22/8/09

Κοιτάζω το χέρι μου...


Κοιτάζω το χέρι μου. Ποτέ δεν το ‘χα ξανακοιτάξει έτσι. Τούτο το χέρι απλώθηκε πρώτη φορά στον ουρανό να ψηλαφήσει τον κόσμο, όταν ακόμη δεν ήμουν παρά μια τόση δα μαλακή μάζα γύρω από μια ολόφρεσκη, έκθαμβη ψυχή. Με τούτο ‘δω το χέρι, σκάρωσα τις πρώτες μου μουντζούρες πάνω σε χαρτιά που καθόμουν ολόκληρη πάνω τους κι ύστερα που το βούτηξα στα χώματα για να φτιάχνω πυργάκια και λακούβες στην γη. Ποτέ δεν το εκτίμησα ιδιαίτερα τούτο το άκρο μου, μα πάντα με συντρόφευε η αφή του πάνω στα πράγματα του κόσμου, πάνω σε πρόσωπα ανθρώπων που αγάπησα...


Του ζωγράφισα σχέδια κάποτε, του μασκάρεψα τα νύχια κατά καιρούς, του φόρεσα ένα σωρό μπιχλιμπίδια, για να φωνάζει κάθε τόσο, όσο μπορεί ποια είμαι ή σαν ποια θα ‘θελα να με λογαριάζουν οι άλλοι. Μα ποτέ ως τώρα, δεν πρόσεξα πως τούτο το χἐρι, μεσαίου μεγέθους, με το μικρό σημάδι του και τα πέντε του δάχτυλα, είναι ένας ακριβός ακρίτας της μικρής μου πατρίδας, του κορμιού που πιάνει το χώρο του στον κόσμο τούτο για λογαριασμό μου...


Μα και τούτα τα πόδια μου, με κουβάλησαν όλα τα χιλιόμετρα της ζωής μου. Με στήριξαν αδέξια στα πρώτα μου βήματα, με πήγαν σχολείο κι ούτε παραπονέθηκαν ποτέ που τ’ αγκάρευα στις ανηφόρες, που καταμάτωσα τα γόνατα τους στα χαλίκια, που έτρεξαν μαζί μου για όσο το ζήτησα. Πόδια που ντράπηκα για λογαριασμό τους μέσα στην οδύνη της εγωτικής εφηβικής παραζάλης μου, πόδια που τα γονάτισα κάποτε μποστά στην εικόνα χωρίς όμως να πω γι΄ αυτά ένα «ευχαριστώ».


Παράξενο, ποτέ ως τώρα δεν ένιωσα πως τούτα τα δώρα έχουν κι αυτά μιαν αξία ανεκτίμητη, παρ ότι στ΄αλήθεια, είμαι ένας πλούσιος άνθρωπος. Όμως, δεν είναι τα πόδια και τα χέρια μου σήμερα καινούρια. Σήμερα άλλαξε ο νους μου που λογαριάζει τις κατακτήσεις και τα «θέλω»του. Που δε βλέπει πως όλη του η κληρονομιά είναι τούτο το σώμα κι η ψυχή που μου αγκαλιάζει τα 28 χρόνια που μετρά η ιστορία μου. Κι έτσι, ξέρω πια...

Δεν είναι τώρα που πλούτισα. Ήταν ο λογισμός μου πολύ άπληστος και δεν αναπαύτηκε ποτέ σε όσα είχα, δεν είπα ποτέ ένα «δόξα τω Θεώ» για το τώρα, για τα όσα έχω και γι΄αυτό που είμαι και έγινα ως εδώ. Ήμουν λοιπόν πλούσια και χθες. Θα ήμουν πλούσια ίσως και χωρίς χέρια ή πόδια όπως κάποιοι άνθρωποι με σακατεμένα τα μέρη του κορμιού, μα με την ψυχή γιγάντια. Άρα - σκέπτομαι - πλούσια είμαι μόνο όταν χαίρομαι για όσα έχω. Τα μικρά που αγνοώ και θεωρώ δεδομένα, όταν εκτιμώ το «ως εδώ που είμαι» και το «ως εδώ που έφτασα μόλις τώρα», το «όσα έχω από τον Θεό τούτη τη μονάκριβη στιγμή». Είμαι πλούσια για τα μικρά εκείνα «κεκτημένα» που ο αγωνιώδης λογισμός αγνοεί κυνηγώντας πάντοτε κάτι άλλο, υψηλοφρονώντας το κάτι κι αγνοώντας τα πάντα..


Και ζωή, είναι τελικά όλα αυτά που «φρενάρουν» το χρόνο στο ανεπανάληπτο λεπτό, είναι η στιγμή της δοξολογίας που δε ζητά τίποτε παραπάνω, κι αγαπά ο,τι περιλαμβάνει το «τώρα» της...

Ελ.

14/8/09

ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΤΟΝ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟ...

Το μικρό δωμάτιο γέμισε μυρωδιά! Υπέροχη μυρωδιά βρεγμένου χώματοs από την ξαφνική καλοκαιρινή βροχούλα. Είναι αργά, δύο παρά μετά τα μεσάνυχτα. Το απογευματινό καφεδάκι με κράτησε ξύπνια λίγο παραπάνω. Δεν παραπονιέμαι όμωs, μου δόθηκε η ευκαιρία να καταλάβω τι είναι αυτό που χοροπηδά στη στέγη τηs μικρής εξοχικής κατοικίαs. Σταγόνες βροχής που στήσαν χορό έτσι αργά το βράδυ σαν να ήθελαν να μη τις δει κανείς. Τις πρόδωσε όμως η μυρωδιά του χώματος που γαργαλάει τα ρουθούνια μου μπαίνοντας από τα ανοιχτό παράθυρο. Κι εφόσον όπωs λένε, όλες οι αισθήσειs συνεργάζονται και συμπληρώνουν η μια την άλλη, έπιασα να γράφω ό,τι ένιωσα απόψε να με πλημμυρίζει.

Σαν να μη θέλω να ξεχάσω τα χρώματα της ανατολής που είδα σήμερα το πρωί και που όλα τα έκανε να φαίνονται τόσο φωτεινά. Όλες οι αποχρώσεις του πράσινου γύρω μου, αφού μόνο αγροί υπάρχουν δίπλα και εκεί που τελειώνει το πράσινο, αρχίζει το γαλάζιο τα ουρανού και οι φωτεινέs παραλλαγές του πορτοκαλί από τιs ακτίνες του ήλιου. Λίγα λουλούδια σπάνε την μονοτονία, αν μπορεί κανείς να πει κάτι τέτοιο, αρκετά για να φέρουν κοντά κάθε λογής πετούμενο. Υπέροχη η σχέση με τη φύση, ιδίως όταν σου δίνεται η δυνατότητα να συνυπάρχεις με άλλα πλάσματα του Θεού.

Αναρωτιόμουνα για ώρα που βρέθηκαν τόσα μυρμήγκια κάτω από την καρέκλα μου και που στο καλό πάνε με τόση φούρια. Δεν είχα καταλάβει ότι είχα συνεισφέρει στιs χειμωνιάτικεs προμήθειεs τουs ρίχνονταs τα ψίχουλα του ψωμιού μου, αλλά και χτυπώνταs ανεπανόρθωτα μια σφήγκα που λιγουρευτηκε τον χυμό μου. Εργατικά μυρμήγκια, που επιβεβαιώνουν εκείνον τον μύθο του Αισώπου που μάθαινα μικρή, σε αντίθεση με όσους νωχελικούs τζίτζικες απέμειναν να τραγουδούν αφού από πολλούs μόνο τα κουφάρια μείνανε.

Η ώρα πέρασε μέσα στ’ αυλάκια του κήπου, να χαζεύω ποτίζοντας τα μικρά καθημερινά θαύματα. Πώs από τη μια μέρα στην άλλη κοκκίνησε και αυτή η ντοματούλα, και τα αγγουράκια απιστευτο το πωs μεγάλωσαν. Έκοψα μερικά για τη μεσημεριανή σαλάτα. Μοσχομυρίζουν τα χέρια μου πιπερίτσεs και αρωματικά βότανα. Ευλογία από το Θεό τα λαχανικά και τα φρούτα του καλοκαιριού. Προσφορά απλόχερη στη δήθεν ταλαιπωρία τηs νηστείας… Καθώs λίγα σύννεφα μαζεύτηκαν πάνω τηs, η θάλασσα ασημένια μας περίμενε. Όχι με τόση όρεξη σήμερα. Μικρόs κυματισμός στην αρχή και ύστερα μεγαλύτεροs, ήταν σα να μαs έλεγε πωs θέλει και κείνη να ξεκουραστεί. Ίσωs και όχι μόνο, μα και να ...καθαριστεί. Έτσι ερμηνεύω τα κύματα, σαν ανάγκη αυτοκάθαρσηs απ’ όλεs αυτέs τιs «ουσίεs» που την γεμίζουμε κάθε καλοκαίρι. Έκατσα και την χάζευα αρκετή ώρα. Όπωs και να είναι, ήρεμη ή άγρια, έχει πολλά να σου πει. Το ταξίδι μου διέκοψαν παιδικέs φωνέs, που έβγαιναν από την προσπάθεια να δαμάσουν τα κύματα.

Γυρίσαμε στο σπιτάκι. Γέλια και φωνέs πλημμύρισαν την αυλή του. Κουβάδεs με νερό περίμεναν στην αντηλιά να θερμανθούν με φυσικό τρόπο και να πάρουν μέρos στο καθιερωμένο μπουγέλο. Αυτόs είναι ο τρόποs πλυσίματοs εδώ στην εξοχή. Ούτε αφρόλουτρα. ούτε μπανιέρεs με άλατα. Κουβάδεs ζεσταμένοι στον ήλιο και ποτηράκια από το ένα χέρι στο άλλο. Φάγαμε και ξαπλώσαμε για την μεσημεριανή σιέστα. Να έχω το νου μου! Δεν θέλω να με πάρει ο ύπνοs για πολύ. Σήμερα έχει την τελευταία παράκληση στο εκκλησάκι τηs Αγίαs Μαρίναs. Ντύθηκα κι έφυγα με λαχτάρα. Μικρή διαδρομή στην παραλιακή οδό κι έφτασα. Ένα πανέμορφο εκκλησάκι πάνω σ ένα ύψωμα στην άκρη τηs θάλασσας. Παναγιά μου! - τη φωνή μου με τιs φωνέs των γυναικών που ψέλνουν, όχι επιτηδευμένα, μα απλά, μέσα απ την ψυχή τους - σε θερμοπαρακαλώ να πρεσβεύεις για την σωτηρία μας…

Ο ορίζονταs έχει σχεδόν πάρει όλα τα χρώματα του δειλινού. Στέκομαι και προσπαθώ να καταγράψω στο μυαλό μου τιs τόσεs αποχρώσειs. Ισωs μου χρειαστούν όταν θα βάφω τα βότσαλα που μαζεύουμε με τη μικρή μου κόρη…

Πάρκαρα το αυτοκινητάκι μου κάτω από τη δαμασκηνιά. Οι μωβ καρποί τηs συναγωνίζονται το μωβ του δειλινού,το ίδιο και το μωβ κρινάκι του αγρού. Αυτή ήταν και η ώρα που σκέφτηκα να πιω ένα καφεδάκι, βλέπονταs πια τουs κοντινούς αγρούs με άλλα χρώματα, αυτά του δειλινού. Ένα φτερούγισμα έφερε για λίγο συντροφιά μου ένα πανέμορφο πουλάκι γκρί με κίτρινο στα φτερά. Στάθηκε πάνω στην κόκκινη ντάλια. Έπαιξε λίγο με τα πέταλά της. Φανταστική είκονα που όμωs γρήγορα τελείωσε αφού εκείνη η παιδική φωνούλα τρόμαξε το πουλάκι και έφυγε.

Σ’ αυτό λοιπόν το καφεδάκι που με κράτησε ξάγρυπνη χρωστάω αυτέs τιs γραμμές, που σαν ταινία ήρθαν στο μυαλό μου και επισφραγίστηκαν από τη βροχούλα τηs νύχταs. Δόξα τω Θεώ για όλα αυτά που έζησα και ζω και που κανείs και τίποτε δεν μ΄ εμπόδισε να ξαναζήσω αυτό το υπέροχο καλοκαιρινό βραδάκι. Χρόνια Πολλά! Η Παναγία να σκεπάζει όλο τον κόσμο!

Βούλα '09

10/8/09

Εκ νεότητός μου πολλά βοηθεί με ... θέρη (!)


Μεσολάβησαν τρία χρόνια. Ήμουν 25 την τελευταία φορά που ήρθα καλοκαίρι στον επίγειο παράδεισό μου: Αιγαιοπελαγίτικο ορεινό χωριό, κλειστή κοινωνία, ο τόπος που φιλοξενεί αιώνια τους προγόνους μου. Οι περισσότεροι κάτοικοι είναι συγγενείς, οι υπόλοιποι γνωστοί πάππου προς πάππου. Τροχός δεν πατά τα μαρμαρόστρωτα καλντερίμια με τα πολλά σκαλιά κι οι μόνιμοι κάτοικοι φυλλορροούν. Το δημοτικό σχολείο από τετρακόσια παιδιά στην εποχή της μητέρας αριθμεί σήμερα μόνο τριάντα. Από την Μεταμόρφωση του Σωτήρος όμως «μεταμορφώνεται» και το χωριό. Οι μετανάστες εσωτερικού και εξωτερικού με τα βλαστάρια τους επιστρέφουν στα πάτρια εδάφη όπου ως τον Δεκαπενταύγουστο, δεν πέφτει καρφίτσα. Συγχωριανοί εκ περάτων συναθροισθέντες ενθάδε…



Εδώ έζησα τα καλύτερα 24 καλοκαίρια μου, πρακτικά όλη μου τη ζωή, αφού στη μουντάδα της Αθήνας σαν να έπεφτα σε χειμερία νάρκη ως το επόμενο καλοκαίρι. Εκ νεότητός μου πολλά βοηθεί με θέρη…


Τι το ωραίο έβρισκα; Αίσθημα ασφάλειας-ακόμα κάποιοι κοιμούνται με ξεκλείδωτες πόρτες-οικείες μορφές ανθρώπων και αυτοπεποίθηση απορρέουσα από την αναγνώρισή μου ως προσώπου. Όλοι με ήξεραν μα κι εγώ ήξερα πολλούς. Ξέγνοιαστες εξορμήσεις από τα μικράτα μου ως το πτυχίο πότισαν τα βράδια μου με αναμνήσεις. Ειδικά τα βράδια, το χωριό παραδίνεται στα παιδιά. Σήμερα βγήκα μεσάνυχτα και τα δωδεκάχρονα διάσπαρτα κατά σμήνη τράνταζαν τα στενά με τα γέλια και τις κουβέντες τους. Όμως δεν είναι όπως παλιά.



Μὴ κα­τα­πι­στε­ύ­σης με, ἀν­θρω­πί­νη ακρισία… Αυτοέλεγχος και προβληματισμός: άρχισα άραγε να ωραιοποιώ το παρελθόν; Σίγουρα και τα τωρινά παιδιά ζουν τον παράδεισό τους αλλά φαίνεται σαν εγώ να τον έχασα. Αφήστε που αυτή η στερεότυπη μεταξύ τους «φιλική» - υβριστική προσφώνηση όλο το βράδυ, η αδιάκριτη πονηριά των τσιριχτών ή μπάσων φωνών τους με ενοχλεί αφάνταστα. Έτσι ήταν και παλιά;


Όλα έχουν αλλάξει, ίσως όχι έξω, μα σίγουρα μέσα μου. Μεσολάβησε ένας θάνατος, ένας γάμος και τρία χρόνια. Οι συνομήλικοι συρρικνώθηκαν, βαρέθηκαν το χωριό ή δουλεύουν, παρότι αρκετοί πολλαπλασιάστηκαν κιόλας, αφού πια κοιμίζουν τα παιδιά τους. Οι μεγαλύτεροι που με αναγνωρίζουν, μού εύχονται «καλογερασμένοι» και «φαμελίτρα» και όταν τους προσπερνώ οι κεραίες μου καταγράφουν την χαμηλόφωνη αναφορά στον άδικο χαμό του πατέρα. Σαν μια καρφίτσα με τσιμπά και τείνω πια προς την αγοραφοβία. Θα­νά­του καὶ τῆς φθο­ρᾶς ὣς ἔ­σω­σεν, ἑ­αυ­τὸν ἐκ­δε­δω­κὼς τῷ θα­νά­τῳ…



Οι γιαγιάδες πλέον φαντάζουν πιο νέες αφού δεν περνούν πολύ τη μητέρα στην ηλικία, και λιγότερο σοφές, αφού οι ξεβαμμένοι πολιοί κρόταφοι και τα ροζιασμένα χείλη δεν παραπέμπουν πια στη θυμοσοφία αλλά μαγνητίζονται απ’ το κουτσομπολιό και τα σφραγίζει η δεισιδαιμονία. Η Μαρία, μία από τις λίγες νεαρές ντόπιες, ανυπομονεί να δραπετεύσει από την ασφυξία στην πρωτεύουσα όπου πέρασε φοιτήτρια.


Μάλλον επιτέλους ενηλικιώθηκα και πολλά απομυθοποίησα γύρω μου κι εντός μου. Παράδειγμα: Σήμερα η ατμόσφαιρα στην εκκλησία δεν μου φάνηκε γοητευτική όπως παλιά (ή μήπως και τότε δεν ήταν;). Πα­θῶν με τα­ράτ­του­σι προ­σβο­λαί…



Στο ναό, παραπάνω από το μισό εκκλησίασμα ήταν μαυροφορεμένοι. Άνθρωποι πεθαίνουν όπως παντού μα οι συγγενείς εδώ φορούν για μεγάλο διάστημα τα μαύρα. «Λογικό εφόσον νιώθουν το πένθος», θα πει ο καλοπροαίρετος, «εγκλωβισμός στο τι θα πει ο κόσμος;», θα αναρωτηθεί ο υποψιασμένος. Ευτυχώς υπάρχουν και λαμπρές εξαιρέσεις. Εμένα, πάντως, η εικόνα μ’ έκανε να θέλω να μας φωνάξω: Χριστός ανέστη! Η ζωή είναι μικρή για να είναι ψεύτικη ή θλιβερή!


Απόψε, καθώς αντίκριζα το χωριό από τη στροφή του δρόμου, αχνοφωτισμένο και ήσυχο, ένιωσα μια ελαφριά θλίψη. Πέθανε το φεγγαρόλουστο χωριό, ο παράδεισος των παιδικών, εφηβικών, νεανικών μου χρόνων; Όχι ! Όταν βλέπεις τον κόσμο στην πραγματική του διάσταση μπορείς να δοξολογήσεις πραγματικά, χωρίς φολκλόρ, ψευδαισθήσεις και ψυχολογήματα, μπορείς να ευχαριστήσεις τον Θεό για κάθε όμορφη στιγμή που έζησες...



Πάντων θλιβομένων ἡ χαρά, καὶ ἀδικουμένων προστάτις, καὶ πενομένων τροφή, ξένων τε παράκλησις, καὶ βακτηρία τυφλῶν, ἀσθενούντων ἐπίσκεψις, καταπονουμένων σκέπη καὶ ἀντίληψις, καὶ ὀρφανῶν βοηθός, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, σύ ὑπάρχεις, Ἄχραντε, σπεῦσον, δυσωποῦμεν, ῥύσασθαι τοὺς δούλους σου...


Καλή Παναγία!





Σωτηρούλα Γεωργίου



7/8/09

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ


῾Η Μεταμόρφωσις τοῦ Κυρίου ἀποτελεῖ στερεὸν θεμέλιον τῆς ἐλπίδος διὰ τὴν μεταμόρφωσιν τῆς ζωῆς ἡμῶν ὅλης - ἥτις νῦν εἶναι πλήρης κόπου, ἀσθενείας, φόβου - εἰς ζωὴν ἄφθαρτον καὶ θεοειδῆ.


᾿Εν τούτοις, ἡ ἀνάβασις αὕτη εἰς τὸ ὑψηλὸν ὄρος τῆς Μεταμορφώσεως συνδέεται μετὰ μεγάλου ἀγῶνος. Οὐχὶ σπανίως ἡμεῖς ἐξασθενοῦμεν ἐξ ἀρχῆς ἐν τῷ ἀγῶνι τούτῳ καὶ ἀπελπισία φαίνεται νὰ κυριεύῃ τῆς ψυχῆς.


Εἰς τοιαύτας ὥρας μαρτυρικῆς παραμονῆς ἐν τοῖς ὁρίοις μεταξὺ τοῦ ἕλκοντος πρὸς ἑαυτὸ ᾿Απροσίτου Φωτὸς τῆς Θεότητος καὶ τῆς ἀπειλητικῆς ἀβύσσου τοῦ σκότους, μνησθῶμεν τῶν διδαγμάτων τῶν Πατέρων ἡμῶν, οἵτινες διήνυσαν τὴν ὁδὸν ταύτην ἀκολουθοῦντες τὸν Χριστόν, καὶ ἐζωσμένοι τὰς ὀσφύας ἡμῶν ἐνδυναμωθῶμεν διὰ τῆς κραταιᾶς ἐλπίδος εἰς ᾿Εκεῖνον, ῞Οστις διὰ τῆς παλάμης Αὐτοῦ βαστάζει ἀκόπως πᾶσαν τὴν κτίσιν. ᾿Ενθυμηθῶμεν ὅτι ἐν τῇ ζωῇ ἡμῶν πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ ὁμοιοτρόπως πᾶν ὅ,τι ἐτελέσθη ἐν τῇ ζωῇ τοῦ Υἱοῦ τοῦ ᾿Ανθρώπου, διὰ νὰ ἐλευθερωθῶμεν ἀπὸ παντὸς φόβου καὶ ὀλιγοψυχίας.


῾Η ὁδὸς εἶναι κοινὴ εἰς πάντας ἡμᾶς κατὰ τὸν λόγον Αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ· «᾿Εγώ εἰμι ἡ ὁδός»· ὡς ἐκ τούτου δὲ εἶναι καὶ μοναδική, διότι «οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν Πατέρα, εἰ μὴ δι᾿ ᾿Εμοῦ».


᾿Εὰν ὁ Κύριος «ἐπειράσθη», καὶ ἡμεῖς πρέπει νὰ διέλθωμεν διὰ τοῦ πυρὸς τῶν πειρασμῶν. ᾿Εὰν ὁ Κύριος κατεδιώχθη, καὶ ἡμεῖς ὡσαύτως θὰ διωχθῶμεν ὑπὸ τῶν ἰδίων ἐκείνων δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι ἐδίωκον τὸν Χριστόν. ᾿Εὰν ὁ Κύριος ἔπαθε καὶ ἐσταυρώθη, καὶ ἡμεῖς ἀναποφεύκτως ὀφείλομεν νὰ πάσχωμεν καὶ νὰ σταυρούμεθα ἔστω, ἴσως, καὶ ἐπὶ ἀοράτων σταυρῶν, ἐφ᾿ ὅσον πράγματι ἀκολουθοῦμεν Αὐτὸν εἰς τὰς ὁδοὺς τῆς καρδίας ἡμῶν. ᾿Εὰν ὁ Κύριος μετεμορφώθη, καὶ ἡμεῖς θὰ μεταμορφωθῶμεν καὶ ἐνταῦθα ἔτι ἐπὶ τῆς γῆς, ἐὰν ὁμοιωθῶμεν πρὸς Αὐτὸν εἰς τὰς ἐσωτερικὰς ἐπιθυμίας ἡμῶν.


᾿Εὰν ὁ Κύριος ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, τότε καὶ πάντες οἱ πιστεύοντες εἰς Αὐτὸν θὰ διέλθουν διὰ τοῦ θανάτου, θὰ κατατεθοῦν εἰς μνημεῖα καὶ ἔπειτα θὰ ἀναστηθοῦν ὁμοίως πρὸς Αὐτόν, ἐφ᾿ ὅσον ὁμοίως πρὸς Αὐτὸν ἀπέθανον. Θὰ ἀναστηθοῦν ἐν πρώτοις αἱ ψυχαὶ τῶν πιστῶν, ἔπειτα δέ, κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Κοινῆς ᾿Αναστάσεως, καὶ τὰ σώματα. ᾿Εὰν ὁ Κύριος μετὰ τὴν ἀνάστασιν Αὐτοῦ ἐν δεδοξασμένῃ σαρκὶ ἀνελήφθη εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐκάθισεν εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ, οὕτω καὶ ἡμεῖς μετὰ δεδοξασμένων σωμάτων, διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, θὰ ἀναληφθῶμεν εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ θὰ καταστῶμεν «συγκληρονόμοι Χριστοῦ» καὶ «κοινωνοὶ τῆς Θεότητος» (Α´ Πέτρ. δ´ 13, Β´ Πέτρ. α´ 4, Ρωμ. ζ´ 17, Β´ Τιμ. β´ 11-12 κ.ἄ.).


Από τον τελευταῖο λόγο (11 Μαρτίου 1993), πρίν τήν κοίμησή του, τοῦ ἁγίου γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ . Ὅλο τό κείμενο στό "ΑΡΧΑΓΓΕΛΩΝ ΚΕΙΜΕΝΑ".

1/8/09

Η Πηγή

Η ΑΓΑΠΗ πήρε ένα προσωπικό όνομα. Πήρε πρό­σωπο ανθρώπου. Περπάτησε στους δρόμους μας. Έγινε ένας από μας, χωρίς να πάψει να είναι θεϊκά ο εαυτός της. «Ιησούς - Αγάπη». . .

Αυτή όμως η εξερεύνηση πού κάναμε εδώ προχωρεί πέρα από ένα Πρόσωπο ή από τα θεία Πρόσωπα. Αφο­ρά τό κοινό εσωτερικό τους, όχι αυτό πού προσιδιάζει στο καθένα. Πρόκειται αυτή τη στιγμή να ατενίσουμε την «θεία ουσία», να διακρίνουμε αυτό πού είναι «εν τω Θεώ», αυτό πού υπήρξε η πρώτη γενεσιουργός συγκίνηση. Αυτό το ονομάσαμε Αγάπη, Αγάπη χωρίς όρια.



Θέλουμε λοιπόν να ανέβουμε στην ίδια την Πηγή. Ασφαλώς θα βοηθούσε το να διακρίνουμε και ν' ακολου­θήσουμε σ' αυτή την Πηγή τα συγκεκριμένα αναβλύσματα· να σταματήσουμε κοντά στις τρεις συμβολικές μορφές, εξ ίσου ωραίες και νεανικές, πού κάθονται στο τραπέζι του Αβραάμ κάτω απ' τη δρυ Μαμβρή' ν' ακούσουμε τη θρη­σκευτική μελωδία με τρεις φωνές, όπου κάθε φωνή ψάλλει την ίδια Αγάπη με τη δική της μελωδικότητα. Για τις προσωπικές σχέσεις στο εσωτερικά της θείας ουσίας δεν θα γίνει λόγος εδώ. Αυτό θα ξεπερνούσε το σχέδιο μας και τις δυνατότητές μας. Θα μιλήσουμε λοιπόν για τον Κύριο - Αγάπη, χωρίς διαφοροποίηση.


Θα μιλήσουμε για την Αγάπη με τον πιο απλό τρόπο. Θα μιλήσουμε γι' αυτήν από τις πιο απλές απόψεις. Σ' αυτή την πρώτη προσέγγιση, άμεση κι απαλλαγμένη από τα αισθητά κι από τις φόρμες, θα βρεθούμε στο ίδιο επί­πεδο με τόσες ψυχές, πολύ απλές κι αυτές, πού αγνοούν τις θεωρίες, ξέρουν μόνο ν' αγαπούν και στενάζουν για τη συνάντηση του αγαπημένου με τον Εραστή, της ψυχής με την Αγάπη.

Είναι αλήθεια, παιδί μου, ότι δεν ποθείς τίποτε άλλο παρά την Αγάπη;

— Είναι αλήθεια, Κύριε.

Αληθινά δεν ποθείς παρά να αγαπάς καί να α­γαπιέσαι ;

— Αληθινά, Κύριε.

— Λοιπόν, παιδί μου, αφού έχεις αυτή τη δίψα, έλα στο νερό. Έλα στο αρχικό νερό. Έλα να πιείς στην Πηγή.


π. Lev Gillet