22/8/09

Κοιτάζω το χέρι μου...


Κοιτάζω το χέρι μου. Ποτέ δεν το ‘χα ξανακοιτάξει έτσι. Τούτο το χέρι απλώθηκε πρώτη φορά στον ουρανό να ψηλαφήσει τον κόσμο, όταν ακόμη δεν ήμουν παρά μια τόση δα μαλακή μάζα γύρω από μια ολόφρεσκη, έκθαμβη ψυχή. Με τούτο ‘δω το χέρι, σκάρωσα τις πρώτες μου μουντζούρες πάνω σε χαρτιά που καθόμουν ολόκληρη πάνω τους κι ύστερα που το βούτηξα στα χώματα για να φτιάχνω πυργάκια και λακούβες στην γη. Ποτέ δεν το εκτίμησα ιδιαίτερα τούτο το άκρο μου, μα πάντα με συντρόφευε η αφή του πάνω στα πράγματα του κόσμου, πάνω σε πρόσωπα ανθρώπων που αγάπησα...


Του ζωγράφισα σχέδια κάποτε, του μασκάρεψα τα νύχια κατά καιρούς, του φόρεσα ένα σωρό μπιχλιμπίδια, για να φωνάζει κάθε τόσο, όσο μπορεί ποια είμαι ή σαν ποια θα ‘θελα να με λογαριάζουν οι άλλοι. Μα ποτέ ως τώρα, δεν πρόσεξα πως τούτο το χἐρι, μεσαίου μεγέθους, με το μικρό σημάδι του και τα πέντε του δάχτυλα, είναι ένας ακριβός ακρίτας της μικρής μου πατρίδας, του κορμιού που πιάνει το χώρο του στον κόσμο τούτο για λογαριασμό μου...


Μα και τούτα τα πόδια μου, με κουβάλησαν όλα τα χιλιόμετρα της ζωής μου. Με στήριξαν αδέξια στα πρώτα μου βήματα, με πήγαν σχολείο κι ούτε παραπονέθηκαν ποτέ που τ’ αγκάρευα στις ανηφόρες, που καταμάτωσα τα γόνατα τους στα χαλίκια, που έτρεξαν μαζί μου για όσο το ζήτησα. Πόδια που ντράπηκα για λογαριασμό τους μέσα στην οδύνη της εγωτικής εφηβικής παραζάλης μου, πόδια που τα γονάτισα κάποτε μποστά στην εικόνα χωρίς όμως να πω γι΄ αυτά ένα «ευχαριστώ».


Παράξενο, ποτέ ως τώρα δεν ένιωσα πως τούτα τα δώρα έχουν κι αυτά μιαν αξία ανεκτίμητη, παρ ότι στ΄αλήθεια, είμαι ένας πλούσιος άνθρωπος. Όμως, δεν είναι τα πόδια και τα χέρια μου σήμερα καινούρια. Σήμερα άλλαξε ο νους μου που λογαριάζει τις κατακτήσεις και τα «θέλω»του. Που δε βλέπει πως όλη του η κληρονομιά είναι τούτο το σώμα κι η ψυχή που μου αγκαλιάζει τα 28 χρόνια που μετρά η ιστορία μου. Κι έτσι, ξέρω πια...

Δεν είναι τώρα που πλούτισα. Ήταν ο λογισμός μου πολύ άπληστος και δεν αναπαύτηκε ποτέ σε όσα είχα, δεν είπα ποτέ ένα «δόξα τω Θεώ» για το τώρα, για τα όσα έχω και γι΄αυτό που είμαι και έγινα ως εδώ. Ήμουν λοιπόν πλούσια και χθες. Θα ήμουν πλούσια ίσως και χωρίς χέρια ή πόδια όπως κάποιοι άνθρωποι με σακατεμένα τα μέρη του κορμιού, μα με την ψυχή γιγάντια. Άρα - σκέπτομαι - πλούσια είμαι μόνο όταν χαίρομαι για όσα έχω. Τα μικρά που αγνοώ και θεωρώ δεδομένα, όταν εκτιμώ το «ως εδώ που είμαι» και το «ως εδώ που έφτασα μόλις τώρα», το «όσα έχω από τον Θεό τούτη τη μονάκριβη στιγμή». Είμαι πλούσια για τα μικρά εκείνα «κεκτημένα» που ο αγωνιώδης λογισμός αγνοεί κυνηγώντας πάντοτε κάτι άλλο, υψηλοφρονώντας το κάτι κι αγνοώντας τα πάντα..


Και ζωή, είναι τελικά όλα αυτά που «φρενάρουν» το χρόνο στο ανεπανάληπτο λεπτό, είναι η στιγμή της δοξολογίας που δε ζητά τίποτε παραπάνω, κι αγαπά ο,τι περιλαμβάνει το «τώρα» της...

Ελ.

10/8/09

Εκ νεότητός μου πολλά βοηθεί με ... θέρη (!)


Μεσολάβησαν τρία χρόνια. Ήμουν 25 την τελευταία φορά που ήρθα καλοκαίρι στον επίγειο παράδεισό μου: Αιγαιοπελαγίτικο ορεινό χωριό, κλειστή κοινωνία, ο τόπος που φιλοξενεί αιώνια τους προγόνους μου. Οι περισσότεροι κάτοικοι είναι συγγενείς, οι υπόλοιποι γνωστοί πάππου προς πάππου. Τροχός δεν πατά τα μαρμαρόστρωτα καλντερίμια με τα πολλά σκαλιά κι οι μόνιμοι κάτοικοι φυλλορροούν. Το δημοτικό σχολείο από τετρακόσια παιδιά στην εποχή της μητέρας αριθμεί σήμερα μόνο τριάντα. Από την Μεταμόρφωση του Σωτήρος όμως «μεταμορφώνεται» και το χωριό. Οι μετανάστες εσωτερικού και εξωτερικού με τα βλαστάρια τους επιστρέφουν στα πάτρια εδάφη όπου ως τον Δεκαπενταύγουστο, δεν πέφτει καρφίτσα. Συγχωριανοί εκ περάτων συναθροισθέντες ενθάδε…



Εδώ έζησα τα καλύτερα 24 καλοκαίρια μου, πρακτικά όλη μου τη ζωή, αφού στη μουντάδα της Αθήνας σαν να έπεφτα σε χειμερία νάρκη ως το επόμενο καλοκαίρι. Εκ νεότητός μου πολλά βοηθεί με θέρη…


Τι το ωραίο έβρισκα; Αίσθημα ασφάλειας-ακόμα κάποιοι κοιμούνται με ξεκλείδωτες πόρτες-οικείες μορφές ανθρώπων και αυτοπεποίθηση απορρέουσα από την αναγνώρισή μου ως προσώπου. Όλοι με ήξεραν μα κι εγώ ήξερα πολλούς. Ξέγνοιαστες εξορμήσεις από τα μικράτα μου ως το πτυχίο πότισαν τα βράδια μου με αναμνήσεις. Ειδικά τα βράδια, το χωριό παραδίνεται στα παιδιά. Σήμερα βγήκα μεσάνυχτα και τα δωδεκάχρονα διάσπαρτα κατά σμήνη τράνταζαν τα στενά με τα γέλια και τις κουβέντες τους. Όμως δεν είναι όπως παλιά.



Μὴ κα­τα­πι­στε­ύ­σης με, ἀν­θρω­πί­νη ακρισία… Αυτοέλεγχος και προβληματισμός: άρχισα άραγε να ωραιοποιώ το παρελθόν; Σίγουρα και τα τωρινά παιδιά ζουν τον παράδεισό τους αλλά φαίνεται σαν εγώ να τον έχασα. Αφήστε που αυτή η στερεότυπη μεταξύ τους «φιλική» - υβριστική προσφώνηση όλο το βράδυ, η αδιάκριτη πονηριά των τσιριχτών ή μπάσων φωνών τους με ενοχλεί αφάνταστα. Έτσι ήταν και παλιά;


Όλα έχουν αλλάξει, ίσως όχι έξω, μα σίγουρα μέσα μου. Μεσολάβησε ένας θάνατος, ένας γάμος και τρία χρόνια. Οι συνομήλικοι συρρικνώθηκαν, βαρέθηκαν το χωριό ή δουλεύουν, παρότι αρκετοί πολλαπλασιάστηκαν κιόλας, αφού πια κοιμίζουν τα παιδιά τους. Οι μεγαλύτεροι που με αναγνωρίζουν, μού εύχονται «καλογερασμένοι» και «φαμελίτρα» και όταν τους προσπερνώ οι κεραίες μου καταγράφουν την χαμηλόφωνη αναφορά στον άδικο χαμό του πατέρα. Σαν μια καρφίτσα με τσιμπά και τείνω πια προς την αγοραφοβία. Θα­νά­του καὶ τῆς φθο­ρᾶς ὣς ἔ­σω­σεν, ἑ­αυ­τὸν ἐκ­δε­δω­κὼς τῷ θα­νά­τῳ…



Οι γιαγιάδες πλέον φαντάζουν πιο νέες αφού δεν περνούν πολύ τη μητέρα στην ηλικία, και λιγότερο σοφές, αφού οι ξεβαμμένοι πολιοί κρόταφοι και τα ροζιασμένα χείλη δεν παραπέμπουν πια στη θυμοσοφία αλλά μαγνητίζονται απ’ το κουτσομπολιό και τα σφραγίζει η δεισιδαιμονία. Η Μαρία, μία από τις λίγες νεαρές ντόπιες, ανυπομονεί να δραπετεύσει από την ασφυξία στην πρωτεύουσα όπου πέρασε φοιτήτρια.


Μάλλον επιτέλους ενηλικιώθηκα και πολλά απομυθοποίησα γύρω μου κι εντός μου. Παράδειγμα: Σήμερα η ατμόσφαιρα στην εκκλησία δεν μου φάνηκε γοητευτική όπως παλιά (ή μήπως και τότε δεν ήταν;). Πα­θῶν με τα­ράτ­του­σι προ­σβο­λαί…



Στο ναό, παραπάνω από το μισό εκκλησίασμα ήταν μαυροφορεμένοι. Άνθρωποι πεθαίνουν όπως παντού μα οι συγγενείς εδώ φορούν για μεγάλο διάστημα τα μαύρα. «Λογικό εφόσον νιώθουν το πένθος», θα πει ο καλοπροαίρετος, «εγκλωβισμός στο τι θα πει ο κόσμος;», θα αναρωτηθεί ο υποψιασμένος. Ευτυχώς υπάρχουν και λαμπρές εξαιρέσεις. Εμένα, πάντως, η εικόνα μ’ έκανε να θέλω να μας φωνάξω: Χριστός ανέστη! Η ζωή είναι μικρή για να είναι ψεύτικη ή θλιβερή!


Απόψε, καθώς αντίκριζα το χωριό από τη στροφή του δρόμου, αχνοφωτισμένο και ήσυχο, ένιωσα μια ελαφριά θλίψη. Πέθανε το φεγγαρόλουστο χωριό, ο παράδεισος των παιδικών, εφηβικών, νεανικών μου χρόνων; Όχι ! Όταν βλέπεις τον κόσμο στην πραγματική του διάσταση μπορείς να δοξολογήσεις πραγματικά, χωρίς φολκλόρ, ψευδαισθήσεις και ψυχολογήματα, μπορείς να ευχαριστήσεις τον Θεό για κάθε όμορφη στιγμή που έζησες...



Πάντων θλιβομένων ἡ χαρά, καὶ ἀδικουμένων προστάτις, καὶ πενομένων τροφή, ξένων τε παράκλησις, καὶ βακτηρία τυφλῶν, ἀσθενούντων ἐπίσκεψις, καταπονουμένων σκέπη καὶ ἀντίληψις, καὶ ὀρφανῶν βοηθός, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, σύ ὑπάρχεις, Ἄχραντε, σπεῦσον, δυσωποῦμεν, ῥύσασθαι τοὺς δούλους σου...


Καλή Παναγία!





Σωτηρούλα Γεωργίου



1/8/09

Η Πηγή

Η ΑΓΑΠΗ πήρε ένα προσωπικό όνομα. Πήρε πρό­σωπο ανθρώπου. Περπάτησε στους δρόμους μας. Έγινε ένας από μας, χωρίς να πάψει να είναι θεϊκά ο εαυτός της. «Ιησούς - Αγάπη». . .

Αυτή όμως η εξερεύνηση πού κάναμε εδώ προχωρεί πέρα από ένα Πρόσωπο ή από τα θεία Πρόσωπα. Αφο­ρά τό κοινό εσωτερικό τους, όχι αυτό πού προσιδιάζει στο καθένα. Πρόκειται αυτή τη στιγμή να ατενίσουμε την «θεία ουσία», να διακρίνουμε αυτό πού είναι «εν τω Θεώ», αυτό πού υπήρξε η πρώτη γενεσιουργός συγκίνηση. Αυτό το ονομάσαμε Αγάπη, Αγάπη χωρίς όρια.



Θέλουμε λοιπόν να ανέβουμε στην ίδια την Πηγή. Ασφαλώς θα βοηθούσε το να διακρίνουμε και ν' ακολου­θήσουμε σ' αυτή την Πηγή τα συγκεκριμένα αναβλύσματα· να σταματήσουμε κοντά στις τρεις συμβολικές μορφές, εξ ίσου ωραίες και νεανικές, πού κάθονται στο τραπέζι του Αβραάμ κάτω απ' τη δρυ Μαμβρή' ν' ακούσουμε τη θρη­σκευτική μελωδία με τρεις φωνές, όπου κάθε φωνή ψάλλει την ίδια Αγάπη με τη δική της μελωδικότητα. Για τις προσωπικές σχέσεις στο εσωτερικά της θείας ουσίας δεν θα γίνει λόγος εδώ. Αυτό θα ξεπερνούσε το σχέδιο μας και τις δυνατότητές μας. Θα μιλήσουμε λοιπόν για τον Κύριο - Αγάπη, χωρίς διαφοροποίηση.


Θα μιλήσουμε για την Αγάπη με τον πιο απλό τρόπο. Θα μιλήσουμε γι' αυτήν από τις πιο απλές απόψεις. Σ' αυτή την πρώτη προσέγγιση, άμεση κι απαλλαγμένη από τα αισθητά κι από τις φόρμες, θα βρεθούμε στο ίδιο επί­πεδο με τόσες ψυχές, πολύ απλές κι αυτές, πού αγνοούν τις θεωρίες, ξέρουν μόνο ν' αγαπούν και στενάζουν για τη συνάντηση του αγαπημένου με τον Εραστή, της ψυχής με την Αγάπη.

Είναι αλήθεια, παιδί μου, ότι δεν ποθείς τίποτε άλλο παρά την Αγάπη;

— Είναι αλήθεια, Κύριε.

Αληθινά δεν ποθείς παρά να αγαπάς καί να α­γαπιέσαι ;

— Αληθινά, Κύριε.

— Λοιπόν, παιδί μου, αφού έχεις αυτή τη δίψα, έλα στο νερό. Έλα στο αρχικό νερό. Έλα να πιείς στην Πηγή.


π. Lev Gillet