26/10/12

Ως εν ουρανώ...

 Så som i himmelen - As it is in Heaven, 132'  (2004)



To "Ως εν Ου­ρα­νώ" είναι μία βρα­βευ­μέ­νη Σου­η­δι­κή ται­νί­α, του σκη­νο­θέ­τη Kay Pollak, με τους κα­λούς η­θο­ποι­ούς Michael Nyqvist Frida Hallgren.

 

Έ­νας παγ­κο­σμί­ως δι­ά­ση­μος μα­έ­στρος, ό­ταν μα­θαί­νει ό­τι πρό­κει­ται να πε­θά­νει, α­πο­σύ­ρε­ται συν­τε­τριμ­μέ­νος στο χω­ριό ό­που εί­χε γεν­νη­θεί. Ε­κεί, πεί­θε­ται να α­να­λά­βει την ε­ρα­σι­τε­χνι­κή χο­ρω­δί­α της το­πι­κής ε­νο­ρί­ας. Τα­πει­νω­μέ­νος α­πό τον φό­βο του θα­νά­του θα κερ­δί­σει τα μέ­λη της χο­ρω­δί­ας, δι­δά­σκον­τάς τους με πά­θος την α­γά­πη για την μου­σι­κή και δί­νον­τας τους νό­η­μα ζω­ής. Αυ­τό θα προκαλέσει την αν­τί­δρα­ση του που­ρι­τα­νού προ­τε­στάν­τη πά­στο­ρα, που βλέ­πει τα μέ­λη της ε­νο­ρί­ας να εν­δι­α­φέ­ρον­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο για την μέ­θε­ξη της κοι­νής χα­ράς της χο­ρω­δί­ας, α­πό τα α­νού­σια κυ­ρήγ­μα­τά του. Το εκ­κλη­σί­α­σμα θα με­τα­φερ­θεί α­πό τον Να­ό στο πνευ­μα­τι­κό κέν­τρο και οι κάτοικοι, μαζί και η γυναίκα του πάστορα, θα α­να­πνεύ­σουν πνο­ή α­λη­θι­νών σχέ­σε­ων. 

Η ται­νί­α δεν εί­ναι αν­τι­εκ­κλη­σι­α­στι­κή, αλ­λά θί­γει ευ­θέ­ως τον φα­ρι­σα­ϊ­σμό και την υ­πο­κρι­σί­α του προ­τε­σταν­τι­κού ευ­σε­βι­σμού. Προ­τάσ­σει την α­γά­πη, την ει­λι­κρί­νεια και την ευ­θύ­τη­τα ως α­πο­τέ­λε­σμα του πό­νου στην ζω­ή των αν­θρώ­πων.

  Πλήρης παρουσίαση της ταινίας, εδώ στο AΡΧΑΓΓΕΛΩΝ ΤΑΙΝΙΟΡΑΜΑ, από τον Μ.Ψ.

18/10/12

ΓΙΑ ΤΑ... ΠΑΝΤΕΛΟΝΙΑ





                
Δήμητρα Συνετοῦ, "θεολόγος"



Νά μᾶς συγ­χω­ρή­σουν ὅ­σοι θά ἐ­νο­χλη­θοῦν ἀ­πό αὐ­τό τό κεί­με­νο, ἀλ­λά ὑ­πο­χρέ­ω­σή μας εἶ­ναι νά ἀ­να­ζη­τοῦ­με δια­ρκῶς τήν ἀ­λή­θεια, προ­σπα­θών­τας νά ἐν­νο­ή­σου­με τί εἶ­ναι θε­ο­λο­γι­κά σω­στό καί τί εἶ­ναι ἁ­πλῶς μιά συν­τη­ρη­τι­κή ἀν­τί­λη­ψη τῆς ἐ­πο­χῆς, πού θά πρέ­πει νά ἀ­πο­σα­φη­νι­στεῖ. 

  
Ἡ πα­ρε­ξή­γη­ση σχε­τι­κά μέ τά παν­τε­λό­νια ξε­κί­νη­σε στήν Εὐ­ρώ­πη τόν 18ο αἰ­ῶ­να, ὅ­ταν οἱ γυ­ναῖ­κες πού δού­λευ­αν στήν βι­ο­μη­χα­νί­α θέ­λη­σαν νά φο­ρέ­σουν παν­τε­λό­νια γιά λό­γους πρα­κτι­κό­τη­τας καί ἀ­σφα­λεί­ας (ὅ­πως γιά πα­ρά­δειγ­μα στά ἀν­θρα­κω­ρυ­χεῖ­α τῆς Μ. Βρετ­τα­νί­ας). Τήν ἴ­δια ἀ­νάγ­κη εἶ­χαν καί γυ­ναῖ­κες ἀ­γρό­τισ­σες πού οἱ μα­κρι­ές φοῦ­στες τίς ἐμ­πό­δι­ζαν στίς γε­ωρ­γι­κές ἐρ­γα­σί­ες. Με­γά­λες ἦ­ταν οἱ ἀν­τι­δρά­σεις τῆς ἀν­δρο­κρα­τού­με­νης κοι­νω­νί­ας, ἀ­κό­μα καί στό με­τα­ε­πα­να­στα­τι­κό Πα­ρί­σι, ὅ­που σχε­τι­κή δι­ά­τα­ξη τῆς Ἀ­στυ­νο­μι­κῆς Δι­εύ­θυν­σης (1799), ἀ­πα­γό­ρευ­ε τά παν­τε­λό­νια στίς γυ­ναῖ­κες γιά λό­γους… ὑ­γι­ει­νῆς. 

Ἡ προ­τε­σταν­τι­κή θε­ο­λο­γί­α πού ἐ­κεί­νη τήν ἐ­πο­χή ἐκ­φρα­ζό­ταν μέ­σα ἀ­πό εὐ­σε­βι­στι­κές τά­σεις (Που­ρι­τα­νι­σμός στήν Ἀγ­γλί­α καί τήν Ἀ­με­ρι­κή, Πι­ε­τι­σμός στήν Γερ­μα­νί­α), ἀν­τέ­δρα­σε ἀ­μέ­σως. Κι ἡ ἀν­τί­δρα­ση ἦ­ταν με­γά­λη για­τί τήν ἴ­δια πε­ρί­που πε­ρί­ο­δο, στήν Εὐ­ρώ­πη πα­ρου­σι­ά­ζον­ται τά πρῶ­τα κι­νή­μα­τα ὑ­πέρ τῶν δι­και­ω­μά­των τῆς ψή­φου τῶν γυ­ναι­κῶν, κυ­ρί­ως ἀ­πό ἀ­στές πού πο­λε­μοῦ­σαν τό τό­τε θρη­σκευ­τι­κό κα­τε­στη­μέ­νο καί με­τα­ξύ τῶν ἄλ­λων...φο­ροῦ­σαν παν­τε­λό­νια.

Ἐ­πι­κα­λέ­στη­καν οἱ δυ­τι­κοί Θε­ο­λό­γοι ἕ­να ἐ­δά­φιο ἀ­πό τό Δευ­τε­ρο­νό­μιο (22,5) πού ἀ­να­φέ­ρει: «Οὐκ ἔ­σται σκεύ­η ἀν­δρὸς ἐ­πὶ γυ­ναι­κί, οὐ­δὲ μὴ ἐν­δύ­ση­ται ἀ­νὴρ στο­λὴν γυ­ναι­κεί­αν, ὅ­τι βδέ­λυγ­μα Κυ­ρί­ῳ τῷ Θε­ῷ σού ἐ­στι πᾶς ὁ ποι­ῶν ταῦ­τα», δη­λα­δή: Δέν θά φο­ρε­θοῦν ἐν­δύ­μα­τα ἀν­δρός σέ γυ­ναῖ­κα, οὔ­τε ἄν­δρας θά φο­ρέ­σει ἀμ­φί­ε­ση γυ­ναι­κεί­α, δι­ό­τι ὅ­ποι­ος τά κά­νει αὐ­τά θά εἶ­ναι βδε­λυ­ρός γιά τόν Θε­ό. Ὅ­μως ἄν ἐ­ξε­τά­σου­με μέ προ­σο­χή τό ἐ­δά­φιο, πα­ρα­τη­ροῦ­με ὅ­τι ἀ­να­φέ­ρε­ται στήν ἀμ­φί­ε­ση ὡς σύ­νο­λο κι ὄ­χι σέ συγ­κε­κρι­μέ­να ἐν­δύ­μα­τα. Κα­τα­λα­βαί­νου­με ὅ­τι στό Δευ­τε­ρο­νό­μιο ἀ­να­φέ­ρε­ται σέ μιά γε­νι­κό­τε­ρη στά­ση ζω­ῆς ὅ­που συγ­χέ­ον­ται οἱ ρό­λοι ἄν­δρα καί γυ­ναῖ­κας.

Ἕ­να ἄλ­λο χω­ρί­ο πού προ­έ­βαλ­λαν (καί προ­βάλ­λουν ἀ­κό­μα κά­ποι­ε­ς  προ­τε­σταν­τι­κές ὁ­μο­λο­γί­ες τῶν ΗΠΑ), εἶ­ναι αὐ­τό τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου, (Α΄Τι­μόθ. β’, 9-10): «ὡ­σαύ­τως καὶ τὰς γυ­ναῖ­κας ἐν κα­τα­στο­λῇ κο­σμί­ῳ, με­τὰ αἰ­δοῦς καὶ σω­φρο­σύ­νης κο­σμεῖν ἑ­αυ­τάς, μὴ ἐν πλέγ­μα­σι ἢ χρυ­σῷ ἢ μαρ­γα­ρί­ταις ἢ ἱ­μα­τι­σμῷ πο­λυ­τε­λεῖ, ἀλ­λ’ ὃ πρέ­πει γυ­ναι­ξὶν ἐ­παγ­γελ­λο­μέ­ναις θε­ο­σέ­βειαν, δι’ ἔρ­γων ἀ­γα­θῶν». Πα­ρ’ ὅ­τι τό ἐ­δά­φιο ἀ­να­φέ­ρε­ται στίς γυ­ναῖ­κες πού δι­α­κο­νοῦν, εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως λο­γι­κό νά προ­τρέ­πει ὁ Ἀ­πό­στο­λος τίς Χρι­στια­νές γυ­ναῖ­κες νά μήν ἐ­πι­δει­κνύ­ουν τόν πλοῦ­το τους καί νά μήν προ­κα­λοῦν, ἀλ­λά νά ντύ­νον­ται κό­σμια.  

Ἐ­πί­σης, κά­ποι­οι ἐ­πι­κα­λοῦν­ται τόν κα­νό­να ΙΓ΄ τῆς Συ­νό­δου τῆς Γάγ­γρας (343), που ἀ­να­φέ­ρει: «Εἴ τις γυ­νὴ διὰ νο­μι­ζο­μέ­νην ἄ­σκη­σιν με­τα­βάλ­λοι­το ἀμ­φί­ε­σμα, καὶ ἀν­τὶ τοῦ εἰ­ω­θό­τος γυ­ναι­κεί­ου ἀμ­φι­έ­σμα­τος ἀν­δρῷ­ον ἀ­να­λά­βοι, ἀ­νά­θε­μα ἔ­στω». Ὀ­ρί­ζει, δη­λα­δή, ὅ­τι οἱ ἀ­σκή­τρι­ες δέν πρέ­πει νά φο­ρᾶ­νε ἀν­δρι­κά ροῦ­χα, γιά πρα­κτι­κούς λό­γους (γιά νά δι­ευ­κο­λύ­νουν τήν ἀ­σκη­τι­κή ζω­ή). 

Νά ση­μει­ώ­σου­με ἐ­δῶ πώς στήν ἐ­πο­χή τοῦ Ἀ­πο­στό­λου, ἀλ­λά καί κα­τά τήν πε­ρί­ο­δο πού ἔ­γι­νε ἡ προ­α­να­φε­ρό­με­νη Σύ­νο­δος, ἄν­δρες καί γυ­ναῖ­κες φο­ροῦ­σαν πα­ρό­μοι­ους χι­τῶ­νες κι αὐ­τό πού προσ­δι­ό­ρι­ζε τήν δι­α­φο­ρά ἦ­ταν ὁ σχε­δια­σμός καί οἱ λε­πτο­μέ­ρεια. Συ­νε­πῶς, κά­τι ἄλ­λο ἐν­νο­οῦν οἱ πα­ραι­νέ­σεις τῶν πα­τέ­ρων.

Ε­πί­σης, ἄς θυ­μη­θοῦ­με ὅ­τι στόν τό­πο μας κα­τά τήν διά­ρκεια τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας ἦ­ταν συ­νη­θι­σμέ­νο νά φο­ροῦν οἱ ἄν­δρες φου­στα­νέ­λες. Ἡ φου­στα­νέ­λα ἦ­ταν πα­ρα­δο­σια­κό ἔν­δυ­μα τῶν ἀν­δρῶν στά Ὀρ­θό­δο­ξα Βαλ­κά­νια μέ­χρι τήν δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1890, ὁ­πό­τε καί ἀν­τι­κα­τα­στά­θη­κε γιά λό­γους μό­δας ἀ­πό "τά φράγ­κι­κα", δη­λα­δή τό παν­τε­λό­νι. Ἀλ­λά καί οἱ γυ­ναῖ­κες φο­ροῦ­σαν σέ πολ­λά νη­σιά βρά­κες, ὅ­πως βλέ­που­με νά ἀ­πει­κο­νί­ζον­ται σέ γκρα­βοῦ­ρες καί ζω­γρα­φι­ές τῆς ἐ­πο­χῆς. Κα­νείς ἡ­γού­με­νος δέν σκέ­φτη­κε νά ἀ­πα­γο­ρεύ­σει στούς θε­ο­σε­βού­με­νους Κο­λο­κο­τρώ­νη καί Μα­κρυ­γιά­ννη νά μποῦν σέ κά­ποι­ο μο­να­στῆ­ρι οὔ­τε ὁ Πα­τριά­ρχης νά βγά­λει κά­ποι­α ἐγ­κύ­κλιο, για­τί ἁ­πλού­στα­τα δέν ἐ­πη­ρέ­α­ζαν ἀ­κό­μα τά θρη­σκευ­τι­κά πράγ­μα­τα ξέ­νοι ἱ­ε­ρα­πό­στο­λοι, οἱ ὁ­ποῖ­οι με­τά τήν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση μᾶς βομ­βάρ­δι­σαν στήν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α μέ πλῆ­θος ἐν­τύ­πων καί μᾶς ἐ­πη­ρέ­α­σαν σέ πολ­λά ζη­τή­μα­τα, πού ἀ­κό­μα δυ­στυ­χῶς δέν ἔ­χου­με ξε­πε­ρά­σει. Βέ­βαι­α, εἶ­ναι κα­τα­νο­η­τό πό­σο προ­κλη­τι­κό μπο­ρεῖ νά φαι­νό­ταν τό «εί­σα­γό­με­νο» ἀ­πό τήν Δύ­ση παν­τε­λό­νι στήν ἀ­γρο­τι­κή ἑλ­λη­νι­κή κοι­νω­νί­α τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ αἰ­ῶ­να, ἄν ἀ­να­λο­γι­στοῦ­με πῶς ντύ­νον­ταν τό­τε οἱ γυ­ναῖ­κες.

Ἐ­πα­νερ­χό­μα­στε στό βα­σι­κό ἐ­ρώ­τη­μα: Πρέ­πει νά ἀ­σχο­λού­μα­στε  μέ τά παν­τε­λό­νια τῶν γυ­ναι­κῶν ἤ μή­πως τό «πρό­βλη­μα» προ­έρ­χε­ται μό­νο ἀ­πό τίς ἱ­στο­ρι­κές συγ­κυ­ρί­ες καί ἔ­χει ξε­πε­ρα­στεῖ; Ὅ­πως προ­εί­πα­με, εἶ­ναι προ­φα­νές ὅ­τι τό Δευ­τε­ρο­νό­μιο καί ἡ Σύ­νο­δος τῆς Γάγ­γρας ἀ­να­φέ­ρον­ται σέ συ­νο­λι­κή ἐν­δυ­μα­σί­α πού πα­ρα­πέμ­πει στό ἕ­να ἤ τό ἄλ­λο φύ­λο κι ὄ­χι σέ συγ­κε­κρι­μέ­να ροῦ­χα. Σή­με­ρα εἶ­ναι κοι­νός τό­πος πώς μέ τά παν­τε­λό­νια οἱ γυ­ναῖ­κες δέν προ­σπα­θοῦν νά μοιά­σουν στούς ἄν­δρες, ἀλ­λά νά ἔ­χουν τήν δυ­να­τό­τη­τα μιᾶς πιό πρα­κτι­κῆς ἀμ­φί­ε­σης. Μπο­ρεῖ στό πα­ρελ­θόν τά παν­τε­λό­νια νά τά φό­ρε­σαν φε­μι­νί­στρι­ες πού ἐ­νο­χλοῦ­σαν μέ τήν ἀμ­φί­ε­σή τους καί τά πι­στεύ­ω τους, ἀλ­λά δέν κα­τα­λα­βαί­νου­με  τί νό­η­μα ἔ­χει σή­με­ρα νά μήν τά ἐ­πι­τρέ­που­με στήν Ἐκ­κλη­σί­α.

Δό­ξα τῷ Θε­ῷ, ὅ­λα αὐ­τά ἔ­χουν ξε­πε­ρα­στεῖ καί μπρο­στά στίς δύ­σκο­λες προ­κλή­σεις τῆς ἐ­πο­χῆς μας, οἱ γυ­ναῖ­κες ἀ­γω­νι­ζό­μα­στε «έν πνεύ­μα­τι καί ἀ­λη­θεί­ᾳ» νά συμ­με­τέ­χου­με στήν ζω­ή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας καί μα­ζί μέ τούς ἀ­δελ­φούς μας νά ἐρ­γα­ζό­μα­στε γιά τήν δι­ά­δο­ση τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου, σέ και­ρούς δύ­σκο­λους καί πο­νη­ρούς.




ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΥΨΗΛΗΣ... ΡΑΠΤΙΚΗΣ !



Δέσποινα Ζαμάνη - Κόλλια, Θεολόγος



Μί­α ἀ­γα­πη­μέ­νη ἀ­σχο­λί­α τῶν λε­γο­μέ­νων (δη­λα­δή αὐ­τα­πα­τω­μέ­νων) ἀν­θρώ­πων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι ἡ κο­πτι­κή ρα­πτι­κή! Ἄν­δρες καί γυ­ναῖ­κες ἐ­πι­δί­δον­ται με­τά μα­νί­ας (συ­νει­δη­τά ἤ ἀ­συ­νεί­δη­τα) στό νά κό­ψουν καί νά ρά­ψουν ἕ­ναν Θε­ό στά μέ­τρα τους. Σέ ἀν­τί­θε­ση μέ τό «τόν νυμ­φῶ­να σου βλέ­πω, Σω­τήρ μου, κε­κο­σμη­μέ­νον, καί ἔν­δυ­μα οὐκ ἔ­χω, ἵ­να εἰ­σέλ­θω ἐν αὐ­τῷ», ὅ­που ὁ­μο­λο­γοῦ­με τήν ἐ­σω­τε­ρι­κή μας γύ­μνια καί ἐ­κλι­πα­ροῦ­με τή θεί­α χά­ρη νά ντύ­σει τήν ψυ­χή μας, προ­τι­μᾶ­με (τό α´ πλη­θυν­τι­κό πρό­σω­πο γιά λό­γους αὐ­το­γνω­σί­ας) νά φο­ρέ­σου­με τό κου­στού­μι τοῦ ἐ­γω­ι­σμοῦ, τῆς ἄ­γνοι­ας ἤ τῆς ἡ­μι­μά­θειας καί τῆς ἀ­λα­ζο­νεί­ας.

Ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φή, τά ἱ­ε­ρά κεί­με­να τῶν Πα­τέ­ρων καί Δι­δα­σκά­λων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, ἡ πνευ­μα­τι­κή κα­θο­δή­γη­ση ἀ­πό τόν ἱ­ε­ρέ­α, τά φω­τι­σμέ­να κη­ρύγ­μα­τα ἐκ­μη­δε­νί­ζον­ται ἀ­πό τήν ἀ­το­μι­κή ἑρ­μη­νεί­α τοῦ πε­ρί Θε­οῦ λό­γου, ἡ ὁ­ποί­α οὐ­δε­μί­α σχέ­ση ἔ­χει μέ τήν ὀρ­θό­δο­ξη δι­δα­σκα­λί­α. Ἡ με­λέ­τη τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου γί­νε­ται (ἄν γί­νε­ται) ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κά ἐ­νῶ πολ­λά δέν δι­α­βά­ζον­ται κἄν ὡς γνω­στά ἀ­πό τά χρό­νια τοῦ σχο­λεί­ου (!) ἤ γνω­στά ἐξ ἀ­κο­ῆς σέ ἐ­πι­φα­νεια­κές συ­ζη­τή­σεις καί ὄ­χι ἐξ ἰ­δί­οις ὄμ­μα­σι μέ νοῦ κα­θα­ρό, καρ­διά φλε­γό­με­νη καί δέ­ος ἀ­λη­θι­νό γιά τά ἀ­πο­κε­κα­λυμ­μέ­να. Ἡ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή μας πα­ρά­δο­ση νο­θευ­μέ­νη ἀ­πό πα­γα­νι­στι­κές συ­νή­θει­ες, αἱ­ρε­τι­κές ἀν­τι­λή­ψεις, ἀ­φε­λεῖς ἐ­κλα­ϊ­κεύ­σεις ἔ­χει κα­ταν­τή­σει ἕ­να μπερ­δε­μέ­νο κου­βά­ρι δί­χως νό­η­μα καί σκο­πό.

Ἱ­ε­ρεῖς μέ βα­θιά θε­ο­λο­γι­κή κα­τάρ­τι­ση, συ­νε­χή ἀ­να­ζή­τη­ση καί συ­νέ­πεια στήν τή­ρη­ση τῶν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶν πραγ­μά­των ἀν­τι­με­τω­πί­ζον­ται ὡς εἰ­ση­γη­τές νε­ω­τε­ρι­σμῶν στή λα­τρεί­α, ἀ­κρι­βῶς για­τί τό­σο πο­λύ ἔ­χουν ξε­χα­στεῖ τά λό­για καί τά ἔρ­γα τοῦ Κυ­ρί­ου μας, τῶν Ἀ­πο­στό­λων, τῶν Ἁ­γί­ων. Βέ­βαι­α, γιά τή λή­θη αὐ­τή εὐ­θύ­νη ἔ­χει καί με­ρί­δα ἱ­ε­ρέ­ων, οἱ ὁ­ποῖ­οι δέν γνω­ρί­ζουν (καί δέν θέ­λη­σαν νά μά­θουν) τή ση­μα­σί­α τοῦ πῶς καί τοῦ για­τί τῆς λα­τρευ­τι­κῆς μας ζω­ῆς, μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά προ­κα­λοῦν σύγ­χυ­ση στούς πι­στούς. Οἱ τε­λευ­ταῖ­οι ἀ­σφα­λῶς δέν εἶ­ναι ἄ­μοι­ροι εὐ­θυ­νῶν, ἀ­φοῦ βο­λεύ­ον­ται σέ ὅ,τι πιό ἁ­πλό (ἄς εἶ­ναι καί λαν­θα­σμέ­νο) καί ἄ­κο­πο στόν πνευ­μα­τι­κό τους ἀ­γῶ­να. Νοι­ώ­θουν τόν Θε­ό τυ­πι­κό ἐ­πι­σκέ­πτη στή ζω­ή τους ἤ Τόν ὑ­πο­βι­βά­ζουν στά ἀν­θρώ­πι­να μέ­τρα προσ­δί­δον­τάς Του τίς ἀ­δυ­να­μί­ες, τά λά­θη καί τά πά­θη τους

Κα­τά­λη­ξη ὅ­λων αὐ­τῶν εἶ­ναι ἕ­νας Θε­ός με­τα­ποι­η­μέ­νος. Ἕ­νας Θε­ός πού τά μέ­τρα Του αὐ­ξο­μει­ώ­νον­ται˙ εἶ­ναι πα­νύ­ψη­λος ὅ­ταν δυ­στυ­χοῦ­με για­τί τό­τε μό­νο πι­στεύ­ου­με ὅ­τι Αὐ­τός ἔ­χει τή δύ­να­μη νά μᾶς βο­η­θή­σει, ἐ­νῶ γί­νε­ται νά­νος ὅ­ταν ὑ­ψώ­νου­με ἐ­γω­ϊ­στι­κά τό θέ­λη­μά μας. Φτά­νου­με στό ση­μεῖ­ο νά λέ­με θυ­μο­σο­φι­κά ὅ­τι «τό πο­λύ τό Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον τό βα­ρι­έ­ται κι ὁ Θε­ός» (εἶ­ναι δυ­να­τόν ἡ καρ­δια­κή προ­σευ­χή νά ἔ­χει πο­τέ τε­λει­ω­μό;) ἤ νά προ­βάλ­λου­με ἕ­ναν Θε­ό τι­μω­ρό ὅ­ταν ζη­τᾶ­με ἐκ­δί­κη­ση, ἕ­ναν Θε­ό πού πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται στό χῶ­ρο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί στήν ὑ­πό­λοι­πη ζω­ή μας τόν ἀ­γνο­οῦ­με παν­τε­λῶς, ἕ­ναν Θε­ό πού κά­νει δι­α­κρί­σεις ἀ­νά­με­σα σέ ἄν­δρες καί γυ­ναῖ­κες (κα­τά­λοι­πο τῶν ἀν­δρο­κρα­τού­με­νων κοι­νω­νι­ῶν), ἕ­ναν Θε­ό πού ζη­τεῖ τά­μα­τα καί ὑ­λι­κές ἀ­πο­δεί­ξεις τῆς πί­στης μας, ἕ­ναν Θε­ό πού ἐ­κτι­μᾷ τά φροῦ - φροῦ κι ἀ­ρώ­μα­τα ὅ­ταν μυ­στη­ρια­κά ἁ­γιά­ζει κα­θο­ρι­στι­κές ἀν­θρώ­πι­νες στιγ­μές (βά­πτι­ση, γά­μος), ἕ­ναν Θε­ό τε­λε­τάρ­χη πού εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ος γιά τίς κοι­νω­νι­κές μας ἐκ­δη­λώ­σεις. Προ­βάλ­λου­με ἕ­ναν Θε­ό γα­στρεν­τε­ρο­λό­γο πού ἀ­να­λύ­ει τίς τρο­φές πού κα­τα­να­λώ­σα­με σέ πε­ρί­ο­δο νη­στεί­ας καί ὄ­χι τίς φω­νές πού ἐ­ξα­πο­λύ­σα­με χαι­ρέ­κα­κα, ὑ­βρι­στι­κά, κου­τσομ­πο­λί­στι­κα, ὀρ­γι­σμέ­να στό συ­νάν­θρω­πό μας, ἕ­ναν Θε­ό πού συ­ναν­τᾶ­με τό βρά­δυ τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως γιά 10 λε­πτά ἔ­χον­τας πα­ρα­βλέ­ψει τή σταυ­ρι­κή Του πο­ρεί­α, ἕ­ναν Θε­ό πού λά­θε­ψε ὅ­τι πλη­σί­ον εἶ­ναι ὁ κά­θε ἄν­θρω­πος ἀ­νε­ξαρ­τή­του ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν δι­α­φο­ρῶν, ἕ­ναν Θε­ό πού δί­δα­ξε ἁ­πλᾶ μί­α ἀ­κό­μα ἠ­θι­κή καί ὄ­χι τήν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κή λύ­τρω­σή μας. Ἐν τέ­λει προ­βάλ­λου­με ἕ­ναν Θε­ό ἐκ­ποι­η­μέ­νο.

Τά ὅ­σα κα­κῶς ἔ­χουν πα­ρει­σφρή­σει λό­γῳ ἐλ­λι­ποῦς κα­τη­χή­σε­ως εἴ­τε ἐ­ξαι­τί­ας ἀ­θρό­ας ἔν­τα­ξης πι­στῶν (ἀ­πό τόν 4ο κυ­ρί­ως αἰ­ῶ­να λό­γῳ ἀ­νε­ξι­θρη­σκί­ας) πού κου­βα­λοῦ­σαν τίς εἰ­δω­λο­λα­τρι­κές ἤ ἰ­ου­δα­ϊ­κές δο­ξα­σί­ες τους εἴ­τε σέ δύ­σκο­λους και­ρούς (ὑ­πο­δου­λώ­σεις καί σκλα­βιά) εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο νά ἐ­ξο­βε­λι­στοῦν ἀ­πό τή θε­ο­λο­γί­α καί τή λει­τουρ­γι­κή ζω­ή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ὁ πραγ­μα­τι­κά ἀ­γω­νι­ζό­με­νος χρι­στια­νός ὀ­φεί­λει νά ἀ­παι­τή­σει τήν κά­θαρ­ση τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας ἀ­πό πα­ρα­νο­ή­σεις – ἠ­θε­λη­μέ­νες ἤ μή – νά ἐν­νο­ή­σει πώς τί­πο­τα στήν Ἐκ­κλη­σί­α δέν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο καί νά ἀρ­νη­θεῖ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε δι­α­στρέ­βλω­ση – ὅ­σο βο­λι­κή κι ἄν εἶ­ναι – τῆς εἰ­κό­νας τοῦ Θε­οῦ. Ἀν­τί λοι­πόν νά ψα­λι­δί­ζου­με τή θεί­α ἀ­λή­θεια, κα­λού­μα­στε νά μπα­λώ­σου­με τό δι­ά­τρη­το ἀ­πό τίς βο­λές τοῦ πο­νη­ροῦ σῶ­μα μας καί νά ἐ­πι­δι­ορ­θώ­σου­με τά κου­ρέ­λια τῆς δι­κῆς μας ψυ­χῆς καί τό­τε εἶ­ναι σί­γου­ρο πώς δέν θά νοι­ώ­σου­με στήν καρ­διά μας πο­τέ πα­γω­νιά για­τί ὅ­ποι­ος εἰς Χρι­στόν ἐ­βα­πτί­σθη, Χρι­στόν ἐ­νε­δύ­θη.


15/10/12

ΣΤΩΜΕΝ ΚΑΛΩΣ !


Του Μη­τρο­πο­λί­τη Σι­σα­νί­ου και Σι­α­τί­στης Παύ­λου* 




 

Δύ­ο λό­για νοι­ώ­θω την α­νάγ­κη να πω ξέ­ρον­τας πως θα ε­νο­χλή­σουν πολ­λούς. Α­φορ­μή τα ό­σα δι­α­δρα­τί­στη­καν με έ­να ά­θλιο έρ­γο. 

Μέ­χρι τα πρό­σφα­τα γε­γο­νό­τα η αν­τι­κει­με­νι­κή κρι­τι­κή εί­χε α­πο­φαν­θεί ό­τι πρό­κει­ται για έ­να έρ­γο αμ­φι­βό­λου καλ­λι­τε­χνι­κής α­ξί­ας, για μια με­τρι­ό­τη­τα. 

Η δεύ­τε­ρη πλη­ρο­φο­ρί­α που εί­χα­με εί­ναι ό­τι οι συν­τε­λε­στές του, θα ε­πε­δί­ω­καν την σύγ­κρου­ση με την Εκ­κλη­σί­α για κα­θα­ρά δι­α­φη­μι­στι­κούς και ει­σπρα­κτι­κούς λό­γους. 

Ή­δη κά­ποι­οι γνω­στοί, α­γα­να­κτι­σμέ­νοι πάν­τα με τους άλ­λους και πο­τέ με τον ε­αυ­τό τους, ρω­τού­σαν τι κά­νει η Ι­ε­ρά Σύ­νο­δος. 

Η Σύ­νο­δος όν­τως α­πα­σχο­λή­θη­κε με το θέ­μα, το συ­ζή­τη­σε, εί­χε τις πλη­ρο­φο­ρί­ες για την ε­πι­δι­ω­κό­με­νη σύγ­κρου­ση εκ μέ­ρους των συν­τε­λε­στών της ται­νί­ας και α­πο­φά­σι­σε να αν­τι­δρά­σει με σύ­νε­ση, χω­ρίς ό­μως να τους προ­σφέ­ρει την ε­πι­δι­ω­κό­με­νη ευ­και­ρί­α.

Πάν­τα ό­μως υ­πάρ­χουν ε­κεί­νοι που θε­ω­ρούν μό­νο τη γνώ­μη τους σω­στή. Ε­κεί­νοι που πι­στεύ­ουν ό­τι κά­θε ά­πο­ψη δι­α­φο­ρε­τι­κή α­πό τη δι­κή τους εί­ναι προ­δο­τι­κή. 

Λη­σμό­νη­σαν ό­τι το κα­λό πρέ­πει να γί­νε­ται κα­λά για να εί­ναι κα­λό.
Τε­λι­κά οι θλι­βε­ροί συν­τε­λε­στές του έρ­γου πέ­τυ­χαν στο στό­χο τους.

Δι­α­φη­μί­στη­καν, πα­ρου­σι­ά­στη­καν σαν θύ­μα­τα οι πραγ­μα­τι­κοί θύ­τες, πα­ρου­σί­α­σαν σαν τέ­χνη, την χυ­δαι­ό­τη­τα του ε­σω­τε­ρι­κού τους κό­σμου, τέ­θη­καν υ­πό την προ­στα­σί­α του γνω­στού λόμ­πυ Τα­τσό­που­λος-Ρε­πού­ση και σί­α και έ­τσι πέ­τυ­χαν οι δή­θεν υ­πε­ρα­σπι­σταί του Χρι­στού να γί­νουν οι κα­λύ­τε­ροι δι­α­φη­μι­στές μιας χυ­δαί­ας με­τρι­ό­τη­τας. 

Να πα­ρου­σια­στεί σαν τέ­χνη το ά­τε­χνο, σαν ση­μαν­τι­κό το α­σή­μαν­το, να φα­νούν σαν σπου­δαί­οι οι με­τρι­ό­τη­τες, να πα­ρι­στά­νουν τους η­θοποι­ους οι φθο­ρείς και δι­α­φθο­ρείς του ή­θους και της α­ξι­ο­πρέ­πειας, α­νή­γα­γαν σε με­γέ­θη α­σή­μαν­τα τα θλι­βε­ρά αν­θρω­πά­κια.

Ναι εί­μαι θυ­μω­μέ­νος με αυ­τούς τους ψευ­το-ο­μο­λο­γη­τές και ψευ­το-ή­ρω­ες.

Να τα πά­ρω ό­μως τα πράγ­μα­τα με την σει­ρά.

Θά με ε­ρω­τή­σε­τε: Δεν σε ε­νό­χλη­σε αυ­τό το ά­θλιο έρ­γο; Α­σφα­λώς και πο­λύ. 

Ό­ταν ξέ­ρεις ποι­ός εί­ναι ο Χρι­στός που α­γα­πάς και πι­στεύ­εις και Τον δι­α­κο­νείς σε ό­λη σου τη ζω­ή ε­νο­χλεί­σαι. Ε­νο­χλεί­σαι α­πό το κα­τάν­τη­μα των αν­θρώ­πων, α­πό την α­πί­στευ­η δι­α­στρο­φή της ψυ­χής τους, α­πό τα θλι­βε­ρά α­πω­θη­μέ­να και τις μει­ο­νε­ξί­ες τους.

Λυ­πά­σαι για τη φτή­νεια τους, που προ­σπα­θούν να την που­λή­σουν για τέ­χνη. Ό­μως ξέ­ρεις: Ο Χρι­στός σου δεν έ­χει καμ­μί­α σχέ­ση με το πε­ρι­ε­χό­με­νο αυ­τού του έρ­γου. Ό­τι ο Χρι­στός σου ΔΕΝ κιν­δυ­νεύ­ει α­πό τα θλι­βε­ρά αυ­τά αν­θρω­πά­ρια, α­πό τα γυ­ναι­κά­ρια και τα αν­δρει­κε­λα που ι­σχυ­ρί­ζον­ται ό­τι κά­νουν τέ­χνη. 

Ο κα­θέ­νας ο,τι έ­χει δί­νει και ό­λοι αυ­τοί δεί­χνουν τι έ­χουν και ποι­οί εί­ναι. Δεί­χνουν μό­νοι τους την ποι­ό­τη­τα τους και ρε­ζι­λεύ­ον­ται. 

Αν οι θερ­μό­αι­μοι δεν τους εί­χαν δι­α­φη­μί­σει, θα εί­χαν πε­ρά­σει α­πα­ρα­τή­ρη­τοι. Το μό­νο που κα­τά­φε­ραν η θλι­βε­ρή θι­α­σάρ­χης και η πα­ρέ­α της εί­ναι να ε­πι­βε­βαι­ώ­σουν την γνω­στή προ­φη­τεί­α του Γέ­ρον­τος Συ­με­ώ­νος για τον Χρι­στό. «Ού­τος κεί­ται εις πτώ­σιν και α­νά­στα­σιν πολ­λών και εις ση­μεί­ον αν­τι­λε­γό­με­νον». Δυ­στυ­χώς γι­’­αυ­τούς κεί­ται εις πτώ­σιν.

Το δεύ­τε­ρο που πε­ρι­μέ­νω να με ρω­τή­σε­τε εί­ναι: Μα δεν πρέ­πει να υ­πε­ρα­σπί­σου­με την πί­στη μας, τον υ­βρι­ζό­με­νο Χρι­στό μας; Ναι, αλ­λά πως; 

Την μέ­θο­δο που χρη­σι­μο­ποί­η­σαν οι «α­γω­νι­στές» την έ­χει α­πο­δο­κι­μά­σει ο ί­διος ο Κύ­ριος μας. 

Εί­ναι η μέ­θο­δος του Πέ­τρου που πή­γε να υ­πε­ρα­σπι­σθεί το Χρι­στό με έ­να μα­χαί­ρι. Το ί­διο λοι­πόν κά­νουν και οι ση­με­ρι­νοί που εί­ναι ι­κα­νοί να κα­τα­στρέ­ψουν, να κτυ­πή­σουν και πι­θα­νώς να λυν­τσά­ρουν τους υ­βρι­στές στο ό­νο­μα της πί­στης. 

Τι θλι­βε­ρό. Αλ­λά και πό­σο ε­πί­και­ρο. Ο Χρι­στός α­πο­δο­κι­μά­ζει τη μέ­θο­δο τους. Θα μπο­ρού­σε ο Χρι­στός να υ­πε­ρα­σπι­σθεί τον ε­αυ­τό Του μό­νος Του. 

Με τις λε­γε­ώ­νες των Αγ­γέ­λων Του. Θα μπο­ρού­σε να ρί­ξει φω­τιά και να τους κά­ψει. Αμ­φι­βάλ­λε­τε; Δεν εί­ναι ό­μως αυ­τό το πνεύ­μα Του.

Ο Χρι­στός δεν κιν­δυ­νεύ­ει α­πό τα θλι­βε­ρά αυ­τά αν­θρω­πά­ρια. Δεν κιν­δυ­νεύ­ει α­πό την α­ναι­σχυν­τί­α των ά­θε­ων και των δι­ε­φθαρ­μέ­νων.
Η Πί­στη κιν­δυ­νεύ­ει α­πό την α­με­τα­νο­η­σί­α των χρι­στια­νών, α­πό την α­που­σί­α α­για­σμού και α­ρώ­μα­τος χά­ρι­τος σ’ αυ­τούς που θέ­λουν να λέ­γον­ται πι­στοί.

Κιν­δυ­νεύ­ει α­πό την εκ­κο­σμί­κευ­ση της πνευ­μα­τι­κής ζω­ής των χρι­στια­νών που αν­τι­κα­τέ­στη­σαν τον α­για­σμό και το μαρ­τύ­ριο για την πί­στη, αυ­τή εί­ναι η πνευ­μα­τι­κή αν­τί­στα­ση, με το λυν­τσά­ρι­σμα των α­πί­στων.

Δεν θυ­μί­ζει αυ­τό κά­τι α­πό Ι­ε­ρά Ε­ξέ­τα­ση και μου­σουλ­μα­νι­σμό η κά­νω λά­θος; Α­φή­σα­με τα βα­ρύ­τε­ρα του νό­μου και κυ­νη­γά­με τα εν­τυ­πω­σια­κά και τα εύ­κο­λα.

Η α­πάν­τη­ση στη βλα­σφη­μί­α και τον χλευα­σμό της πί­στης εί­ναι η α­να­πλή­ρω­ση της πτώ­σε­ως των τα­λαί­πω­ρων χλευα­στών με το πε­ρίσ­σευ­μα της δι­κής α­γά­πης και του δι­κού μας α­για­σμού.

Θέ­λω ό­μως να πω και δυ­ό λό­για και στους «ε­παγ­γελ­μα­τί­ες» υ­πε­ρα­σπι­στές κά­θε χυ­δαι­ό­τη­τας στο ό­νο­μα της τέ­χνης. 

Με τέ­τοι­ους υ­πε­ρα­σπι­στές δεν με­τα­ποι­εί­ται η χυ­δαι­ό­τη­τα, α­δι­κεί­ται η τέ­χνη, αλ­λά και α­πο­κα­λύ­πτε­ται η πνευ­μα­τι­κή πτω­χεί­α των δή­θεν προ­ο­δευ­τι­κών.

Η ταύ­τι­ση της χυ­δαι­ό­τη­τας με την τέ­χνη δεν τι­μά αυ­τούς που το ε­πι­χει­ρούν. Ε­λευ­θε­ρί­α του λό­γου εί­ναι και η βλα­σφη­μί­α και η αι­σχρο­λο­γί­α και η ρυ­πα­ρό­τη­τα. 

Εί­τε ό­μως μας α­ρέ­σει εί­τε ό­χι η γλώσ­σα πάν­τα λα­λεί α­πό το πε­ρίσ­σευ­μα της καρ­διάς και έ­τσι οι άν­θρω­ποι δεν δεί­χνουν την α­νύ­παρ­κτη ε­λευ­θε­ρί­α τους, αλ­λά την θλι­βε­ρή ποι­ό­τη­τα και το πε­ρι­ε­χό­με­νο της καρ­διάς τους και αυ­το­ρε­ζι­λεύ­ον­ται πέ­ρα α­πό τους τί­τλους και τους τύ­πους τους.

Κα­νέ­να ε­πι­χεί­ρη­μα δεν α­πο­κτά ου­σί­α και α­λή­θεια κρυ­πτό­με­νο πί­σω α­πό το βα­ρύ­γδου­πο τί­τλο του Πα­νε­πι­στη­μια­κού Κα­θη­γη­τή σε μια ε­πο­χή που μια τέ­τοι­α ε­κλο­γή ε­πι­τυγ­χά­νε­ται με την υ­πο­στή­ρι­ξη συν­τε­χνι­ών ποι­κί­λης μορ­φής, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο ό­ταν κά­ποι­οι α­λη­θι­νά ι­κα­νοί α­περ­ρί­φθη­σαν για­τί δεν α­νή­καν στην «ο­μά­δα», για­τί τους α­πέρ­ρι­ψε ο ι­δε­ο­λο­γι­κός Προ­κρού­στης. 

Η χυ­δαι­ό­τη­τα και η αι­σχρό­τη­τα ού­τε τέ­χνη εί­ναι, ού­τε πο­λι­τι­σμός.
Ά­φη­σα τε­λευ­ταί­α τη «Χρυ­σή Αυ­γή» που στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εί­ναι «μαύ­ρη νύ­κτα». 

Εί­ναι θλι­βε­ρό ό­τι κά­ποι­οι «χρι­στια­νοί α­γω­νι­στές» ταυ­τί­στη­καν με τη χρυ­σή αυ­γή για να υ­πε­ρα­σπι­στούν τον Χρι­στό.

Τον Χρι­στό που η «χρυ­σή αυ­γή» τον δι­ώ­κει, τον προ­σβάλ­λει και τον ε­ξευ­τε­λί­ζει κα­θη­με­ρι­νά και το πράτ­τει στα πρό­σω­πα, των προ­σφύ­γων, των με­τα­να­στών α­κό­μα και των παι­δι­ών. 

Ξε­χά­σα­τε α­γα­πη­τοί μου χρι­στια­νοί το λό­γο του Χρι­στού «ε­φό­σον ε­ποι­ή­σα­τε, ε­νί τού­των των α­δελ­φών μου των ε­λα­χί­στων, ε­μοί ε­ποι­ή­σα­τε;» 

Δεν εί­ναι ο άν­θρω­πος ει­κό­να του Χρι­στού ό­ποι­ος και ε­άν εί­ναι; Δεν εί­ναι έ­νας με­τα­νά­στης, έ­νας πρό­σφυ­γας, ε­λά­χι­στος α­δελ­φός του Χρι­στού; 

Δεν εί­ναι ο «πλη­σί­ον» της Πα­ρα­βο­λής του Κα­λού Σα­μα­ρεί­τη; Σύμ­φω­να λοι­πόν με την χρυ­σαυ­γί­τι­κη αν­τί­λη­ψη θα έ­πρε­πε ο Σα­μα­ρεί­της βλέ­πον­τας τον πλη­γω­μέ­νο Ι­ου­δαί­ο να τον πε­τά­ξει στα σκου­πί­δια, τό­τε θα ή­ταν «κα­λός».

Κά­θε ε­ναγ­κα­λι­σμός και χά­ϊ­δε­μα χρι­στια­νού η πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο ι­ε­ρω­μέ­νου προς την Χρυ­σή Αυ­γή δεί­χνει μπέρ­δε­μα φρι­κτό και α­κύ­ρω­ση της πί­στης. 

Κα­νείς δεν μπο­ρεί να παί­ζει «εν ου παι­κτοίς». Ο λό­γος του Θε­ού έ­χει α­πό­λυ­το και αι­ώ­νιο κύ­ρος. 

Εί­ναι άλ­λο το θέ­μα των προ­σφύ­γων και των προ­βλη­μά­των που μια α­νί­κα­νη πο­λι­τι­κή η­γε­σί­α ά­φη­σε να δη­μι­ουρ­γη­θούν και άλ­λο η α­πό­λυ­τη α­ξί­α του αν­θρώ­πι­νου προ­σώ­που. 


Δεν θα α­κυ­ρώ­σου­με την α­λή­θεια του Θε­ού για να λύ­σου­με τα προ­βλή­μα­τα μας. Αν­τι­θέ­τως τα προ­βλή­μα­τα δη­μι­ουρ­γή­θη­καν για­τί την α­λή­θεια του Θε­ού την αν­τι­κα­τα­στή­σα­με με την α­λα­ζο­νεί­α μας και την ε­πι­πο­λαι­ό­τη­τα μας.

Στώ­μεν λοι­πόν κα­λώς! Στώ­μεν με­τά φό­βου! Η ά­κρη του κου­βα­ριού εί­ναι του Χρι­στού το θέ­λη­μα και ό­χι οι αυ­θαι­ρε­σί­ες και οι ε­ξυ­πνά­δες των αν­θρώ­πων!

* από την Romfea.gr

10/10/12

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΗΘΟΥΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΚΗΝΗΣ ΣΤΟΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟ ΒΙΟ



π. Χριστόδουλος Μπίθας




 Aνα­ρω­τι­έ­ται ὁ μέ­σος πο­λί­της σέ τί ὀ­φεί­λε­ται ἡ κα­κο­δαι­μο­νί­α τῆς πο­λι­τι­κῆς στόν νε­ο­ελ­λη­νι­κό βί­ο. Ἀ­πό τήν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση ἀ­πό τούς Τούρ­κους μέ­χρι σή­με­ρα, ἡ πο­λι­τι­κή σκη­νή τῆς χώ­ρας μα­στί­ζε­ται ἀ­πό δι­αι­ρέ­σεις, ἔ­ρι­δες, ἐ­ξαρ­τή­σεις, πε­λα­τεια­κές σχέ­σεις κι ἀ­πραγ­μα­το­ποί­η­τες ὑ­πο­σχέ­σεις. Δύ­ο ἐμ­φύ­λιοι πό­λε­μοι ἀ­κο­λού­θη­σαν τήν ἐ­ξέ­γερ­ση τοῦ 1821 (ἀ­πό τό 1823 ἕ­ως 1825), ἐμ­φύ­λια δι­α­μά­χη εἴ­χα­με πρίν ἀ­πό τήν Μι­κρα­σι­α­τι­κή Κα­τα­στρο­φή, ἐμ­φύ­λιος φο­βε­ρός ἔ­γι­νε με­τά τήν Γερ­μα­νι­κή Κα­το­χή, χι­λιά­δες τά θύ­μα­τα, συ­νε­χεῖς οἱ δι­αι­ρέ­σεις, ἐμ­πο­δί­ζουν μιά συλ­λο­γι­κή ἀν­τί­λη­ψη τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ βί­ου. Μά κι ἡ πε­ρί­ο­δος πού ἀ­κο­λού­θη­σε τήν με­τα­πο­λί­τευ­ση τοῦ 1974, χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε ἀ­πό κομ­μα­τι­κές δι­αι­ρέ­σεις κι ἀ­συ­νεν­νο­η­σί­α.

Οἱ πο­λι­τι­κοί ἐκ­μαυ­λί­ζουν τούς πο­λί­τες καί ἐ­κεῖ­νοι μέ τήν σει­ρά τους ὑ­πο­κύ­πτουν στό ψεῦ­δος, τήν ἀ­πά­τη καί τίς μι­κρο­κομ­μα­τι­κές σκο­πι­μό­τη­τες. Κι ἔ­τσι φτά­σα­με ὥς ἐ­δῶ, στήν τε­ρά­στια πνευ­μα­τι­κή κρί­ση πού ἐκ­δη­λώ­θη­κε ὡς οἰ­κο­νο­μι­κή. Στήν χώ­ρα μέ τόν σπου­δαῖ­ο πο­λι­τι­σμό, δέν πα­ρά­γε­ται πο­λι­τι­σμός. Στήν γῆ ὅ­που γεν­νή­θη­κε ἡ δη­μο­κρα­τί­α, ἡ πο­λι­τεί­α πά­σχει ἀ­πό δι­α­φθο­ρά κι ἀ­πό ἔλ­λει­ψη ἐ­φαρ­μο­γῆς τῶν νό­μων. Στόν τό­πο πού ἔ­ζη­σαν χι­λιά­δες ἅ­γιοι καί δί­και­οι, ὁ κό­σμος ἔ­χει ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ ἀ­πό τόν Θε­ό, πο­λε­μι­έ­ται (ἄ­δι­κα) ἡ Ἐκ­κλη­σί­α καί συ­νά­μα οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι πά­σχουν ἀ­πό ἔλ­λει­ψη νο­ή­μα­τος. Ἀ­να­ζη­τῶν­τας τά αἴ­τια τῆς κα­κο­δαι­μο­νί­ας, ἔ­χει ἐν­δι­α­φέ­ρον νά δοῦ­με τί γρα­φό­ταν γιά τήν πο­λι­τι­κή σκη­νή τοῦ τό­που μας στό πα­ρελ­θόν:


Γρά­φει ὁ Ἀ­να­στά­σιος Βυ­ζάν­τιος(1), στήν ἐ­φη­με­ρί­δα «Νέ­αι Ἡ­μέ­ραι» τόν Μά­ι­ο τοῦ 1870: «Πι­θη­κί­σαν­τες τά πάν­τα, ἐ­πι­θη­κί­σα­μεν, φυ­σι­κῶ τῷ λό­γῳ, καί τά κόμ­μα­τα. Οἱ πε­ρί τό συν­ταγ­μα­τι­κόν πο­λί­τευ­μα φι­λο­σο­φή­σαν­τες πρέ­πει νά κα­τα­βῶ­σιν εἰς Ἑλ­λά­δα, ὅ­πως ἴ­δω­σι ποῦ κα­τήν­τη­σεν ὁ σω­τή­ριος καί ἀ­ναγ­καῖ­ος θε­σμός τῆς συμ­πο­λι­τεύ­σε­ως καί ἀν­τι­πο­λι­τεύ­σε­ως. Ὅ­τι παρ΄ ἄλ­λοις εἶ­ναι εὐ­γε­νής ἅ­μιλ­λα καί ἀ­μοι­βαῖ­ος ἔ­λεγ­χος, πα­ρ’ ἡ­μῖν με­τε­βλή­θη εἰς τυ­φλήν ἐμ­πά­θειαν καί εἰς ἐμ­φύ­λιον πό­λε­μον. Ὑ­πάρ­χει ἀ­νι­οῦ­σα τις κλῖ­μαξ δι­α­φθο­ρᾶς, ἀρ­χο­μέ­νη ἀ­πό τοῦ τε­λευ­ταί­ου ψη­φο­φό­ρου καί λή­γου­σα εἰς τόν πρω­θυ­πουρ­γόν, καί ἐν τῇ σκο­λιᾷ ταύ­τῃ κλί­μα­κι εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νά μεί­νει τις ὄρ­θιος καί ἀ­κη­λί­δω­τος. Τό κέν­τρον δέ τῆς δι­α­φθο­ρᾶς, ὁ ἀ­σκός τοῦ Αἰ­ό­λου, ἐξ οὗ ἀ­πο­λύ­ον­ται ἐ­πί τῆς Ἑλ­λά­δος ὁ μα­ρα­σμός καί ἡ ἀ­τί­μω­σις, εἶ­ναι τό Ἑλ­λη­νι­κόν Βου­λευ­τή­ριον. Πό­σοι ψη­φί­ζου­σι κα­τά συ­νεί­δη­σιν; Πέν­τε ἤ δέ­κα. Οἱ δέ λοι­ποί; Κα­τά τάς δω­ρε­άς, ἅς προ­χέ­ει ἡ ἐ­ξου­σί­α, ἤ κα­τά τάς ἐλ­πί­δας, ἅς πα­ρέ­χει ἡ ἀν­τι­πο­λί­τευ­σις. Εἰς οὐ­δέν χρη­μα­τι­στή­ριον πι­στεύ­ο­μεν νά γί­νων­ται τό­σαι δο­σο­λη­ψί­αι, ὅ­σαι ἐν τῷ ἀ­χυ­ρῶ­νι ἐ­κεί­νῳ, ὅ­στις ἐν Ἀ­θή­ναις κα­λεῖ­ται Βου­λευ­τή­ριον….»


Καί ὁ Μέ­γας Ἀ­λέ­ξαν­δρος Πα­πα­δι­α­μάν­της ἀ­να­φέ­ρει στό μυ­θι­στό­ρη­μα «Οἱ ἔμ­πο­ροι τῶν ἐ­θνῶν» τό 1882, λί­γα χρό­νια πρίν τήν Πτώ­χευ­ση τοῦ 1893: «Ἡ ἀρ­γί­α ἐ­γέν­νη­σε τήν πε­νί­αν. Ἡ πε­νί­α ἔ­τε­κεν τήν πεῖ­ναν. Ἡ πεῖ­να πα­ρή­γα­γε τήν ὄ­ρε­ξιν. Ἡ ὄ­ρε­ξις ἐ­γέν­νη­σε τήν αὐ­θαι­ρε­σί­αν. Ἡ αὐ­θαι­ρε­σί­α ἐ­γέν­νη­σε τήν λη­στεί­αν. Ἡ λη­στεί­α ἐ­γέν­νη­σε τήν πο­λι­τι­κήν. Ἰ­δού ἡ αὐ­θεν­τι­κή κα­τα­γω­γή τοῦ τέ­ρα­τος τού­του… ».
Καί στήν ἐ­φη­με­ρί­δα «Ἀ­κρό­πο­λη», σέ ἐ­πο­χή με­γά­λης ἔν­δειας, ὁ Πα­πα­δι­α­μάν­της σχο­λιά­ζει τό 1896: «Τό­τε σ' ἐ­ξε­θέ­ω­ναν οἱ προ­ε­στοί κι οἱ «γυ­φτο­χα­ρα­τζῆ­δες», τώ­ρα σέ «ἀ­θε­ώ­νουν» οἱ βου­λευ­ταί κι οἱ δή­μαρ­χοι. Αὐ­τοί πού εἶ­χαν τό λύ­ειν καί τό δε­σμεῖν εἰς τά δύ­ο κόμ­μα­τα, τούς ἔ­τα­ζαν «φούρ­νους μέ καρ­βέ­λια», δώ­σαν­τες αὐ­τοῖς οὐ­χί... πλεί­ο­νας τῶν εἴ­κο­σι δραχ­μῶν με­τρη­τά, ἀ­πέ­ναν­τι, κα­θώς τούς εἶ­παν, καί πα­ρα­κι­νή­σαν­τες αὐ­τούς νά ἐ­ξο­δεύ­σουν κι ἀ­π' τή σακ­κού­λα τους ὅ­σα θέ­λουν ἄ­φο­βα, δι­ό­τι θά πλη­ρω­θοῦν μέ­χρι λε­πτοῦ, σύμ­φω­να μέ τόν λο­γα­ρια­σμόν, ὅν ἤ­θε­λαν πα­ρου­σιά­σουν.
Τό τέ­ρας τό κα­λού­με­νον «ἐ­πι­φα­νής» τρέ­φει τήν φυ­γο­πο­νί­αν, τήν θε­σι­θη­ρί­αν, τόν τραμ­που­κι­σμόν, τόν κου­τσα­βα­κι­σμόν, τήν εἰς τούς νό­μους ἀ­πεί­θειαν. Πλάτ­τει αὐ­λήν ἐξ ἀ­χρή­στων ἀν­θρώ­πων, στοι­χεί­ων φθο­ρο­ποι­ῶν τά ὁ­ποῖ­α τόν πε­ρι­στοι­χί­ζου­σι, πα­ρα­σί­των τά ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­ζῶ­σιν ἐξ αὐ­τοῦ ...
Με­τα­ξύ δύ­ο ἀν­τι­πά­λων με­τερ­χο­μέ­νων τήν αὐ­τήν δι­α­φθο­ράν, θά ἐ­πι­τύ­χει ἐ­κεῖ­νος ὅ­στις εὐ­πρε­πέ­στε­ρον φο­ρεῖ τό προ­σω­πεῖ­ον κι ἐ­πι­δε­ξι­ώ­τε­ρον τόν κό­θορ­νον».


Ἀλ­λά ἄς δοῦ­με ἐ­πί­σης τί λέ­ει σέ ὁ­μι­λί­α του, τό 1953, ὁ σπου­δαῖ­ος λο­γο­τέ­χνης μας Στρά­της Μυ­ρι­βή­λης (Ἡ Ἑλ­λη­νι­κὴ Πα­ρά­δο­ση – Γ´ ἔκ­δο­ση, ἐκδ. Εὐ­θύ­νη ) «Ὅ­μως ἕ­νας ἄν­θρω­πος, ἕ­νας λα­ός, ἕ­να ἔ­θνος, δέν ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται μο­νά­χα μέ τή φω­τιά καί μέ τό σί­δε­ρο. Δέν ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται μο­νά­χα μέ τό χά­σι­μο τῆς ζω­ῆς του. Ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται πιό σί­γου­ρα, πιό τε­λει­ω­τι­κά μέ τό χά­σι­μο τῆς ψυ­χῆς του, τῆς ψυ­χῆς του τῆς ἀ­το­μι­κῆς, τῆς ψυ­χῆς του τῆς ὁ­μα­δι­κῆς. Χά­νω τήν ψυ­χή μου θά πεῖ: χά­νω τήν οὐ­σι­α­στι­κή μου ὕ­παρ­ξη. Χά­νω τήν αἴ­σθη­ση τῆς ἀ­το­μι­κῆς μου τέ­λειας ψυ­χο­πνευ­μα­τι­κῆς σύν­θε­σης, πού ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να μό­ριο ἀ­πό τήν με­γά­λη, τήν πλα­τειά κοι­νω­νι­κή καί ἐ­θνι­κή σύν­θε­ση, ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α ἀν­τλῶ καί ἀ­να­νε­ώ­νω ἀ­δι­ά­κο­πα τά φυ­σι­ο­γνω­μι­κά στοι­χεῖ­α τοῦ πνεύ­μα­τός μου καί τῆς ψυ­χῆς μου. Καί αὐ­τή ἡ ἐ­θνι­κή φυ­λε­τι­κή ἰ­δι­ο­μορ­φί­α τῆς ψυ­χῆς μου εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς ἐ­κεί­νη πού μέ ἐν­τάσ­σει φυ­σι­ο­λο­γι­κά μέ­σα στήν πα­ναν­θρώ­πι­νη κοι­νω­νι­κή σύν­θε­ση.
Ἀλ­λά γιά νά μή χά­σω τόν ἑ­αυ­τό μου, πρέ­πει νά γνω­ρί­σω τόν ἑ­αυ­τό μου. Τό «γνῶ­θι σαυ­τόν» εἶ­ναι ἡ πρω­ταρ­χι­κή πη­γή τῆς γνώ­σε­ως. Αὐ­τό λοι­πόν πρέ­πει νά εἶ­ναι ἡ βά­ση τῆς γε­νι­κῆς παι­δα­γω­γι­κῆς προ­σπά­θειας τοῦ Ἔ­θνους, τοῦ ὁ­ποί­ου ἐ-ντο­λο­δό­χος εἶ­ναι τό Κρά­τος καί ἡ Ἐκ­κλη­σί­α. Ὄρ­γα­να γι' αὐ­τήν τήν συ­νει­δη­το­ποί­η­ση εἶ­ναι τό Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Παι­δεί­ας, ὁ Κλῆ­ρος, ὁ Τύ­πος, ὁ καλ­λι­τέ­χνης πού ἐκ­φρά­ζει τήν ἐ­θνι­κή ψυ­χή καί ὁ­λό­κλη­ρη ἡ τά­ξη τῶν δι­α­νο­ου­μέ­νων, πού εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νη γιά τήν πνευ­μα­τι­κή συγ­κρό­τη­ση τοῦ λα­οῦ». 
Ποι­ά θά ἦ­ταν ἡ λύ­ση σέ ὅ­λο αὐ­τό τό ζο­φε­ρό ἀ­δι­έ­ξο­δο; Τό δι­α­τυ­πώ­νει μέ ἐ­νάρ­γεια ὁ μέ­γας λο­γο­τέ­χνης, στό τέ­λος τοῦ πα­ρα­πά­νω ἀ­πο­σπά­σμα­τος: «Ἄ­μυ­να πε­ρί πά­τρης θά ἦ­το ἡ εὐ­συ­νεί­δη­τος λει­τουρ­γί­α τῶν θε­σμῶν, ἡ ἐ­θνι­κή ἀ­γω­γή, ἡ χρη­στή δι­οί­κη­σις, ἡ κα­τα­πο­λέ­μη­σις τοῦ ξέ­νου ὑ­λι­σμοῦ καί πι­θη­κι­σμοῦ, τοῦ δι­α­φθεί­ρον­τος τό φρό­νη­μα καί ἐκ­φυ­λί­σαν­τος σή­με­ρον τό ἔ­θνος, καί ἡ πρό­λη­ψις τῆς χρε­ω­κο­πί­ας». 



Αὐ­τά ὅ­μως πού ὁ­ρα­μα­τί­στη­κε ὁ με­γά­λος συγ­γρα­φέ­ας καί πα­τρι­ώ­της δέν ἔ­γι­ναν. Κι ὁ σπου­δαῖ­ος στο­χα­στής καί συγ­γρα­φέ­ας Ζή­σι­μος Λο­ρεν­τζά­τος γρά­φει προ­φη­τι­κά τό 1968:
«Ὅ­σο ζοῦ­με μέ δα­νει­κά, ὅ­σο χρω­στᾶ­με στούς ἄλ­λους τή ζω­ή μας, δέν εἶ­ναι δυ­να­τό νά ἀλ­λά­ξο­με νο­ο­τρο­πί­α. Κα­νέ­νας ἄν­θρω­πος πού ζεῖ μέ δα­νει­κά δέν εἶ­ναι τῆς προ­κο­πῆς. Τό ἴ­διο κα­νέ­νας λα­ός ἤ κρά­τος. Προ­παν­τός μέ αἰ­ώ­νια δα­νει­κά σάν ἐ­μᾶς (για­τί κά­πο­τε μπο­ρεῖ νά πα­ρου­σια­στεῖ με­γά­λη ἀ­νάγ­κη, ἄν καί μιά μο­να­χά φο­ρά μπο­ρεῖ νά ση­μά­νει κα­κή ἀρ­χή)… 
Πρέ­πει νά κα­τα­λά­βο­με πώς οἱ ἄλ­λοι δέν χρω­στοῦν τί­πο­τα νά μᾶς ζοῦν ἐ­μᾶς, καί πώς κά­θε φο­ρά πού προ­σφέ­ρε­ται ἡ λύ­ση αὐ­τή, νά μᾶς ζοῦν ἤ νά μᾶς δα­νεί­ζουν, κά­θε φο­ρά θά­βε­ται τό ἐν­δε­χό­με­νο νά βγοῦ­με ἀ­πό τόν φαῦ­λο κύ­κλο στό φῶς μιᾶς ἔν­τι­μης καί σχε­τι­κά ἀ­νε­ξάρ­τη­της ζω­ῆς (λέ­ω σχε­τι­κά ἀ­νε­ξάρ­τη­της, μιά καί εἴ­μα­στε πο­λύ μι­κρό κρά­τος). Δέν μπο­ροῦ­με ad infinitum νά κα­τα­να­λώ­νο­με πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πό ὅ­σα πα­ρά­γο­με, νά μπά­ζο­με πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πό ὅ­σα βγά­ζο­με… 
Κά­ποι­α μέ­ρα οἱ δα­νει­στά­δες τῆς Ἑλ­λά­δας πού δέν παίρ­νουν πί­σω τά λε­φτά τους, ἀλ­λά πάν­τα μο­να­χά ἕ­να πο­σο­στό ἀ­πό τό χρέ­ος - δα­νει­ζό­μα­στε ἀ­κό­μα καί γιά τούς τό­κους ἀ­πό τά δά­νεια - μπο­ρεῖ νά μᾶς ποῦν (ἄν καί αὐ­τό εἶ­ναι ἀμ­φί­βο­λο - γιά ἄλ­λους πά­λι λό­γους) πώς πρέ­πει νά στα­μα­τή­σει αὐ­τή ἡ ὡ­ραί­α μη­χα­νή καί πώς νά φρον­τί­σο­με ἐ­μεῖς γιά τή σω­τη­ρί­α μας (ὅ­πως καί πρέ­πει νά φρον­τί­σο­με). Ἐ­μεῖς δέν χρει­ά­ζε­ται νά πε­ρι­μέ­νο­με τούς δα­νει­στά­δες νά μᾶς τό ποῦν αὐ­τό (αὐ­τοί ἔ­χουν τό χα­βά τους). Πρέ­πει ἐ­μεῖς νά τό δι­α­κη­ρύ­ξο­με ὡς ἄ­με­σο σκο­πό μας, δι­α­φο­ρε­τι­κά θά πη­γαί­νο­με στόν φοῦν­το. Ἡ σω­τη­ρί­α μας θά γί­νει ἀ­πό ἐ­μᾶς, δέ θά γί­νει ἀ­πό τούς ἄλ­λους. Ἄν πο­τέ γί­νει.»

Ἔ­τσι λοι­πόν,­ φτά­σα­με στήν ση­με­ρι­νή κα­τάν­τια. Ὅ­μως, κα­θώς κα­τη­γο­ροῦ­με τούς πο­λι­τι­κούς, πρέ­πει συ­νά­μα νά ὁ­μο­λο­γή­σου­με αὐ­τό πού ἔ­λε­γαν οἱ θυ­μό­σο­φοι πρό­γο­νοί μας: «Κα­τά τόν λα­ό κι οἱ ἄρ­χον­τες». Με­γά­λη εἶ­ναι ἡ εὐ­θύ­νη μας ἀ­φοῦ - ὅ­πως φαί­νε­ται κι ἀ­πό τά πα­ρα­πά­νω κεί­με­να-180 χρό­νια τώ­ρα τήν ἴ­δια ἁ­μαρ­τί­α ἐ­πα­να­λαμ­βά­νου­με, ἐ­πει­δή πι­στέ­ψα­με ὅ­πως λέ­ει ὁ ψαλ­μός: «ἐ­π' ἄρ­χον­τας, ἐ­πὶ υἱ­οὺς ἀν­θρώ­πων, οἷς οὐκ ἔ­στι σω­τη­ρί­α», καί βά­ψα­με τά χέ­ρια μας μέ αἷ­μα ἀ­δελ­φῶν μας καί κα­τά και­ρούς βυ­θι­στή­κα­με στό μῖ­σος καί τόν δι­χα­σμό.

Ἡ μό­νη ἐλ­πί­δα γιά τό μέλ­λον, εἶ­ναι ἡ ἀ­νά­λη­ψη τῆς δι­κῆς μας εὐ­θύ­νης, ἡ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση τῆς δι­κῆς μας ἀλ­λο­τρί­ω­σης, πού ἐ­πέ­τρε­ψε σέ πολ­λούς πο­λι­τι­κούς νά φέ­ρον­ται μέ αὐ­τό τόν τρό­πο, ἴ­διο καί ἀ­πα­ράλ­λα­κτο 180 χρό­νια τώ­ρα. Νά δώ­σει ὁ Θε­ός νά συ­ναι­σθαν­θοῦ­με τά λά­θη μας καί νά πά­ψει αὐ­τή ἡ φο­βε­ρή λή­θη πού μᾶς κά­νει νά ἐ­πα­να­λαμ­βά­νου­με δια­ρκῶς τίς ἴ­δι­ες ἁ­μαρ­τί­ες καί νά μᾶς ἀ­ξι­ώ­σει νά δοῦ­με ἰ­κα­νούς πο­λι­τι­κούς πού θά ὀ­δη­γή­σουν τήν χώ­ρα σέ πρό­ο­δο. Ἀ­μήν. 

 


1 Ἀ να στά σιος Βυζάντιος ἦταν διπλωμάτης, ποιητής, λογογράφος καί πολιτικός συντάκτης.