσιγάρα για τον θείο. Την ώρα που τα τιτιβίσματα των πουλιών και οι μυρωδιές από τα μαγειρέματα πλημμύριζαν τις αισθήσεις, η καρδιά χτύπαγε γοργά από το τρεχαλητό και το μυαλό επαναλάμβανε τα θελήματα για να μην τα ξεχάσει. Τα μάτια βιάζονταν να δουν κόσμο για να χαιρετήσουν, το στόμα δεν σταματούσε να χαιρετά, να εξηγεί «τίνος είμαι εγγονή» και να ευχαριστεί για τις ευχές. Παλιότερα ίσως με κούραζε η διαρκής αυτή ανάκριση. Σήμερα, συχνά κι εγώ ρωτώ τα παιδιά "τίνος είναι", και χαίρομαι να ακούω πως ακούν το όνομα της γιαγιάς, ή να παρατηρώ πόσο μοιάζουν στους συγγενείς τους. Είναι ωραίο που όλοι γνωριζόμαστε.

Αυτή η γνωριμία προφανώς δεν έμενε στην ανάκριση κατά την αστραπιαία περιδιάβαση για τα θελήματα. Τα βράδια θυμάμαι τις βεγγέρες των γυναικών. (Κάτι αντίστοιχο γινόταν και με τους άντρες στα καφενεία, εκεί στην πλατεία, από όπου η μάνα μου ακόμα περνά βιαστική από συστολή). Όταν οι γειτόνισσες έβγαιναν να κεντήσουν ή να καθαρίσουν όλες μαζί φασολάκια, αραδιάζοντας παλιές ιστορίες ή σχολιάζοντας τα νέα του χωριού, μέ ἕνα ἦθος ἄλλο από την ξεφτίλα των φτηνών κουτσομπολίστικων εκπομπών. Ο πόνος του διπλανού τις άγγιζε. Η ζωή γέμιζε και μεγάλωνε μέσα από τις εμπειρίες των άλλων.

Στο χωριό ο ένας βοηθά περισσότερο τον άλλο. Παλιά ήταν απαραίτητο για να επιβιώσουν. Ο άλλος είναι πλησίον. Ο θείος βγάζει τις ρακές όλου του χωριού, ο γείτονας δίνει τη λινό για να πατηθούν τα σταφύλια και των υπολοίπων. Η μια νοικοκυρά ξεπατικώνει - αν δεν την έχει κυριεύσει η έπαρση - την δαντέλα της για την άλλη. Παλιά οι άνθρωποι νοιάζονταν και συμμετείχαν στην χαρά και - ίσως περισσότερο - στον πόνο του άλλου.
Θυμάμαι τις καλέστρες που έβγαιναν και καλούσαν όλο το χωριό πόρτα - πόρτα στον γάμο, τις καμπάνες που ακόμα χτυπούν πένθιμα και ενημερώνουν για το ποιός φεύγει από τον κόσμο τούτο το χωριό, την Αθήνα, ή την Αμερική. Θυμάμαι που μαζευτήκαμε όλοι σπίτι για να ξενυχτήσουμε την γιαγιά όταν πέθανε. Όλοι πέρασαν να αποχαιρετήσουν την «παλιά καλή μοδίστρα πού 'φυ(γ)ε απ’ τη Φυροΐστρα (την γειτονιά)». Όλοι επίσης πηγαίναμε από σπίτι σε σπίτι για να χύσουμε σιτάρι πριν από τα μνημόσυνα γειτόνων και συγγενών, ώστε να τους θυμηθούμε όλους. Θαρρώ πως εκεί, με το σχολειό να ’ναι δίπλα στο νεκροταφείο και τα ίδια να συμμετέχουν σε όλες τις εκδηλώσεις, τα παιδιά ζυμώνονται περισσότερο με την έννοια του θανάτου.

Πάντα μου άρεσε το πως αποτυπώνονταν όλες του βίου οι περιστάσεις στα δίστιχα τραγούδια του χωριού. Έρωτες τραγουδιόνταν, πίκρες ξορκίζονταν, άνθρωποι σατιρίζονταν, στιγμές απαθανατίζονταν πηγαία μέσα σε έναν δεκαπεντασύλλαβο. Τραγούδι και φύση πλημμυρίζει το χωριό. Πάντα μου άρεσε όταν τα καλοκαίρια περπατούσα, με οδηγό ένα μικρότερο παιδί ντόπιο, τις διαδρομές που έκανε ο παππούς για τα ορυχεία ή για τα κτήματα και η γιαγιά για τα πάμπολλα ξωκλήσια. Αλήθεια πόσο όμορφο είναι, που πέρα από τα ξωκλήσια σε κάθε κορφοβούνι, κάθε γειτονιά, έχει το δικό της εκκλησιδάκι, που οι αυλές των εκκλησιών είναι τόπος παιχνιδιού και νυχτερινής μάζωξης. Η Παναγία η Μεγαλόχαρη είναι η (Γ)Ειτόνισσα, το ίδιο κι αλλού οι άγιοι Ανάργυροι, ή η αγία Παρασκευή. Και όπως πας να δεις τους άλλους γείτονες, έτσι περνάς κι από εκεί. Έχεις τα κλειδιά του Οίκου, έχεις έγνοια να συγυρίσεις, να ανάψεις τα καντήλια, έχεις ανάγκη να περάσεις και να πεις τον πόνο σου, να προσευχηθείς, να κεράσεις όταν γιορτάζει (όταν πανηγυρίζει). Όταν γιορτάζει, γιορτάζεις.

Ο κύκλος της ζωής εδώ μπροστά, οι αλλαγές της ιστορίας έκτυπες περιμένουν να τις ψηλαφήσουμε. Μαθαίνεις πολλά μέσα από τις ζωές των άλλων, από την θυμοσοφία των μεγαλυτέρων. Άνθρωποι του μόχθου υπάρχουν ακόμα πολλοί. Κι αν οι νέοι φεύγουν, κι αν οι μεγαλύτεροι ξιπάζονται, το χωριό σημαδεύει τους κατοίκους και τους παρεπιδημούντας του. Στο χωριό οι αποστάσεις από όλα είναι μικρότερες. Από την φύση, από την ιστορία, από τους άλλους, από τον παππά, από τον θάνατο.

Τελικά αυτό που με γοητεύει στο χωριό (για πόσο ακόμα;), είναι η εγγύτητα, η μνήμη και η αυθεντικότητα. Αυτές (μαζί με την αγιότητα), μπορούν να αποτελέσουν ζητούμενα στις ενορίες μας, καθώς τα χωριά είναι του κόσμου τούτου, και πλέον παρακμάζουν. Πόσο ωραία θα λειτουργούσε αντίστοιχα η ενορία... Πόσο δοξολογικά λειτουργεί... πόσο πιο κοντά μας πάει στην κοινή ιδιαίτερη πατρίδα...

Σωτηρούλα η Απειραθιώτισσα

16/5/07

ΤΡΕΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, ΤΡΕΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ...

Τρεῖς γυναῖκες, τρεῖς ἱστορίες. Γυναῖκες μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς, κεκοιμημένες τώρα πιά καί προφανῶς ἀπό αὐτές πού ἀπολαμβάνουν τήν χαρά τῆς Βασιλείας Του. Γυναῖκες ἑνός ἤθους ἄλλου, πού δύσκολα θά ξαναζήσουμε στήν χώρα μας. Γυναῖκες μέ μιά εὐσέβεια βαθύτατη, ζυμωμένη στήν σκληρή ζωή τοῦ χωριοῦ καί στήν ἁπλότητα τῆς καρδιᾶς. Γυναῖκες τῆς ὑπαίθρου μέ πίστη ἀμόλυντη ἀπό τίς λογιῶν - λογιῶν ἀστικές ἐπιδράσεις.


Ἡ Δημητρούλα. Μπροστά στό φοῦρνο της, ὅπου φούρνιζε ἀπό τότε πού στάθηκε στά πόδια της, μέχρι τό τέλος τοῦ βίου της. Ὁ ἴδιος φοῦρνος, τό ἴδιο σπίτι, τό ἴδιο στασίδι στήν Ἐκκλησία, τό ἴδιο χωριό μιά ὁλόκληρη ζωή. Τό ὑποκοριστικό Δημητρούλα παρέμεινε ἐσαεί, εἴτε λόγῳ συνήθειας, εἴτε λόγῳ τοῦ μικροκαμωμένου σώματος. Μητέρα τριῶν παιδιῶν, ἔβγαλε πόλεμο, κατοχή καί ἐμφύλιο κάνοντας τήν παράκληση κάθε μέρα, γιά τά παιδιά της καί τά παιδιά τοῦ κόσμου ὅλου. Τά δίδασκε τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ καί ἐπέμενε πολύ στήν εὐγένεια. Νά χαμογελᾶτε, νά χαιρετᾶτε ὅλο τόν κόσμο, νά μήν τσακώνεστε μέ κανένα. Τό παλληκάρι πού χάθηκε στό τέλος τοῦ πολέμου τό θρήνησε χωρίς νά κλονιστεῖ ποτέ ἡ πίστη της. Ἔζησε 88 χρόνια καί ἀπ' αὐτήν βγῆκε παιδί καί ἐγγόνι πού κρατοῦν γερά τήν πίστη.

Ἡ Διαμαντούλα. Ἡ Παπαδιαμαντική ἀεικίνητη μακαρία κυρούλα μέ τήν μεγάλη ἀγάπη στόν Χριστό καί τήν ἀστείρευτη ἐνέργεια. Μικρή τήν προξενέψανε μέ ἕνα πλούσιο, ἀλλά προτίμησε νά πάρει τόν διαλεχτό τῆς καρδιᾶς της, κι ἔτσι παντρεύτηκε μέσα στήν κατοχή μέ ξυλοπάπουτσα. Δέν ἔκανε παιδιά, ἀλλά ἔζησε μέ ἀγάπη μέ τόν κυρ - Νίκο της, χρόνια πολλά. Μαζί παντοῦ, στό χωράφι, στήν Ἐκκλησία, στήν βόλτα. Προίκισε τά παιδιά τοῦ χήρου ἀνηψιοῦ της - μέχρι τά γεράματά της ἐξακολουθοῦσε νά πλέκει μέ τό βελονάκι καί ὅ, τι χρήματα ἔβγαζε τά ἀποταμίευε γιά τά ὀρφανά. Ποτέ δέν γκρίνιαζε, ἀλλά συνεχῶς δοξολογοῦσε, ἔψελνε καί ἀπό στήθους ἀράδιαζε ἀποφθέγματα, παροιμίες, ποιήματα καί τραγούδια. Ἄμα τῆς ἔλεγες ὅτι εἶναι φτωχή, θύμωνε καί σοῦ ἀπαντοῦσε ὅτι φτωχή ἦταν μόνο στήν κατοχή κι ὅτι ὅλα τά καλά τοῦ Θεοῦ τά ἔχει. Κι ὅταν ἀρρώστησε στά 87 της, ἀρνήθηκε νά ὑποστεῖ τούς μάταιους ἐξευτελισμούς τῶν νοσοκομείων γιά νά κερδίσει μερικές μέρες ζωῆς. Προτίμησε νά πεθάνει στό σπίτι της κι εἶχε παρέα ὅλο τό χωριό, πού τήν συντρόφεψε στήν ἀναμονή τοῦ τέλους της. Ἔφυγε δοξολογώντας καί ἔδωσε σέ ὅλους ἕνα παράδειγμα ὁσιακῆς ἐξόδου ἀπό τήν ζωή.

Ἡ Παναγιώτα. Ἐδῶ στήν φωτογραφία στό τέλος τῆς ζωῆς της, μέ τά μάτια θαμπά στά ἐνενῆντα της χρόνια καί τό πρόσωπο σκαμμένο ἀπό τόν ἥλιο καί τόν ἀγέρα, μά μέ τό μυαλό ξυράφι. Ἡ πραγματικα λεβέντισσα ἀγρότισσα μιᾶς Ἑλλάδας πού χάθηκε. Παπαδοκόρη, ἕνα ἀπό τά δέκα παιδιά τοῦ δάσκαλου παπα-Ἀναστάση. Φτωχό τό χωριό, μεγάλη ἡ οἰκογένεια, καί ἡ Παναγιώτα ἀπό τότε πού τά ἀγόρια ἔφυγαν γιά σπουδές καί γιά στρατούς, σηκωνόταν ἀξημέρωτα νά φουρνίσει, νά περιποιηθεῖ τά ζῶα, νά φέρει νερό ἀπό τό ποτάμι μέ ἕνα βαρέλι στήν πλάτη. Παντρεύτηκε τόν κυρ - Κώστα, νοικοκύρη καλό που'χε τό μαγαζί γενικοῦ ἐμπορίου στό μικροσκοπικό χωριό. Τήν εἶχε ἀρχόντισσα καί κείνη ὅλο στά χωράφια ἔτρεχε νά αὐγατίσει τό βιός, νά'χουν τά παιδιά μέλλον. Καί τά' κανε καί τά τέσσερα ἀνθρώπους καλούς, πού μέχρι τώρα σέ σκλαβώνουν μέ τό ὴθος καί τήν καλωσύνη τους.

Τρεῖς γυναῖκες, τρεῖς (ἐν περιλήψει) ἱστορίες ζωῆς. Τρεῖς γυναῖκες πού' ἦταν ὅπως τίς περιγράψαμε, χωρίς ὡραιοποιήσεις κι ὑπερβολές. Γυναῖκες τῆς ταπεινῆς Ἑλλάδας μας, γυναῖκες μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς, γυναῖκες τοῦ Χριστοῦ, παράδειγμα γιά τίς νεώτερες, μά καί γιά ὅλους μας. Δήμητρας, Ἀδαμαντίας καί Παναγιώτας, αἰωνία ἡ μνήμη. Ἀμήν.

15/5/07

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ...

Μια παλιά μαυροάσπρη φωτογραφία - αρχές του 60 - με την γιαγιά να ακουμπάει τα χέρια της στο περβάζι του παραθύρου της κουζίνας. Τό σπίτι στο χωριό, xτισμένο το 1900. Το χαγιάτι ξύλινο και το περιβόλι δίπλα στο σπίτι, κατάφυτο σαν μικρή ζούγκλα γεμάτη καρπούς. Ο παππούς συνήθως δίπλα στο τζάκι το χειμώνα, και το καλοκαίρι από νωρίς στο χωράφι, περισσότερο για να περάσει η ώρα, και για την μεσημεριανή τσιπουρο-παρέα κάτω από τα δέντρα μαζί με τους γείτονες από τα διπλανά χωράφια.

Μια χρωματιστή φωτογραφία, είκοσι χρόνια μετά. Το σπίτι κλειστό. Ο παππούς και η γιαγιά στην βασιλεία του Θεού και τα μνήματά τους στον απέναντι λόφο αντικρύζουν από την μια πλευρά το σπίτι και από την άλλη το πέλαγος. Στο χωριό, όλα ακολουθούν μια γαλήνια αλληλουχία.

Από το μπαλκόνι σου αγναντεύεις την ομορφιά που ’φτιαξε ο Θεός, αλλά και τον τόπο που κάποτε θα ξαποστάσεις. Χαρά των αισθήσεων και μνήμη θανάτου μαζί. Αν θέλεις και το παρακαλέσεις, σου δωρίζεται δοξολογία...

Το σπίτι στο χωριό, υπεραιωνόβιο πια. Αν είχε στόμα να μιλήσει, θα’ χε τόσες ιστορίες να πει. Προς το παρόν στέκεται περήφανο με τα καινούργια του φτιασίδια, γερά επιδιορθωμένο. Οσο και να μπήκαν καινούργια υλικά, την αρχοντιά του δεν την έχασε και προφανώς θα αντέξει πολύ περισσότερο από εμάς.

Το χωριό όμως άλλαξε, όπως και όλη η επαρχία. Δεν είναι ο θόρυβος και τα ανακατεμένα στυλ των νέων σπιτιών, δεν είναι η κακογουστιά και οι παράταιροι μοντερνισμοί το πρόβλημα. Είναι οι άνθρωποι (πιο πολύ οι νέοι) που μπερδεύτηκαν και δεν ξέρουν αν είναι χωριάτες ή πρωτευουσιάνοι. Είναι που η τηλεόραση αντικατέστησε την εστία και εισάγει ασταμάτητα καινά δαιμόνια - αφθονία ανοησίας, πρόκλησης για κατανάλωση και απρόσωπης τυποποιημένης συμπεριφοράς. Η λαϊκή σοφία και τα εκατοντάδες αποφθέγματα και παροιμίες που διάνθιζαν τον λόγο των απλών ανθρώπων, ξεθώριασαν μέσα στις στημένες εκφράσεις του lifestyle, της σαπουνόπερας και της ακατάσχετης γκρινιάρικης πολιτικολογίας.

Ομως, ό, τι αλλαγές κι άν έγιναν στο χωριό, οι άνθρωποι παραμένουν πιό απλοί από εμάς, ο ήλιος εξακολουθεί και είναι πάντα λαμπερός, ο αέρας ευωδιάζει τις μυρωδιές της άνοιξης και οι κήποι είναι γιομάτοι πολύχρωμα λουλούδια. Κι όταν χτυπά η καμπάνα του Αη Νικόλα, ακόμα και οι λιγοστοί πιστοί που πάνε στην Θεία Λειτουργία, συνεχίζουν να προσεύχονται υπέρ ευκρασίας αέρων, ευφορίας των καρπών της γής και καιρών ειρηνικών... υπέρ του ρυσθήναι από πάσης θλίψεως, οργής κινδύνου και ανάγκης... Και όσο ακόμα θα γίνεται η Θεία Λειτουργία σε τούτο δω τόν κόσμο, θα ελπίζουμε και θα ευχόμαστε ότι όσο και να πλεονάζει η αμαρτία και η αστοχία, τόσο θα υπερπερισσεύει η χάρις του Θεού...


Του Πέλοπος ο απόγονος

8/5/07

ΠΡΟΣΩΠΑ ΠΑΙΔΙΚΑ

Πρόσωπα παιδικά γεμάτα αθωότητα, μα και πονηράδα πτωτική. Ψυχές αθώες σε σχέση με τις δικές μας που΄ ναι θολωμένες από την αστοχία, μα ψυχές που την ίδια αμαρτία κυοφορούν. Μυαλουδάκια βομβαρδισμένα από την χυδαιότητα της τηλεοπτικής ανοησίας, πονηρεμένα πρίν την ώρα τους, από την δήθεν απελευθερωμένη κοινωνία των μεγάλων.
Μάτια παιδικά γεμάτα αθωότητα, μα και παραπλανημένα από τις μόδες και τα χολυγουντιανά κατασκευάσματα που πλασάρουν ψεύτικους ήρωες. Παιδιά που μαθαινουν να λατρεύουν τα λιπόσαρκα είδωλα και τους φουσκωτούς θεατρίνους. Μάτια που θα θολώσουν από τον πειρασμό που ασταμάτητα πολιορκεί την αγνότητά τους.

Παιδιά που μεγαλώνουν πριν την ώρα τους, που ζουν σαν έφηβοι πριν την εφηβεία, που ζουν σαν νέοι πριν την νεότητα, που πιθηκίζουν τους μεγαλύτερους. Παιδιά καθηλωμένα μπροστά στο pc, ατέλειωτες ώρες μέσα στην εικονική πραγματικότητα των βίαιων παιχνιδιών, ατέλειωτες ώρες παρακολούθησης ιστοσελίδων με σεξουαλικό περιεχόμενο. Έφηβοι που μαζεύονται για να δουν πορνό, σε ηλικίες που παλιότερα ούτε που ήξεραν τι σημαίνει η λέξη.

Πρόσωπα παιδικά κουρασμένα από το άγχος του διαβάσματος, πιεσμένα από ένα εκπαιδευτικό σύστημα που κάποιοι ονόμασαν παιδεία, παιδιά χωρίς παιδεία, σχολείο δίχως σχόλη, παιδιά που κουράζονται χωρίς παιχνίδι, χωρίς ανεμελιά.

"Ἄνθρωποι ἀνόητοι καί βραδεῖς τῇ καρδία", άνθρωποι μπερδεμένοι και συγχισμένοι, άνθρωποι που ξαστοχήσατε και δεν το γνωρίζετε, άνθρωποι που ζείτε παρά φύσιν και νομίζετε ότι ζείτε κατά φύσιν, άνθρωποι που ζείτε μέσα στην οδύνη του υπαρξιακού πόνου, "ἄφετε τά παιδία ἔρχεσθε πρός με καί μή κωλύετε αὐτά, τῶν γάρ τοιούτων ἐστίν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ".

3/5/07

ΣΚΟΤΩΝΕΙ Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ;

Τό γράφουν ὅλα τά «μοντέρνα» περιοδικά! Τό ἐπισημαίνει στά σχετικά ἄρθρα περί σχέσεων κάθε ἀνερχόμενος ἀστέρας τῆς δημοσιογραφίας : «Ὁ γάμος σκοτώνει τόν ἔρωτα!» Τό βεβαιώνουν στίς συνεντεύξεις τους ἠθοποιοί καί τραγουδιστές, ὅταν τούς κάνουν τίς ἀνάλογες ἐρωτήσεις: «Ὁ γάμος εἶναι μία σύμβαση. Προτιμῶ νά συζῶ κάθε φορά πού ἐρωτεύομαι. Ὅταν κουράζομαι χωρίζω. Συνεχῶς ἐρωτεύομαι. Ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά ζεῖ χωρίς νά’ ναι ἐρωτευμένος. Θά παντρευτῶ μόνο ὅταν πρόκειται νά κάνω παιδιά.»

Κυρίαρχη ἰδεολογία ἔχει γίνει στήν ἐποχή μας ἡ ἄρνηση τοῦ γάμου, ὁ ὑποβιβασμός του σέ μιά νομική σύμβαση, κυρίως γιά νά πάρουν ταυτότητα τά παιδιά. Φόβος κυριαρχεῖ στούς νέους ἀνθρώπους γιά τίς σχέσεις, δέος γιά τήν ἀποτυχία, φόβος γιά τόν χωρισμό. Καί καθώς τά διαζύγια ἔφτασαν στήν Ἀθήνα στό ἕνα τρίτο τῶν γάμων, μοιάζουν νά ἐπιβεβαιώνονται οἱ κατήγοροι τοῦ θεσμοῦ τοῦ γάμου.

Ἡ πραγματικότητα ὅμως εἶναι διαφορετική. Δέν χωρίζουν μόνο ὅσοι παντρεύονται, ἀλλά κι ἐκεῖνοι πού ζοῦν ἐκτός γάμου. Χιλιάδες σχέσεις ξεκινοῦν καί σταματοῦν χωρίς ποτέ νά καταμετρηθοῦν ἐπίσημα. Σχέσεις πού δέν γνώρισαν τήν «σύμβαση», οὔτε τήν «ρουτίνα» τοῦ γάμου, σχέσεις πού ξεκίνησαν μέ θυελλώδη συναισθήματα καί κατέληξαν σέ μῖσος κι ἀποστροφή. Γιατί ἄραγε ἀποτυγχάνουν αὐτές οἱ σχέσεις; Μήπως δέν εἶναι ὁ γάμος πού φταίει, οὔτε ἡ καθημερινότητα, ἀλλά ἡ ἀνικανότητα μας νά ἀγαπήσουμε, νά δοθοῦμε ὁλοκληρωτικά, νά θυσιάσουμε τόν ἐγωϊσμό μας, τό θέλημά μας, γιά νά ἐνωθοῦμε μέ τόν ἄλλον;

Εὐλογία ὁ ἔρωτας γιά τήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Ροπή φυσική τῆς ψυχῆς πού ἔδωσε ὁ Θεός γιά νά φέρει τά δύο φῦλα κοντά, νά μᾶς ὁδηγήσει στήν ἕνωση. Ὅμως ὁ ἔρωτας δέν εἶναι ἀγάπη - πεθαίνει ἄν δέν γίνει ἀγάπη. Ὁ ἔρωτας εἶναι συναίσθημα ἐγωϊστικό, κάνει τόν ἄνθρωπο νά θέλει νά κατακτήσει, νά ἐντυπωσιάσει, νά περιμένει διαρκῶς ἀνταπόδοση, τόν κάνει ἐριστικό καί ζηλόφθονο. Κι ὅταν περνᾶ ὁ χρόνος κι οἱ πρῶτες ἐντυπώσεις διαλύονται, ὅταν διαψεύδεται ἡ πρώτη - ἐξιδανικευμένη – εἰκόνα πού εἴχαμε σχηματίσει γιά τόν ἄλλο, τότε ἀρχίζει ἡ ἀμφισβήτηση κι ἡ ἀπογοήτευση.

Καθώς οἱ ψευδαισθήσεις τελειώνουν κι ἔρχεται ἡ ὥρα τῆς ἀλήθειας, καλούμαστε νά δοῦμε τόν ἄλλον ὅπως εἶναι, νά ἀναγνωρίσουμε πώς κι ἐμεῖς ἔχουμε ἐλαττώματα, νά ψάξουμε νά βροῦμε ὅσα μᾶς ἑνώνουν κι ὄχι ὅσα μᾶς χωρίζουν. Ὀφείλουμε νά καταλάβουμε πώς «ὁ πρίγκιπας»,ἤ ἡ «πριγκίπισσα» τῶν ἐφηβικῶν ὀνείρων μας δέν ὑπάρχουν, ἀλλά ἄνθρωποι μέ τίς ἴδιες ἀδυναμίες σάν τίς δικές μας, κι ἀντί νά κυνηγᾶμε χίμαιρες, νά ἀρχίσουμε νά πορευόμαστε τόν δρόμο τῆς ἀγάπης, τῆς κατανόησης, τῆς ἀλληλοπεριχώρησης μέ τόν ἄλλο.

Ὅταν θά μάθουμε νά θυσιάζουμε τόν ἐγωϊσμό μας, νά χαιρόμαστε μέ τήν χαρά καί νά λυπόμαστε μέ τήν λύπη τοῦ ἄλλου, ὅταν ἀρχίσουμε νά καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ ἀγάπη «οὐ ζητεῑ τά ἑαυτῆς», ὅταν νοιώσουμε ὅτι ἡ σχέση περνᾶ μέσα ἀπό τήν δική μας ἀλλαγή, τότε θά σκιρτήσει μέσα στήν καρδιά μας ἡ χαρά τῆς πραγματικῆς συνάντησης.

Κι αὐτή ἡ συνάντηση μόνο μέσα ἀπό τόν γάμο μπορεῖ νά γίνει, μέσα ἀπό τήν ὑπόσχεση δηλαδή ὅτι ὁ ἀγῶνας γιά τήν ἀγάπη θά εἶναι μόνιμος καί συνεχῆς καί θά κρατήσει μέχρι τό τέλος τῆς ζωής μας. Ἡ χωρίς ὅρους συμβίωση εἶναι ἄρνηση τῆς ἀγάπης, ἀφοῦ κυριαρχεῖται ἀπό τόν φόβο τῆς δέσμευσης, ἀφοῦ στήν οὐσία ἀρνούμεθα τήν μονιμότητα γιά νά μποροῦμε νά ἀποδράσουμε ὅποτε θέλουμε ἀπό τήν σχέση.

Δέν εἶναι ὁ Ὀρθόδοξος γάμος σύμβαση καί προικοσύμφωνο, οὔτε κάποια μαγική τελέτη γιά «τό καλό». Δέν εἶναι ὁ γάμος νομιμοποίηση τῶν σεξουαλικῶν σχέσεων, οὔτε μιά θρησκευτική τελετή μέ πολυτέλειες καί κοσμικότητες. Οἱ κοσμικές αὐτές ἀντιλήψεις ἀπέτυχαν παταγωδῶς στό παρελθόν καί εὐθύνονται σέ μεγάλο βαθμό γιά τήν ἄρνηση τοῦ γάμου σήμερα ἀπό τούς νέους.

Ὁ γάμος γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι τό μυστήριο τῆς ἀγάπης, ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ γιά νά πορευτοῦν οἱ νεόνυμφοι τόν δύσκολο ἀγῶνα τῆς ἀγάπης καί νά γεννήσουν παιδιά πού θά μεγαλώσουν εὐλογημένα. Μόνο πού τό μυστήριο δέν ἐξαντλεῖται τήν ὥρα τῆς ἀκολουθίας. Ὅπως ὅλα τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ὁ γάμος ὁλοκληρώνεται μέσα στό πέρασμα τοῦ χρόνου. Ἄν τό ζευγάρι δέν ζεῖ πνευματικά τόν γάμο, ἄν ὁ καθένας ἀπό τούς δύο δέν μετανοεῖ διαρκῶς, ἄν δέν πολεμᾶ τόν ἐγωϊσμό του γιά νά μάθει νά ἀγαπᾶ, ἡ συζυγία χωλαίνει. Ἄν ὁ Χριστός δέν μπεῖ στό κέντρο τοῦ γάμου, γιά νά γίνει πρότυπο ζωῆς γιά τόν καθένα καί στόχος κοινός, τότε ἡ σχέση θά μαραζώσει κι οἱ σύζυγοι θά κλειστοῦν στόν ἑαυτό τους, θά περιχαρακωθοῦν στήν φιλαυτία τους. Ἡ σύγχρονη πραγματικότητα μέ τά τόσα διαζύγια, ἀποδεικνύει καθημερινά τήν ἀποτυχία μας καί τήν ἀπομάκρυνσή μας ἀπό τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο.

Μοναδική ἐλπίδα γιά νά βιωθεῖ ἡ χαρά τῆς συζυγικῆς σχέσης, ἡ πίστη στόν Χριστό. Νά γίνει ὁ γάμος ἄσκηση ἀγάπης, κι αὐτή ἡ ἀγάπη νά μήν περιοριστεῖ μόνο μέσα στήν οἰκογένεια, ἀλλά νά ἀνοιχτεῖ στόν κόσμο ὅλο. Νά νοιώσουν οἱ σύζυγοι τήν συμπόρευσή τους καί τήν τεκνογονία ὡς δοξολογία καί εὐλογία Θεοῦ ἐν εἰρήνη καί ὁμονοία καί νά τούς καταξιώνει ὁ Θεός ἐν γήρει πίονι καταντῆσαι, ἐν καθαρᾶ τήν καρδία ἐργαζομένους τάς ἐντολάς Του. Ἀμήν.