31/7/17

Στον δρόμο προς την Μεταμόρφωση...





Η Με­τα­μόρ­φω­ση του Κυ­ρί­ου α­πο­τε­λεί στε­ρε­ό θε­μέ­λιο της ελ­πί­δας για την με­τα­μόρ­φω­ση ό­λης της ζω­ής μας  - η οποία τώρα εί­ναι πλή­ρης από κό­πο, από α­σθέ­νει­ες, από φό­βο - σε ζω­ή ά­φθαρ­τη και θε­ο­ει­δή.
  
Εν τού­τοις, η α­νά­βα­ση αυ­τή στο υ­ψη­λό ό­ρος της Με­τα­μορ­φώ­σε­ως συν­δέ­ε­ται με με­γά­λο α­γώ­να. Συχνά ε­ξα­σθε­νού­με από την αρχή σε αυτόν τον αγώνα και α­πελ­πι­σί­α φαί­νε­ται να κυ­ρι­εύ­ει την ψυ­χή.

Σε αυτές τις ώρες της μαρ­τυ­ρι­κής πα­ρα­μο­νής στα όρια με­τα­ξύ του έλ­κον­τος προς το Α­πρό­σι­το Φω­ς της Θε­ό­τη­τας και της α­πει­λη­τι­κής α­βύσ­σου του σκό­τους, ας θυμόμαστε τα δι­δάγ­μα­τα των Πα­τέ­ρων μας, οι οποίοι δι­ή­νυ­σαν αυ­τή την ο­δό  α­κο­λου­θούν­τες τον Χρι­στό, και "ζω­σμέ­νοι τας ο­σφύ­ας η­μών" ας εν­δυ­να­μω­θούμε με την κρα­ται­ά ελ­πί­δα σε  Ε­κείνον,  ο Οποίος στην πα­λά­μη Του βα­στά­ζει δίχως κόπο όλη την κτί­ση.  Ας θυμηθούμε ό­τι στην ζω­ή μας πρέ­πει να ε­πα­να­λη­φθεί ο­μοι­ο­τρό­πως οτιδήποτε ­τε­λέ­σθηκε στην ζω­ή του Υι­ού του Αν­θρώ­που, για να ε­λευ­θε­ρω­θού­με α­πό κάθε φό­βο και ο­λι­γο­ψυ­χί­α.

 Η ο­δός εί­ναι κοι­νή σε όλους μας σύμφωνα με τον λό­γο  του Χρι­στού· « Ε­γώ ει­μί η ο­δός»· ως εκ τού­του δε εί­ναι και μο­να­δι­κή, δι­ό­τι «ου­δείς έρ­χε­ται προς τον Πα­τέ­ρα, ει μη δι' Ε­μού».

 Ε­άν ο Κύ­ριος «ε­πει­ρά­σθη», και η­μείς πρέ­πει να δι­έλ­θου­με δια του πυ­ρός των πει­ρα­σμών.  Ε­άν ο Κύ­ριος κα­τα­δι­ώ­χθηκε, και η­μείς με τον ίδιο τρόπο θα δι­ω­χθούμε­ από τις ί­δι­ες ε­κεί­νες δυ­νά­με­ις, οι ο­ποί­ες ε­δί­ω­ξαν τον Χρι­στό.  Ε­άν ο Κύ­ριος έ­πα­θε και ­σταυ­ρώ­θηκε, και ε­μείς α­να­πό­φευ­κτα ο­φεί­λο­υμε να πά­σχου­με και να σταυ­ρωνόμαστε έ­στω, ί­σως, και ε­πί α­ο­ρά­των σταυ­ρών, εφ'  ό­σον πράγ­μα­τι Τον α­κο­λου­θού­με στις ο­δούς της καρ­διάς μας.  Ε­άν ο Κύ­ριος με­τα­μορ­φώ­θηκε, και ε­μείς θα με­τα­μορ­φω­θού­με και εδώ ακόμα στην γη, αν ο­μοι­ω­θούμε με Αυ­τόν στις ε­σω­τε­ρι­κές μας ε­πι­θυ­μί­ες.

 Ε­άν ο Κύ­ριος ­πέ­θα­νε και α­να­στήθηκε, τό­τε και όλοι όσοι πι­στεύ­ουν σε Αυ­τόν θα δι­έλ­θουν δια του θα­νά­του, θα κα­τα­τε­θούν σε μνη­μεί­α και έ­πει­τα θα α­να­στη­θούν ο­μοί­ως προς Αυ­τόν, εφ΄ ό­σον ομοίως με Αυ­τόν ­πέ­θα­ναν. Θα α­να­στη­θούν πρώ­τα οι ψυ­χές των πι­στών, έ­πει­τα δε, κα­τά την η­μέ­ρα της Κοι­νής Α­να­στά­σε­ως, και τα σώ­μα­τα.  Ε­άν ο Κύ­ριος με­τά την α­νά­στα­σή Του  α­να­λή­φθηκε στον ου­ρα­νό "εν δε­δο­ξα­σμέ­νη σαρ­κί", και κά­θι­σε στα δε­ξιά του Θε­ού, έτσι και ε­μείς θα α­να­λη­φθούμε στους ου­ρα­νούς μέ δο­ξα­σμέ­να σώ­μα­τα, με την δύ­ναμη του  Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, και θα γίνουμε «συγ­κλη­ρο­νό­μοι Χρι­στού» και «κοι­νω­νοί της Θε­ό­τη­τας». (Α´ Πε­τρ. δ´ 13, Β´ Πε­τρ. α´ 4, Ρωμ. ζ´ 17, Β´ Τιμ. β´ 11-12 κ.α.).


Από τον τελευταίο λόγο (11 Μαρτίου 1993), πριν την κοίμησή του,
 του αγίου γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ .

28/7/17

Αιγαιοπελαγίτικη δοξολογία





Η Παναγιά τα πέλαγα κρατούσε στην ποδιά της,
τη Σίκινο, την Αμοργό και τ' άλλα τα παιδιά της 


 Φως ελληνικό, απέραντο γαλάζιο, ο ήλιος σμιλεύει τον ξερό βράχο, η θάλασσα ποτίζει αρμύρα το κορμί και το μελτέμι δροσίζει την καρδιά του. Πόσο ελεύθερος αιθάνεται ο Παναγιώτης Β. μέσα στην απλότητα του πανέμορφου μικρού νησιώτικου οικισμού, αυτός, που έζησε τόσα χρόνια εγκλωβισμένος στο ραφιναρισμένο  απρόσωπο περιβάλλον ενός κτηρίου από γυαλί και ατσάλι, σε μια δουλειά που ήταν δουλεία, σύγχρονος είλωτας με πανάκριβο κοστούμι και γραβάτα! 

Πόσο ανόητος του φαίνεται ο εκείνος ο καιρός που πέρασε σαν στέλεχος χρηματιστηριακής εταιρείας, περιστοιχισμένος από αγχωμένους και νευρικούς συναδέλφους, με τον νου διαρκώς γεμάτο ένταση και την καρδιά να χτυπά κάθε μέρα με εκατόν είκοσι σφυγμούς! Αντιλαμβάνεται πεντακάθαρα πια πόσο ανήθικο είναι το να παίζεις με τα χρήματα των άλλων, τζογαδόρος σε νόμιμο παίγνιο, αδιάφορος για την δυστυχία που κυοφορούσε αυτό το γεμάτο στρες και σκληροκαρδία σύστημα. 

27/7/17

Ω Αιγαίο απέραντο...


Μια ώρα σχεδόν η κατάβαση από τη δυτική άκρη του νησιού στην ανατολική, από την μεριά της καλντέρας και του ηφαιστείου στις ακτές με τις όμορφες παραλίες, τις χρυσωμένες τη γλυκύτατη ώρα της αυγής απ’ το φως του ήλιου.
Τα βήματα πιο γοργά όσο πλησιάζω, σε λίγο θα την αισθανθώ υγρή και καθάρια στα κουρασμένα μου μέλη. 




 Ω Αιγαίο απέραντο, τόσο πολύ τραγουδισμένο! Θυμάμαι το δύσμοιρο εκείνο πατέρα που στην υποψία και μόνο για το χαμό του παιδιού του, σου παρέδωσε το σώμα, το πνεύμα και το όνομά του να το φυλάς στην αιωνιότητα. Τσαλαβουτάω στα ρηχά. Βράχια σμιλεμένα τόσο λεία απ’ την αλμύρα σου εκατομμύρια χρόνια τώρα. Κι απ’ την απεραντοσύνη του γαλάζιου η ματιά μου παγιδεύεται στα άκρα μου, έτσι όπως τα γλείφει το νερό κάθε φορά που η θάλασσα φουσκώνει από αέρα στα σπλάχνα της. Τι περίεργο. Αυτό το δικό μου σημείο ίδιο κι απαράλλαχτο με του πατέρα μου. Τι μεγάλη ευτυχία! Τα δικά μου μέλη σφύζουν ακόμα από ζωή, το αίμα ρέει ζεστό στις φλέβες, το σώμα υγιές, κατοικητήριο ακόμα της ψυχής μου, της πνοής του Θεού μέσα μου. 





Σου χαμογελώ Θεέ για κάθε μέρα που μου χαρίζεις να ευφραίνομαι με τις θάλασσες και τους ήλιους και τις άπειρες κι ανείπωτες ομορφιές σου. Απολύτως μόνη σ’ αυτή την έρημη παραλία, ελαχιστότατη κουκίδα στο άπειρο, μόνη σε μια μοναδική στιγμή της αιωνιότητας. Θεέ μου, όσα έχω, όσα είμαι, λέω, αισθάνομαι, σκέφτομαι είναι ποτισμένα από το λόγο Σου, δοσμένα από Σένα. Μα πες μου, αναρωτιέμαι σήμερα από το πρωί, τις ατελείωτες ώρες που δεν σου απευθύνω το λόγο και που καμώνομαι πως δεν είσαι εδώ γύρω μα κάπου στο μακρινό υπερπέραν έχουμε αλήθεια σχέση; Νοιώθω να μου ψιθυρίζεις κάθε φορά μοναδική που λούζει φως την ύπαρξή μου πως είσαι πάντα εδώ.



 Κι ύστερα θυμάμαι λόγια εμψυχωτικά, πως μόνο όταν αφήνω στην άκρη τις βεβαιότητες του κόσμου τούτου, μόνο τότε μπορεί να σε συναντήσω. Και έρχονται στο νου μορφές ανθρώπων, αγαπημένων αδελφών, να με συγκινούν βαθιά γιατί μου θυμίζουν τον κοινό λόγο ύπαρξης, τον κοινό σκοπό της ζωής μας στο δρόμο για την αναζήτησή Σου. Και βγαίνει αυθόρμητα η παράκληση «άσε να έχω τους ανθρώπους αυτούς μέχρι το τέλος και ν’ ακούω τις φωνές και να βλέπω τα πρόσωπά τους , πάντα με την ίδια συγκίνηση». Κι ύστερα πάλι κάνε τη σχέση μας πιο δυνατή, έτσι που κάποτε να είμαι αληθινά σίγουρη, μακριά από συναισθηματισμούς για την ύπαρξή της. Θαλασσινό βοριαδάκι μου χαϊδεύει τα μάγουλα, κλείνω τα μάτια και βυθίζομαι στη στιγμή. Δόξα Σοι!


Α. X.

φωτο: pcris


24/7/17

ΧΡΥΣΟ ΤΟ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ ΤΗΝ ΟΨΗ ΜΑΣ ΠΥΡΩΝΕΙ...

Τι νόημα άραγε να έχουν τα ταξίδια αν είναι μοναχικά; 
Τι ομορφιά να ἔχουν τα τοπία όταν είναι άδεια από αγαπημένα πρόσωπα;


Πόσο ρομαντισμό μπορεῖ νά έχουν οι νύχτες 
αν περιδιαβαίνεις μονάχος στους δρόμους;

Πόσο εντυπωσιακό μπορεί να είναι ένα ηλιοβασίλεμα, 
χωρἰς μάτια αγαπημένα να το μοιράζονται ;

Πόσο μπορείς να απολαύσεις ένα βιβλίο, 
άν δεν μπορείς μετά να το συζητήσεις με κάποιον;

 
Πόσο έρημα φαίνονται ο κάμπος και το πέλαγος, 
χωρίς ψυχές ἀνθρώπων να τα ζωντανεύουν;







 Ερημιά γύρω μας κι εντός μας, 
χωρίς τήν χαρά τῆς συνοδοιπορίας.




Αναζητούμε πρόσωπα για να μοιραστούμε την χαρά της διαδρομής...
 
Μια ματιά, μιά κουβέντα, ένα χαμόγελο αγαπημένου προσώπου...




Χρυσό το ηλιοβασίλεμα την όψη μας πυρώνει, λέει ο ποιητής κι όλα αποκτούν πάλι νόημα και λούζονται στο φως. Έχουμε ανάγκη φίλους κι αδελφούς να μοιραστούμε την χαρά και την λύπη μας, σκέψεις και συναισθήματα, όνειρα και επιθυμίες. Μα πάνω απ' όλα έχουμε ανάγκη Εκείνον που καταλύει κάθε μοναξιά και που ο γλυκός Του λόγος στον πλησίον μας οδηγεί, και προτρέπει να γίνουμε κοινότητες προσώπων κι όχι άτομα που ζουν ιδιωτικά σα νά'ναι εξορισμένα...

φωτό: pcris



13/7/17

Αντικαθιστώντας τον Θεό




Μια από τις αγαπημένες μου ιστορίες είναι αυτή που μιλάει για εκείνον τον εξέχοντα εφημέριο, ο οποίος συνά­ντησε τυχαία στον δρόμο έναν πιστό από το εκκλησίασμά του και του είπε: «Δεν σε έχω δει τις τελευταίες εβδομάδες στο Ναό. Είσαι καλά;». Ο άνδρας απάντησε: «Καλά είμαι. Πήγαινα, όμως, και λάτρευα τον Θεό σε μια άλλη μικρή ενορία στην άλλη άκρη της πόλης». Ο εφημέριος είπε: «Νιώθω πραγματικά έκπληκτος που το ακούω. Τον ξέρω τον ιερέα αυτής της ενορίας. Είναι ένας αρκε­τά καλός άνθρωπος, δεν είναι, όμως, τόσο καλός, όσο εγώ, ούτε στη μελέτη της Βίβλου ούτε στο κήρυγμα. Δεν έχει τις δικές μου ηγετικές ικανότητες. Τι θα μπορούσες, άραγε να κερδίσεις εγκαταλείποντας τη δική μου ενορία και λατρεύοντας τον Θεό στη δική του;». Τότε ο πιστός του απάντησε: «Όλα αυτά είναι πολύ αληθινά, διαθέτει, όμως, άλλα χαρίσματα. Για παράδειγμα, μπορεί να διαβάζει τη σκέψη και μου μαθαίνει να τη διαβάζω κι εγώ. Θα σου δείξω. Σκέψου κάτι. Συγκεντρώσου σε αυτό. Θα διαβάσω τη σκέψη σου και θα σου πω τι σκεφτόσουν». Ο ιερέας συγκεντρώθηκε για μερικές στιγμές και τότε ο πιστός ρίσκαρε την εξής απάντηση: «Σκεφτόσουν τον στίχο των Ψαλμών: «Έχω επίγνωση ότι ο Κύριος είναι πάντα παρών κοντά μου, καθώς στα δεξιά μου στέκεται, για να μην κλονιστώ» (Ψαλμός 15, 8)». Ο εφημέριος αναφώνησε: «Χα, κά­νεις λάθος! Καθόλου δεν σκεφτόμουν αυτό». Τότε ο πιστός του απάντησε: «Ναι, το ξέρω ότι δεν σκεφτόσουν αυτό, γι' αυτό και δεν εκκλησιάζομαι πλέον μαζί σου».

Harold S. Kushner