29/4/10

Takva : A Man’s Fear of God


 Άκόμα μια ταινιοκριτική από τον αγαπητό συνεργάτη μας, τον ψυχίατρο Μ.Ψ., τον οποίο και ευχαριστούμε. To κείμενο αναλύει μια βραβευμένη  Τουρκική ταινία που παεριγράφει τους πειρασμούς του θρησκευτικού ανθρώπου. Θα θέλαμε να σημειώσουμε πως δεν έχει σημασία αν το κείμενο αποκαλύπτει την πλοκή, αφού μια καλή ταινία παρακολουθείται ανεξάρτητα από το αν έχεις διαβάσει την εξέλιξη. Ίσα-ίσα με τις παρουσιάσεις αυτές θέλουμε να σας προτρέψουμε να δείτε τις ταινίες.

 

Η σημαντική αυτή ταινία απο την Τουρκία (2006), σκηνοθετημένη από τον Ozer Kiziltan, μας παρουσιάζει με πολύ ρεαλισμό την ιστορία ενός ήσυχου, μοναχικού ανθρώπου, που αγωνίζεται να σώσει τη ψυχή του στη σύγχρονη Κωνσταντινούπολη. Με πρωταγωνιστή τον Erkan Can, η ταινία τιμήθηκε με διεθνείς διακρίσεις στο Τορόντο, στο Σεράγιεβο, στη Νυρεμβέργη και στη Γενεύη καθώς και με το βραβείο Fipresci στο Φεστιβάλ του Βερολίνου το 2007.
Ο ισλαμικός όρος Takva ή Taqwa, προέρχεται από το εβραϊκό Tikvah που σημαίνει ελπίδα και αναφέρεται στο φόβο του Θεού, τη σταθερή πίστη και την τήρηση των εντολών του Αλλάχ.


Ο Muharrem ένας μεσήλικας Τούρκος, ζει σε μια φτωχογειτονιά της Πόλης στο παλιό σπίτι των γονιών του, που οι φωτογραφίες τους τον εποπτεύουν στη σιωπηλή μοναξιά του. Τίμιος και ευσυνείδητος, εργάζεται όλη μέρα σε έναν έμπορο που πουλάει σακιά και συμμετέχει τακτικά στις τελετουργικές προσευχές της τοπικής Σουφικής κοινότητας, όπου όλοι τον εκτιμούν για την ευσέβεια του.
Οι μέρες του μοιάζουν ήρεμες, προγραμματισμένες, περιχαρακωμένες όπως και ο ίδιος με αυστηρότητα μακριά από τον κόσμο και τους πειρασμούς του, που όμως βρίσκουν κάποιες αφύλακτες διόδους, τρυπώνουν αυθαίρετα στα όνειρα του και τον αναστατώνουν. Με πολλή προσοχή ο Κιζιλτάν, αποφεύγει να διευρύνει με περιττές εξωτερικές σκηνές τη λιτή εσωστρέφεια του Μουχαρέμ, εστιάζοντας στις σεμνές προσπάθειες που καταβάλλει να κρατηθεί ταπεινός στον παραδοσιακό τρόπο ζωής του, που αποτελεί και την ασπίδα προστασίας του.     


Ο Άρχοντας (Ηγούμενος, πνευματικός) της Μονής των Σούφι όμως, αποφασίζει να του αναθέσει την είσπραξη των ενοικίων από τα ακίνητα που διαθέτει η Μονή και χρηματοδοτούν τις σχολές της. Ο σκοπός είναι ιερός, και παρά τις επιφυλάξεις του, δέχεται τελικά παράλληλα με τη δουλειά του να αναλάβει και τα νέα του καθήκοντα. Η αναγνώριση της ακεραιότητας του χαρακτήρα του είναι ένα κίνητρο, αλλά η ικανοποίηση που αισθάνεται του δημιουργεί συγχρόνως αμηχανία και ανησυχία.
Η ζωή του Μουχαρέμ σύντομα αλλάζει. Μεταφέρει λίγα πράγματα από το σπίτι του, για να εγκατασταθεί σε ένα κελί στη Μονή, σύμφωνα με την επιθυμία του Άρχοντα.  Σαν επίσημος εισπράκτορας των ενοικίων της Μονής θα πρέπει να έχει εμφάνιση ανάλογη με τη θέση του. Του προμηθεύουν κοστούμια, καινούργιο ρολόι, κινητό τηλέφωνο, του διαθέτουν ακόμα και αυτοκίνητο με οδηγό για τον μεταφέρει όπου θέλει. Κινείται πια σε όλη την πόλη, σε καινούργια κτίρια, σε μοντέρνα καταστήματα, συναντιέται με σημαντικούς ανθρώπους, όπως άλλωστε σημαντικός είναι τώρα και ο ίδιος. Είναι ελεύθερος να διώχνει ενοικιαστές που ο ίδιος δεν τους εγκρίνει, μπορεί να μην εισπράξει ακόμα κάποια ενοίκια, αν αναλάβει την ηθική ευθύνη της μείωσης των εσόδων της Μονής. Ο Άρχοντας σχεδιάζει να τον παντρέψει με την κόρη του, αλλά ο συνεσταλμένος Μουχαρέμ μη γνωρίζοντας ποια νύφη του προόριζαν, αρνείται στον βοηθό του Άρχοντα την προοπτική ενός γάμου, αφού έχει αφιερώσει τη ζωή του στον Θεό. 
Ο νέος τρόπος ζωής του ωστόσο, με την άσκηση εξουσίας που του παρέχει και με τη διεύρυνση του κοσμικού του ορίζοντα, τον τροφοδοτεί με καταιγισμό ερεθισμάτων. Ποτίζει σιγά-σιγά την ταπεινή του καρδιά και την αλλοιώνει, εισχωρεί στην ψυχή του και κλονίζει τις αδύναμες αντιστάσεις του. Όταν αισθανόταν ταπεινός δεν θύμωνε. Τώρα γίνεται οξύθυμος, απότομος, επιθετικός. Αντιλαμβάνεται ενοχλημένος τη σημασία που δίνουν στο χρήμα, άνθρωποι τους οποίους σέβεται. Δέχεται μια συντονισμένη και πολύπλευρη δαιμονική επίθεση, χωρίς να μπορεί να αντιδράσει. 


 Στα όνειρα του εισβάλλουν εικόνες λαγνείας και αίματος. Τα όνειρα αποκαλύπτουν πολλές φορές τον εσώτερο ψυχισμό μας. Ο Άρχοντας, θα μπορούσε να τον συμβουλεύσει, όμως βρίσκεται σε 40ήμερη άσκηση απομόνωσης.  
Απομονωμένος και ο Μουχαρέμ από τις συνήθειες τόσων χρόνων που τον κρατούσαν σταθερό στις εντολές του Θεού, εκτεθειμένος σε καινούργιες εικόνες και παραστάσεις  που διαβρώνουν την πίστη του, είναι πια «ώριμος» να δεχτεί το καίριο διαβολικό χτύπημα. Ο Κιζιλτάν θέλει να είναι ιδιαίτερα σαφής στο σημείο αυτό. Το «κακό» προσωποποιείται και σαν πελάτης εργολάβος οικοδομών, απευθύνεται στον Μουχαρέμ για να αγοράσει σακιά. Εκείνος σε μια μοιραία απροσδιόριστη στιγμή, με τη βούληση αποπροσανατολισμένη, με τη σκέψη μετεωρισμένη και την καρδιά του ψυχρή, τον εξαπατά ζητώντας του ένα υπερβολικό ποσό. Ο εργολάβος το πληρώνει χωρίς αντιρρήσεις και του διευκρινίζει συνωμοτικά πως τα σακιά ήταν απλά μια πρόφαση για να τον πλησιάσει. Η φήμη του τάχα για την ευσέβεια του, έχει απλωθεί σε όλη την πόλη.
Το αμάρτημα συντελέστηκε. Ο Μουχαρέμ καταρρακωμένος, απορεί πως μπόρεσε να το διαπράξει. Κατακλυσμένος από τύψεις προσπαθεί να απαλλαγεί από τα επιπλέον χρήματα, για να μην υποψιαστεί κανείς ότι ίσως κλέβει από τα ενοίκια της Μονής. Προσεύχεται, αλλά η σχέση του με τον Θεό έχει πια κλονισθεί.

Ο «εργολάβος» επανέρχεται μαζί με άλλους δύο «φίλους» του που επιθυμούν επίσης να τον γνωρίσουν, με το πρόσχημα και πάλι να αγοράσουν όλοι σακιά σε όποια τιμή τους ζητήσει. Νιώθει παγιδευμένος, σε απόλυτο αδιέξοδο. Η κατά μέτωπο αυτή επίθεση τον βρίσκει τελείως απροετοίμαστο. Ίσως είναι η δίκαιη τιμωρία του. Πετάγεται έξω στο δρόμο, στην καταρρακτώδη βροχή, απελπιστικά μόνος, δραματικά αβοήθητος. Δεν υπάρχει μέρος να κρυφτεί, ούτε τρόπος να ξεφύγει από το αβάσταχτο βάρος της ενοχής του.
Η επόμενη σατανική προσωποποίηση, αποτελεί και τη χαριστική βολή. Βλέπει μπροστά του ζωντανή τη γυναίκα που ταράζει τις νύχτες τα όνειρα του. Την ακολουθεί και με φρίκη αντιλαμβάνεται πως κατευθύνεται στην είσοδο της Μονής. Προσπαθεί να την εμποδίσει να μπει, να μη μολύνει τον ιερό χώρο. Όμως δεν είναι πια άξιος να υπερασπιστεί την ιερότητα της Μονής. Εκείνη, είναι η κόρη του Άρχοντα! Η αποκάλυψη αυτή, επισφραγίζει την απόλυτη ήττα του Μουχαρέμ από τους δαίμονες που ανελέητα τον κύκλωσαν, τον εξουθένωσαν και τον κατέστρεψαν.
Δεν υπάρχει επιστροφή, οι δαίμονες βρίσκονται παντού, είναι το τέλος!
Η έσχατη ψυχολογική του άμυνα, τον καθηλώνει προστατευτικά σε κατάσταση εμβροντησίας (stupor). Ό, τι και να επακολουθήσει, εκείνος είναι πια απών.
Η ταινία ολοκληρώνεται με μια τραγικά ειρωνική σκηνή. Η κόρη του Άρχοντα, σε ένα ρόλο τελείως διάφορο από τα όνειρα του Μουχαρέμ, έχει αναλάβει την περίθαλψη του και μπροστά στο άδειο πέτρινο βλέμμα του πλησιάζει στο κρεβάτι και του βάζει στο στόμα το φάρμακο του. 

  
Μέσα στη μικρή αυτή ιστορία του Μουχαρέμ, ο Κιζιλτάν μας παρουσιάζει τον πόλεμο και τις μεθόδους του Σατανά που καταφέρνει πάντοτε να παγιδεύσει δόλια όσους επιχειρούν να συμμετάσχουν στην «περιπέτεια» της ζωής με τους όρους του Θεού, χωρίς να έχουν συνείδηση των αδυναμιών τους και χωρίς να αφήνονται με εμπιστοσύνη στα χέρια Του. Γιατί ο Θεός περιμένει να επιστρέφουμε από τις ανόητες περιπλανήσεις μας, συγκλονισμένοι από τη χαρά του γυρισμού μας, να Τον αναζητούμε με όλη μας την καρδιά, τρέχοντας με λαχτάρα στους δρόμους που ο ίδιος μας χαράζει για να Τον συναντήσουμε και όχι να μεριμνούμε για τη σωτηρία μας φοβισμένοι, αναδιπλωμένοι νευρωτικά στον εαυτό μας, προσπαθώντας καταναγκαστικά να αποφύγουμε παγίδες και κακοτοπιές.
Σέβεται απόλυτα την πνοή ελευθερίας που μας εμφύσησε, γι’ αυτό και μας θέλει γενναίους στις αποφάσεις και στις ενέργειες μας.
Αντίθετα ο Σατανάς παραβιάζει την ελευθερία μας σε κάθε ευκαιρία που εμείς του παρέχουμε, υποκαθιστώντας την αδύναμη πίστη μας με κοσμικές επιθυμίες και βιοτικές ανάγκες. Μας υποβάλλει χίλιους λόγους για να νιώθουμε ανικανοποίητοι, δυσθυμικοί, στερημένοι και ανασφαλείς, αδικημένοι, προσβεβλημένοι. Μας εξωθεί στα άκρα με κατάλληλα στημένες εξωτερικές καταστάσεις ή με εσωτερικές επεμβάσεις στο χλιαρό συναίσθημα και στην αυτάρεσκη λογική μας, ώστε να μεταλλάσσει την προσωπικότητα μας. Και όταν οι καλές μας προθέσεις οδηγούν τα βήματα μας προς τον Θεό με την προσφορά κάποιου μικρού ή μεγαλύτερου θεάρεστου έργου, θα πρέπει να αναμένουμε σαν τον Μουχαρέμ τα ανάλογα εμπόδια που έχουν σκοπό να ματαιώσουν την προσπάθεια μας.

Η μόνη βοήθεια που μπορούμε να έχουμε για να μην υποκύψουμε στις επιθέσεις αυτές, είναι η προσευχή. Όμως η προσευχή μας για να εισακουσθεί από τον Θεό, πρέπει να απευθύνεται  σ’ Εκείνον με την απλότητα της εμπιστοσύνης, με την αμεσότητα της αγάπης και με την υπευθυνότητα της ταπεινοφροσύνης. 

Η Συνείδηση είναι η πυξίδα της ψυχής μας στο ταξίδι της ζωής. Ο Μουχαρέμ με πολλή ευαισθησία ενημερώθηκε άμεσα για τη λάθος πορεία του. Όμως η αγωνία του αυτοέλεγχου δεν πρέπει να μας σύρει σε σκοτεινά αδιέξοδα, να απομακρύνει από την καρδιά μας την ελπίδα και να αμφισβητεί την απέραντη αγάπη του Θεού για μας.
Οι τύψεις που αναπτύσσονται σε έδαφος ολιγοπιστίας, υποδαυλίζονται εύκολα από τα πονηρά πνεύματα, γιγαντώνονται σαν πυρκαγιές που σαρώνουν τα πάντα στο πέρασμα τους και μας οδηγούν αστραπιαία σε ολέθριους δρόμους πανικού, απόγνωσης και απελπισίας. Εκεί δεν υπάρχει Θεός, μόνο άρνηση!
 Ο αυτοέλεγχος πρέπει να γίνεται με προσευχή μαζί, ενώπιον πάντοτε του Θεού. Με την καρδιά μας ανοικτή στην αγάπη Του, να αναγνωρίζουμε τα λάθη μας, μικρά ή μεγάλα και να τα αποθέτουμε στο Έλεος Του.
Η βαθιά αίσθηση της ενοχής και η κατανόηση των αστοχιών μας και των συνεπειών τους, δεν πρέπει να αποσκοπούν και να επιφέρουν τη σκληρή αυτοτιμωρία μας σε μια κόλαση ανηλεών τύψεων, αλλά να προσβλέπουν πάντοτε μέσα από την ειλικρίνεια της μετάνοιας μας με τη βοήθεια του Θεού, στην προσδοκία της οριστικής επιστροφής στην Πατρική Εστία και στη βεβαιότητα της εκ του κόσμου Ανάστασης.

Μ. Ψ.

26/4/10

Πήγα σε μάγισσες, σέ χαρτορίχτρες...


Το βρήκα χθες το πρωί στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου. Θα το πέταγα γελώντας, αν το πράγμα δεν ήταν τόσο σοβαρό, αφού ξέρω πως χιλιάδες άνθρωποι καταφεύγουν στα μέντιουμ, τις χαρτορίχτρες και τους κάθε λογής μάγους, ελπίζοντας το...ανέλπιστο. Δύσκολα ο άνθρωπος μπορεί να αναλάβει τις ευθύνες του, δύσκολα μπορεί να αποδεχτεί την πραγματικότητα, δύσκολο  να  κατανοήσει τις αποτυχίες του. Είμαστε αδύναμοι και δεν μπορούμε να εννοήσουμε πως ζούμε σε ένα κόσμο φθοράς κι ότι είμαστε άστοχοι και άμαθοι στο διάβα της ζωής.



Χιλιάδες συνάνθρωποί μας εναποθέτουν τις ελπίδες τους σε κάποιον άγνωστο, να τους λύσει τα προβλήματα, να τους βρει μαγικές λύσεις, να αγοράσουν ελπίδα...


Κι όμως έτσι γίνονται τα πράγματα χειρότερα, γιατί μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν, κι οι ψευτικες ελπίδες παρατείνουν την θλίψη, εμποδίζουν να αποδεχτούμε την πραγματικόητα, μας βουλιάζουν στην απόγνωση...


Τι πλάνη να νομίζεις ότι με μια τράπουλα θα σου φανερωθεί το μέλλον, και τι τραγωδία να μην μπορείς να ζήσεις το παρόν και να θέλεις να μάθεις το αύριο, λες κι αν το μάθεις θα μπορέσεις να ζήσεις καλύτερα το σήμερα...  



Κι επειδή έχεις πάθη που δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις, κι ευθύνες που δεν μπορείς να πάρεις, ψάχνεις από μηχανής Θεούς κι απόκρυφες δυνάμεις που θ' ανατρέψουν τα τετελεσμένα και θ' αλλάξουν την ζωή σου. Ομως η ζωή σου αλλάζει, μόνο αν αλλάξεις εσύ... 


Κι έτσι γίνεσαι θύμα ανθρώπων πλανημένων, είτε απατεώνων, που θα πάρουν τα χρήματά σου, μα πάνω απ' όλα  θα στραγγίξουν το μυαλό σου, θα σε πλανήσουν και θα εκμεταλευτούν την αδυναμία σου, υποσχόμενοι λαγούς με πετραχήλια...

 
Και μια κι είπαμε για πετραχήλια, να προσθέσουμε εδώ και τις αμαρτίες τις θρησκευτικές, την μεγάλη πλάνη ορισμένων ιερέων που κάνουν εξορκισμούς μπερδεύοντας τους ανθρώπους, στερώντας τους την δυνατότητα να αναζητήσουν την ευθύνη τους, ψυχαναγκάζοντας και φοβίζοντάς τους. Ελάχιστες οι περιπτώσεις δαιμονισμένων, πολλοί όμως οι αυτόκλητοι σωτήρες εξορκιστές και πάμπολλα τα θύματά της πλάνης τους, κυρίως στους παλιοημερολογίτες. Μπουλούκια πηγαίνουν οι άνθρωποι στους εξορκιστές, γυρεύοντας έτοιμες λύσεις, πριν ή μετά την επίσκεψή τους στα μέντιουμ.


Τα δαιμόνια βγαίνουν με προσευχή και νηστεία, είπε ο Κύριος, κι όχι σε δημόσια μεταφυσικά θεάματα. Μα όπως είπαμε παραπάνω, ελάχιστοι είναι οι δαιμονισμένοι, εκατομμύρια όμως όλοι εμείς, που παραδομένοι στους προσωπικούς μας δαίμονες ζούμε την αστοχία μας παραμένοντας πνευματικά ανώριμοι, μεταθέτοντας τις ευθύνες μας στους άλλους, στο "σύστημα", στους πολιτικούς, στην κοινωνία. Ανεύθυνοι και τρομαγμένοι, απωθούμε τα προβλήματά μας, κρυβόμαστε από τους φόβους μας, δεν αντιμετωπίζουμε την πραγματικότητά μας. Κι όταν "σκάνε" οι αποτυχίες μας, ανήμποροι να καταλάβουμε το γιατί, ψάχνουμε τις μαγικές λύσεις, τον "από μηχανής θεό", γιατί χάσαμε τον Θεό, χάσαμε την πείνα και την δίψα μας, στέρεψε η αναζήτησή μας.
Μοναδική μας ελπίδα ο λόγος κι η κλήση του Χριστού: "Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθήτω μοι ". Να πάρουμε την ευθύνη της ζωής μας, να διψάσουμε για την αλήθεια, να αναγνωρίσουμε την αστοχία μας, να μετανοήσουμε. Η Αλήθεια ελευθερώνει τον άνθρωπο, τον απαλάσσει από την δεισιδαιμονία, τον κατευθύνει στο Φως, στην χαρά, στην ευχαριστία. Πάντων ένεκεν!
 

23/4/10

Το θύμα μιας κυρίαρχης ιδεολογίας που έγινε θρύλος.


Ο Άγιος Γεώργιος ο Μεγαλομάρτυρας, ο Τροπαιοφόρος, ο Καβαλάρης, ο Κουδουνάς, ο Κουταλάς, ο Γραμματικός, ο υπερασπιστής των αιχμαλώτων, των πτωχών και των ορφανών, ο Στρατιωτικός, ο θρύλος…
Κάθε εποχή και κάθε πρόσωπο βρήκε στο πρόσωπό του ένα στήριγμα, ένα συμπαραστάτη, έναν βοηθό. Το συναξάρι του πολυτραγουδήθηκε, πολλά θαύματα και άλλες διηγήσεις μπλέχτηκαν στον ιστορικό του βίο. Ακόμη και οι μουσουλμάνοι τον αγαπούν και τον τιμούν. Αυτό που τον ξεχωρίζει είναι ότι μεταφέρει ένα μήνυμα αναστάσιμο, που νικά τη φθορά και το θάνατο. Ότι δηλαδή κάποιος πετυχημένος νέος που έχει μπροστά του όλη τη ζωή και τα αγαθά της, διψά για την αλήθεια, για ένα νόημα πιο βαθύ από όλα τα πεπερασμένα αγαθά, τα οποία δεν υποτιμά, αλλά και δεν απολυτοποιεί ειδωλοποιώντας τα. Και αυτό το νόημα είναι ο Χριστός και η ελπίδα στην Ανάστασή Του. Δεν είναι τυχαίο, ότι η γιορτή του Αγίου πέφτει πάντα μετά την Κυριακή του Πάσχα.


 Ο Γεώργιος αποκεφαλίσθηκε στη Λύδδα της Παλαιστίνης στις αρχές του 4ου μ. Χ. αιώνα στα χρόνια του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, οποίος προσπάθησε να αναδιοργανώσει το αχανές ρωμαϊκό κράτος που βρισκόταν σε κρίση εξαιτίας των εσωτερικών συγκρούσεων, αλλά και των μεγάλων μεταναστεύσεων των βαρβαρικών φύλων. 


Για να κατορθώσει την πολυπόθητη ειρήνη και ηρεμία χώρισε την αυτοκρατορία σε τέσσερις διοικήσεις (τετραρχία)  και αναβίβασε τον εαυτό του σε Κύριο και Θεό κατά τα Θεοκρατικά πρότυπα της Ανατολής. Ενώ μέχρι τότε η προσκύνηση στον αυτοκράτορα συνεπαγόταν ως μια τιμή στον πρώτο πολίτη της Ρώμης και τον Δαίμονα του, ο αυτοκράτορας πλέον γίνεται επί γης Θεός και κατά αυτόν τον τρόπο περιορίζεται η κυριαρχία του στρατού στην δημόσια ζωή της Ρώμης, αφού ο αυτοκράτορας μέχρι τότε ήταν αναγκασμένος να συμμορφώνεται στο στρατό κάτω από την διαρκή απειλή της ανατροπής ή του βίαιου θανάτου του.
 Όλα αυτά εξηγούν γιατί κατά την περίοδο της αυτοκρατορίας του Διοκλητιανού έχουμε πάρα πολλούς μάρτυρες στρατιωτικούς Γεώργιος, Δημήτριος…οι οποίοι δεν τον προσκύνησαν .


Γιατί οι Χριστιανοί;
Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν ένα κράτος ανεξίθρησκο, μάλιστα ευνοούσε τον συγκρητισμό, δηλαδή αποδεχόταν όλες τις θρησκείες και όλους τους Θεούς, έτσι ώστε με έναν τρόπο δεισιδαιμονικό να εξασφαλίζει την ηρεμία και ειρήνη με την εύνοια όλων των Θεών. Το πρόβλημα με τους Χριστιανούς ξεκινάει από το ότι έχουν μια κλειστή (ιδιωτική) λατρεία που δεν θυμίζει τις άλλες θρησκείες, δεν αποδέχονται άλλους Θεούς και έτσι προκαλούν τις άλλες Θεότητες, οι οποίες με τη σειρά τους προκαλούν φυσικές καταστροφές, επιδρομές και όλα τα κακά.
 Το ίδιο βέβαια έκαναν και οι Ιουδαίοι όμως στην περίπτωσή τους σωτήριο απέβη το ότι ήταν μια πατροπαράδοτη γνωστή θρησκεία, η οποία τελούσε και θυσίες υπέρ του αυτοκράτορα.


Έτσι δημιουργείται μια κυρίαρχη ιδεολογία που θέλει στο όνομα της ειρήνης, της ομόνοιας και της ενότητας της αυτοκρατορίας τους Χριστιανούς υπαίτιους για κάθε κακό, οπότε και οι διωγμοί ερμηνεύονται ως εξευμενισμοί των Θεών. Παράλληλα οι Χριστιανοί συκοφαντούνται, ότι στα δείπνα τους τελούν θυσίες μωρών και άλλα όργια (Θυέστεια δείπνα και Οιδιπόδειες μίξεις). 

Φωνές διαμαρτυρίας ακούγονται από λόγιους Χριστιανούς (απολογητές) όπως ο Τερτυλλιανός: Οι Χριστιανοί θεωρούνται αιτία κάθε δημόσιας καταστροφής, κάθε δυστυχίας που πλήττει τους ανθρώπους. Αν ο Τίβερης ξεχειλίσει ή αν ο Νείλος δεν ξεχειλίσει, αν έρθει ξηρασία ή γίνει σεισμός, αν πέσει λιμός ή θανατηφόρα επιδημία. αμέσως υψώνεται η κραυγή: « Οι χριστιανοί στα λιοντάρια». Μέσα στο ίδιο κλίμα είναι και άλλα κείμενα, όπως η προς Διόγνητον επιστολή.
Με όλα αυτά καταλαβαίνουμε, ότι ο Άγιος Γεώργιος, όπως και τα υπόλοιπα εκατομμύρια Χριστιανών μαρτύρων απετέλεσαν τα εξιλαστήρια θύματα μιας κυρίαρχης ιδεολογίας, ενός ολοκληρωτισμού, ο οποίος επαγγελλόμενος τoν επί γης παράδεισο, θυσίαζε ανθρώπους, μη μπορώντας να αποδεχθεί και να ερμηνεύσει τη θνητότητα και φθαρτότητά του.

Φώτιος


20/4/10

Έστησ’ η άνοιξη χορό με τα γλυκά παιδιά μας… (1)



 Πρωί και λιοπερίχυτη και λιόχαρη είν’ η μέρα (2) μεσούντος του Απριλίου. Κιόσκι ευάερο μες στα λουλούδια, τους κελαϊδισμούς και τα ζωύφια, μπροστά απ’ τον ήλιο. Ένα κοτσύφι πέταξε κι έκατσε λίγο αντίκρυ μου. Ένας μήνας απόμεινε για να τελειώσει και τούτη η χρονιά. Το κοτσύφι στάθηκε λίγο στο δοκάρι, με κοίταξε κι έφυγε. Έτσι και τα γυμνασιόπαιδα περνούν σποραδικά από μπροστά μου. Επιτηρώ την ετήσια «ειδική διαδρομή» στην ύπαιθρο. Στο παραμελημένο από τους ανθρώπους άλσος, λοιπόν, είδαμε σήμερα την φύση να φορά τα καλά της. Χαλάλι οι χαμένες διδακτικές ώρες πιεζούσης της ύλης! Με το άρωμα των χαμομηλιών αναπέμπω μόνο μια ευχή: Θεέ μου, έχε καλά και τούτα τα παιδιά, τα εφηβάκια της πολυκατοικίας και του διαδικτύου!


 Τα κορίτσια της Πρώτης με προσπέρασαν ώσπου να βολευτώ στο παρατηρητήριό μου και να βγάλω το σημειωματάριο. «Έλεος, κυρία, κι εδώ διορθώνετε;» μου είπε η Αναστασία παρακαλώντας αμέσως μετά να τις βγάλω μια φωτογραφία. Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη (3). Μα πώς να απαθανατιστεί τέτοια ποίηση στο φιλμ ή στο χαρτί; Συλλογίζομαι. «Για σάς, κυρία» με επαναφέρει η φωνή του Χρήστου απ’ το Α3. Ξέπνοος μα περιχαρής μού πετά μια μαργαρίτα. Πάει ένα δίλεπτο που πέρασαν οι ταχύτεροι συμμαθητές του, αποφασισμένοι να τερματίσουν πρώτοι κι απερίσπαστοι. Λίγο πιο πίσω να και το πειραχτήρι, ο Κωστής. Ζεματισμένος από τις φετινές αποβολές ο «άγριος» καλός μου, ρωτά μ’ αγωνία δείχνοντας το μπουκέτο με τ’ αγριολούλουδα που κρατά: «Κυρία, θα πάρουμε ποινολόγιο;»

Ευτυχώς αυτά τα μπουκέτα δεν τα ποινικοποιήσαμε ακόμα. Ο Χάρης με τα ακουστικά προσπερνά τα κορίτσια που ξέμειναν από τον προηγούμενο γύρο. «Θα φτάσουμε, δεν θέλω ηττοπάθειες» στηρίζει η μια λαχανιασμένη τις άλλες. Πιο πίσω, η Σοφία μ’ ένα κομμάτι της κορδέλας που όριζε την διαδρομή στα μαλλιά «Ρε, Μαρία,», φωνάζει, «μην τρέχετε!» 

Την σκυτάλη στο οπτικό μου πεδίο παίρνουν για λίγο κάτι σποράκια που προφανώς με τις νηπιαγωγούς τους βγήκαν για περίπατο. Ψάχνουν με το βλέμμα για  φωλιές πάνω στα δέντρα κι δασκάλα πασχίζει να τους μάθει να διακρίνουν το οριζοντιόκλαδο από το ορθόκλαδο κυπαρίσσι. Εκείνα διασπώνται, κοιτούν μαγεμένα γύρω τις παλιές ράγες του τρένου και τις φωλιές των μυρμηγκιών, μου χαμογελούν. Ανυπομονούν να ταΐσουν τις πάπιες στη λίμνη και καταβροχθίζουν μεγάλες μπουκιές από το τόστ τους.


Δεν αργούν να τα προσπεράσουν τα γιγαντόσωμα - αναλογικά -Δευτεράκια μας. Οι πρώτοι στη σειρά της Δευτέρας μου θυμίζουν τους «λαγούς» που καίγονται χάριν μιας γρήγορης κούρσας. Κάποιοι από αυτούς έχουν στα αθλήματα εναποθέσει την ελπίδα για αναγνώριση και διάκριση μες στο σχολείο, άλλοι, πιεζόμενοι απ’ το σπίτι γενικά, έχουν «κεκτημένη ταχύτητα». «Κυρία, την Έκθεση την έφερα μα δεν σας έβρισκα να σας την δώσω», απολογείται ο κάθιδρος Σωτήρης. Ο Ζήσης κοιτάζει πίσω του καθώς με προσπερνά μονολογώντας ασθμαίνων: «αφού δεν είμαι τελευταίος…».


Άνθρωποι με ακουστικά, σκυλιά ή μαγκούρα κάνουν την αντίθετη διαδρομή, διασταυρώνονται με τα Τριτάκια που άρχισαν να καταφθάνουν. Διασταυρώνονται και χωρίζουν όπως καθημερινά καθένας μας με άλλους στη ζωή του. Καθένας μονάχος του πορεύεται και δεν ακούει τον καημό του άλλου (4)... Μα αρκετές απ’ τις εφήβους μας πηγαίνουν χαλαρά, φιλοσοφούν και ανοίγονται, αφήνουν στην ανοιξιάτικη αύρα τα άγχη και τους έρωτές τους. Κόβουν τον καημό στα δυο έτσι που άλλοτε κόβανε στο γόνατο το κριθαρένιο καρβέλι (5)...

 Το θρόισμα των δέντρων ανακατεύεται με το κρώξιμο των χηνών, οι ιστοί της αράχνης πάλλονται στο ελαφρύ καθαρό αεράκι σαν τα πνευμόνια των τζιτζικιών που έστησαν χορό καθώς δειλά δειλά αρχινούν το τραγούδι τους. Ο χορός των παιδιών φτάνει στο τέλος του. 
   

Η δροσιά της φύσης κaι τα δροσερά νιάτα. Η πορεία προς τον τερματισμό του καθενός. Κι ο ήλιος ο ηλιάτορας που όλα στο φως τα λούζει. Ο νους τρέχει στην ειδική διαδρομή των αναμνήσεων… Αυγινό φως στο Λουτράκι, πυρωμένο καταμεσήμερο στη Σίφνο, ηλιοβασίλεμα στην Πόλη και τον Φλοίσβο,  δείλι στη λίμνη Φενεού και αυγουστιάτικο απόβραδο στον Ταΰγετο και την Σαμοθράκη. Πορείες ειδυλλιακές πλάι σε πρόσωπα αγαπημένα, ανέσπερο φως. Tο φως παντού, κι όλο το φως, κι όλα το φως τα δείχνει (6)… Χριστέ μου, πόσο φως σκορπάς για να σε δοξάζουμε(7)… Θεέ μου, πόση ομορφιά χωρά ο κόσμος σου! 
Χριστός Ανέστη! 

Συγχωρήστε μου τις παραπομπές, μα καθώς έγραφα το κειμενάκι μου, στιχάκια ποιητών έρχονταν στο μυαλό μου. Παραθέτω τους δημιουργούς...

 1 Διον. Σολωμός, παράφραση από τους Ελεύθερους πολιορκημένους
2 Κωστής Παλαμάς, από την Φλογέρα του Βασιλιά
3 Διον. Σολωμός, από τους Ελεύθερους πολιορκημένους
4 Οδ. Ελύτης, παράφραση
5 Γ. Ρίτσος, από τη Ρωμιοσύνη
6 Κ. Παλαμάς, από τη Φλογέρα του Βασιλιά
7 Οδ. Ελύτης, παράφραση 
 E. K.

16/4/10

ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟΝ (συνέχεια)



Έξω ο αέρας φυσομανάει απ’ τη μεριά της καλντέρας. Ανοιξιάτικος βοριάς, βαθύ σκοτάδι κι η θύμηση τόση ώρα σε πρόσωπα αγαπημένα, σε καιρούς αλλοτινούς κι αλλιώτικους κάθε φορά στο βαθύτερο είναι μα και στο γύρω κόσμο. Κάπου γραμμένο το όνομα της μάνας με το χέρι του πατέρα. Τα γράμματα έμειναν ανεξίτηλα. Το χέρι θα ‘χει λιώσει πια, πλησιάζει ο χρόνος. Ω, έργα σπουδαίων ζωγράφων που μείνατε στο χρόνο χωρίς το δημιουργό σας. Το ίδιο εκστατική θα σας κοίταζα όπως και τούτα τα σχήματα που χάραξε κάποτε τυπικά το χέρι του πατέρα μου. Λόγια επιφανών συγγραφέων, γεννήματα βαθιάς οδύνης, σκέψεις και συναισθήματα ανθρώπων που σωματικά δεν ζουν πια, που εμείς τα διαβάζουμε, τα νοιώθουμε δικά μας σαν να μοιραζόμαστε τα κατάβαθά μας με έναν κοντινό μας φίλο. Μα αλίμονο, στον κόσμο αυτό δεν ζούνε πια…


Όλη η ζωή ένα ταξίδι. Σήμερα εδώ κι αύριο άγνωστο το που. Μια μέρα θ’ αφήσω αυτό τον τόπο κατοικίας πίσω μου, μαζί με τους ανθρώπους του, με τις συνήθειές του και τη δική του μοναδική πορεία στο χωροχρόνο της ιστορίας. Πρόσωπα που με συντροφεύουν σήμερα και μπορεί να μην τα ξαναδώ ποτέ ως την ώρα που θ’ ανταμώσω με τον Άδη. Όλη η ζωή ένα ταξίδι. Για πού; Φθορά, θάνατος, οδύνη παντού γύρω μου….δεν μπορεί η ζωή να προορίζεται για εκεί, δεν μπορεί η ζωή να τελματώνει εκεί.


Στην κηδεία του πατέρα μου είπα στη γιαγιά μου πως ο Χριστός Ανέστη. Κι εκείνη μου είπε «ναι, μα ο γιος μου δεν ανέστη». Και της είπα πως και ο γιος της ανέστη. Που το ‘ξερα; Ελπίζω, προσδοκώ… Για πού έβαλε ρότα η ζωή και πάει; Αυτή η ζωή που μπορεί να ‘ναι λίγη και για κάποιους από εμάς που δεν το ξέρουν και το απεύχονται ακόμα πιο λίγη. Αυτή η ζωή που σπαταλιέται αδιάκοπα σε τετριμμένα, ανούσια και τιποτένια γεγονότα και σκέψεις. Γκρίνιες, μιζέριες, τσιγκούνικα συναισθήματα, καρδιές σφαλισμένες, μάτια στραμμένα μόνο στα ίδια κατορθώματα, στα ίδια οφέλη. Ούτε γι’ αυτό μοιάζει να ‘ναι προορισμένη η ζωή. Αυτή η υπέροχη, μοναδική κι ανεπανάληπτη ζωή του καθενός μας, με τα ξεχωριστά χαρίσματα, τις ιδιαίτερες ψυχοσυνθέσεις… γιατί δωρίστηκαν αλήθεια όλα αυτά; Για να γίνουν μια μέρα ανάμνηση για κάποιους που μπορεί να μας αγάπησαν κι ύστερα να σβήσουν στο βάθος του χρόνου;


Ψάχνω το φως. Γιατί είμαι σίγουρη πια πως η ζωή δεν είναι μαύρο σκοτάδι χωρίς διέξοδο από πουθενά. Κάθε στιγμή απόλυτης παράδοσης στη στιγμή μοιάζει φωτεινή. Κάθε πόνος που έγινε μια μικρή γνώση, κάθε στιγμή ύπαρξης καθαρμένη από λογισμούς, κάθε συναίσθημα ελπίδας πως τα πράγματα μπορούν ν’ αλλάξουν με τη δική μας μετάνοια, κάθε φορά που για λίγο εξαφανίζεται ο φόβος, όλα στιγμές φωτός. Την ώρα που η ζωή συνεχίζει το ταξίδι της με άγνωστο ακόμα προορισμό για τον καθένα μας, νοιώθω πάλι την ανάγκη να το πω: ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΑΔΕΛΦΟΙ ΜΟΥ!

Αναστασία

10/4/10

ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ... ΜΕΡΑ

 ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!

 Συνέχεια απ' το προηγούμενο...
Το άλλο πρωί περπάτησα πάλι στην Λεωφόρο του Πέραν, Istiklal Caddesi την λένε οι Τούρκοι. Δόξα του Ρωμιού εμπόρου ήταν πριν το 55, όλο ωραία μαγαζιά έβλεπες. Εκεί ήταν και τα προξενεία κι οι μεγάλες εκκλησιές και των Καθολικών κι η δική μας η Αγία Τριάδα που την έκαψαν τότε... 


Περπατάω κοιτάζοντας τα κομψά καταστήματα και χαζευοντας το πλήθος των τουριστών και των ντόπιων που βολτάρουν αμέριμνοι. Αλήθεια, να ξέρει κανεις τους, πως τον Σεπτέμβριο του 1955, εμπορεύματα, τζάμια, καρέκλες, τραπέζια,  έκαναν όλη την λεωφόρο αδιαπέραστη; Πως  το λυσσασμένο πλήθος κατέστρεψε τα καταστήματα και τα σπίτια μας; 

 
 7ΟΟ καταστήματα είχε στο ένα χιλόμετρο του Πέραν και των γύρω στενών. Πάνε όλα...
 

Ξέρουν άραγε  πως τα σπίτια και τα καταστήματα που ανήκαν σε Έλληνες είχαν σημαδευτεί με  σταυρούς για να ξέρουν τι να καταστρέψουν; Εχουν νοιώσει ποτέ τον τρόμο από τις ιαχές του μανιασμένου πλήθους; «Υίkίn, kirin, giavourdour» (Σπάστε, γκρεμίστε, είναι γκιαούρης) και «Kahrolsun giavourlar» (Ανάθεμα στους γκιαoύρηδες)...

 
Κοιτάζω τους λοφους της Πόλης και αριθμοί μου' ρχονται στο νου: 4.340 ελληνικά καταστήματα καταστράφηκαν και λεηλατήθηκαν. 2.600 χριστιανικά σπίτια  παραδόθηκαν στο μένος του όχλου. 21 ελληνικά εργοστάσια καταστράφηκαν ολοκληρωτικά. 110 ελληνικά εστιατόρια και ξενοδοχεία καταστράφηκαν, λεηλατήθηκαν ή παραδόθηκαν στις φλόγες. 25 εκκλησίες υπέστησαν σημαντικές καταστροφές...


Όχι, δεν θα μιλήσω για τους βιασμούς και τους πεθαμένους, γιατί σε μελαγχόλησα, το ξέρω. Θα συνεχίσω την περιπλάνησή μου και θα προσπαθήσω να επανέλθω στο παρόν. Δεν τους μισώ τους Τούρκους, πλάσματα του Θεού είναι κι αυτοί. Πονάνε κι αυτοί το ίδιο με μας, με τα ίδια πράγματα κλαίνε και γελάνε...

Λοιπόν, για να ευθυμήσουμε θα σου μιλήσω για τις γυναίκες! Ναι, έχει ενδιαφέρον εδώ στην Πόλη να χαζεύεις τις γυναίκες. Όσες είναι μοντέρνες μοιάζουν με μας, μα η μεγάλη πλειοψηφία φορά μαντήλα...
 

Είναι κομψές και περιποιούνται τον εαυτό τους...
 

Γυναίκες μοναχικές και γυναίκες σε παρέες...

  
Φορούν χρωματιστά μαντήλια...


 Το μαντήλι τονίζει τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους και ιδίως τα μάτια...

Πολλές φορούν καπαρντίνες για να μην διαγράφεται το σώμα τους, όπως κάνουν κι οι μουσουλμάνες της Θράκης, μα όλες κάτω από τα ρούχα και τα μαντήλια φροντίζουν πολύ τον εαυτό τους...

 
Κι η Πόλη είναι γεμάτη από διαφημίσεις που προτείνουν το πρότυπο της γυναίκας της Δύσης...


Μα είναι κι αυτές οι άλλες, οι κακόμοιρες! Στην αρχή νόμιζα πως ήταν καλόγριες δικές μας, μα μετά πρόσεξα πως είχαν παιδιά μαζί τους. Παντρεμένες γυναίκες είναι, οι περισσότερες από αραβικές χώρες, που' ρχονται για τουρισμό, αλλά και κάποιες Τουρκάλες που ανήκουν σε οικογένειες ζηλωτών...


Σκέψου, οι παντρεμένες να ντύνονται σαν μοναχές. Τι κάνει ο φανατισμός στον άνθρωπο - σε όλες τις θρησκείες...


... Περπάτησα που λες στις αγορές και χάζεψα στα μαγαζιά...


Ήπια καφέ μέσα στην Μεγάλη αγορά, στο Kapalicarsi, στου φίλου του Πολίτη το μαγαζάκι...


Άμα έμενα μόνιμα στην Πόλη θα ερχόμουνα κάθε μέρα μια βόλτα στην αγορά...


Θα έπινα τσάι στην υπέροχη αυλίτσα με τα μαγαζάκια της...


Θα χάζευα τον ραφτάκο να κἀνει το εργόχειρό του..


Θα έτρωγα λαδερό φαγητό σε ένα από αυτά τα υπέροχα " fast food", όπου δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαλέξεις! Αλήθεια, γιατί εμείς έχουμε όλο κρεατικά στα αντίστοιχα μαγαζιά; Γιατί ξεφύγαμε τόσο πολύ από την παράδοσή μας;


Το ίδιο ερώτημα έχω και με τα γλυκά. Γιατί εξαφανίστηκαν όλα αυτά τα υπέροχα γλυκά της ανατολής από τα περισσότερα ζαχαροπλαστεία;


Σουρούπωσε και πήγα πάλι στον Γαλατά. Οι ψαράδες συνεχώς εκεί μέχρι το βράδυ, ψαρεύουν στην γέφυρα του Γαλατά, στην γέφυρα του Κεράτιου...

 
Μ' αρέσει να σιγοπίνω μια μπύρα, εδώ στην δυτική πλευρά της γέφυρας. Μην φας στα μαγαζάκια αυτά, δεν αξίζει το φαγητό, όμως άφησε λίγο το αλκοόλ να σε ζαλίσει και καθώς αγναντεύεις τον ήλιο να δύει, σκέψου πόσοι δικοί μας αντίκρισαν αυτή την ομορφιά, από τον Μέγα Κωνσταντίνο, μέχρι τον πατέρα μου, εκείνο το πρωινό του 64, που με δάκρυα στα μάτια και μια βαλίτσα στο χέρι, εγκατέλειπε για πάντα την Πόλη, καθώς οι τουρκικές αρχές επικαλούμενες δήθεν λόγους ασφαλείας και δημόσιας τάξης, άρχισαν να απελαύνουν όσους είχαν Ελληνική υπηκοότητα...


              Δ.