13/7/17

Αντικαθιστώντας τον Θεό




Μια από τις αγαπημένες μου ιστορίες είναι αυτή που μιλάει για εκείνον τον εξέχοντα εφημέριο, ο οποίος συνά­ντησε τυχαία στον δρόμο έναν πιστό από το εκκλησίασμά του και του είπε: «Δεν σε έχω δει τις τελευταίες εβδομάδες στο Ναό. Είσαι καλά;». Ο άνδρας απάντησε: «Καλά είμαι. Πήγαινα, όμως, και λάτρευα τον Θεό σε μια άλλη μικρή ενορία στην άλλη άκρη της πόλης». Ο εφημέριος είπε: «Νιώθω πραγματικά έκπληκτος που το ακούω. Τον ξέρω τον ιερέα αυτής της ενορίας. Είναι ένας αρκε­τά καλός άνθρωπος, δεν είναι, όμως, τόσο καλός, όσο εγώ, ούτε στη μελέτη της Βίβλου ούτε στο κήρυγμα. Δεν έχει τις δικές μου ηγετικές ικανότητες. Τι θα μπορούσες, άραγε να κερδίσεις εγκαταλείποντας τη δική μου ενορία και λατρεύοντας τον Θεό στη δική του;». Τότε ο πιστός του απάντησε: «Όλα αυτά είναι πολύ αληθινά, διαθέτει, όμως, άλλα χαρίσματα. Για παράδειγμα, μπορεί να διαβάζει τη σκέψη και μου μαθαίνει να τη διαβάζω κι εγώ. Θα σου δείξω. Σκέψου κάτι. Συγκεντρώσου σε αυτό. Θα διαβάσω τη σκέψη σου και θα σου πω τι σκεφτόσουν». Ο ιερέας συγκεντρώθηκε για μερικές στιγμές και τότε ο πιστός ρίσκαρε την εξής απάντηση: «Σκεφτόσουν τον στίχο των Ψαλμών: «Έχω επίγνωση ότι ο Κύριος είναι πάντα παρών κοντά μου, καθώς στα δεξιά μου στέκεται, για να μην κλονιστώ» (Ψαλμός 15, 8)». Ο εφημέριος αναφώνησε: «Χα, κά­νεις λάθος! Καθόλου δεν σκεφτόμουν αυτό». Τότε ο πιστός του απάντησε: «Ναι, το ξέρω ότι δεν σκεφτόσουν αυτό, γι' αυτό και δεν εκκλησιάζομαι πλέον μαζί σου».

Harold S. Kushner

Η πρώτη εξομολόγηση

«Θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον».
Θυμάμαι τι μου συνέβη, όταν για πρώτη φορά με αληθινή συντριβή για τις αμαρτίες μου πήγα στην εξομολόγηση. Όλη η ζωή που έζησα ορθώθηκε μπροστά μου ως αδικία από την αρχή ως το τέλος. Όταν συνάντησα τον ιερέα, δεν μπορούσα να μιλήσω καθόλου από τη θλίψη, τα δάκρυα, τον καρδιακό πόνο, αλλά μόνον έκλαιγα. Και πιστέψτε με, πριν ακόμη αρχίσω να μιλώ για τις αμαρτίες μου, ο Ίδιος ο Κύριος «ἐξῆλθε πρός συνάντησίν μου» και έπεσε στον τράχηλό μου και με κατεφίλησε, και ήμουν γι’ Αυτόν αγαπητός, χωρίς να περιμένει από μένα πότε θα πω «συγχώρησον», όπως και στην παραβολή ο άσωτος υιός είπε, «συγχώρησον, Πά­τερ, ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν Σου», όταν ήδη ο Πατέρας τον δέχθηκε στην αγκαλιά Του.
Κατηγορούσα τον εαυτό μου σε όλα. Ο Κύριος όμως δεν πρόφερε ούτε ένα λόγο μομφής· μόνο χαιρόταν «ὅτι ὁ υἱός αὐτός ἀπολωλώς ἧν καί εὑρέθη, νεκρός ἧν καί ἀνέστη».
Τί νύχτα ήταν εκείνη! Μου είναι αδύνατο να τη διηγηθώ. Πόσο μας αγαπά ό Κύριος!

Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ