29/9/10

Τα θαύματα του Αρχαγγέλου

Κάθε μέρα συμβαίνουν στη ζωή μας μικρά θαύματα και είναι τόσο συνηθισμένο αυτό, που λέμε μόνο «για δες μια σύμπτωση!» ή «δόξα σοι ο Θεός!» και σύντομα ξεχνούμε. Υπάρχουν βέβαια και άλλα θαύματα στη ζωή, που είναι ανεξήγητα, υπερφυσικά, αδιανόητα για τα μέτρα του μυαλού μας, που δέχεται μόνο τη λογική των αισθήσεων. Όποιος έχει ζήσει ένα τέτοιο θαύμα, φέρει την ανάμνηση του σαν σφραγίδα στην ψυχή του και σε κατάλληλες ευκαιρίες το ομολογεί, όποιος πάλι ακούει γι’ αυτό χωρίς να το έχει ζήσει ο ίδιος, το δέχεται ή όχι, ανάλογα με  την καλή προαίρεση που διαθέτει. 


Την 1η Σεπτεμβρίου 2009, βρεθήκαμε με τη γυναίκα μου για λίγες μέρες στον Αρχάγγελο, ένα μικρό παραθαλάσσιο χωριό της Λακωνίας, στη μέση περίπου της διαδρομής Μολάοι – Νεάπολη. Όλα ήταν ωραία, το χωριό πολύ ήσυχο, η θάλασσα γαλήνια, τα κοντινά χωριά είχαν αρκετά μαγαζιά για φρούτα και άλλα απαραίτητα και ωραίες, μεγάλες Εκκλησίες.
Το Εκκλησάκι στον Αρχάγγελο ήταν μικρό, γραφικό και κάτασπρο, όμως όσες φορές περνούσαμε από μπροστά κάθε μέρα το βρίσκαμε κλειστό. Οι μέρες περνούσαν και την Κυριακή στις 6 του μηνός ήταν η εορτή της ανάμνησης του  «εν Χώναις θαύματος» του Αρχιστράτηγου Μιχαήλ. Θα ερχόταν πιστεύαμε κάποιος ιερέας από τα γειτονικά χωριά για να λειτουργήσει στο εκκλησάκι του Αρχαγγέλου. Όμως το εκκλησάκι παρέμεινε κλειστό την Κυριακή, όπως και την Τρίτη που εορταζόταν η Γέννηση της Παναγίας. Και τις δύο αυτές μέρες πήγαμε αναγκαστικά στις Εκκλησίες των γειτονικών χωριών. Δεν είχαμε πια ελπίδα ότι θα προσκυνούσαμε την εικόνα του Αρχαγγέλου στο εκκλησάκι του και είχαμε μείνει με το παράπονο.

 
Την επόμενη μέρα το απόγευμα, λίγο προτού δύσει ο ήλιος, νοιώσαμε την παρόρμηση να πάμε πάλι μια βόλτα στο εκκλησάκι, μήπως το βρούμε ανοικτό.
Πραγματικά είδαμε από μακριά την πόρτα ανοικτή και βρήκαμε μέσα μια γυναίκα που θύμιαζε και έναν άντρα που διάβαζε την Παράκληση στον Αρχάγγελο. Φιλήσαμε την εικόνα του Άρχοντα Μιχαήλ και όταν τελείωσε η Παράκληση, άρχισε η γυναίκα να μας διηγείται την ιστορία της εικόνας. Η εικόνα λοιπόν αυτή ανήκε στον κ. Γιάννη Ρουβέλα , πλοιοκτήτη και την είχε παραγγείλει στο Άγιο Όρος για να την τοποθετήσει στο πλοίο του. Συνέχισε να μας διηγείται την ιστορία της εικόνας. Όταν ο κ. Γιάννης πούλησε το πλοίο του δεν του την έδιναν οι νέοι ιδιοκτήτες και μας έλεγε πως όλα αυτά τα άκουσε από την εξαδέλφη του κ. Γιάννη, όταν ακούστηκαν φωνές έξω από την εκκλησία και μπήκε μέσα η εξαδέλφη, οπότε ανέλαβε αυτή να μας συνεχίσει την ιστορία. Μας έλεγε πως ο Αρχάγγελος παρουσιάστηκε στους ιδιοκτήτες και τους ζήτησε να πάνε την εικόνα στο χωριό και πως ο κ. Γιάννης είχε γλιτώσει  από βέβαιο πνιγμό με την επίκληση του Άρχοντα Μιχαήλ όταν ήταν νέος. Την ώρα εκείνη ακούστηκαν πάλι συζητήσεις απ’ έξω και μπαίνει ο ίδιος ο κ. Γιάννης, ξαφνιασμένος που βρήκε ολόκληρη παρέα να διηγούνται τις ιστορίες του και χαρούμενος παρακολούθησε τη συνέχεια και συμπλήρωνε κάποιες λεπτομέρειες από τα γεγονότα που είχε ζήσει.
Η ατμόσφαιρα ήταν πολύ φιλική και εγκάρδια. Όταν τελείωσαν οι διηγήσεις για τα θαύματα και άρχισαν να μιλούν για άλλα θέματα, προσκυνήσαμε και πάλι την εικόνα, χαιρετήσαμε και φύγαμε με βαθιά την αίσθηση ότι ο Αρχάγγελος ήταν παρών ανάμεσα μας και μας είχε δεχθεί στο σπίτι του, έχοντας ανταποκριθεί με τρόπο αναμφισβήτητο στο παράπονο μας. Όμως απέμενε ακόμα μία «σύμπτωση» για να ολοκληρωθεί η φιλοξενία του Αρχαγγέλου. Είπαμε «Κρίμα, να μην έχουμε πάρει τη φωτογραφική μαζί μας, να έχουμε τη φωτογραφία της εικόνας. Κρίμα.»


Την επομένη την ίδια ώρα, πήγαμε και πάλι στο εκκλησάκι. Είχε ανοίξει μια γυναίκα, σαν να μας περίμενε και κάτι τακτοποιούσε. Φωτογραφίσαμε την εικόνα και το ιστορικό των θαυμάτων, γραμμένο από τον κ. Γιάννη και ενσωματωμένο πίσω από την Παράκληση του Αρχαγγέλου. Χαιρετίσαμε τη γυναίκα και φύγαμε.
Πίσω μας βγήκε κι’ εκείνη και κλείδωσε. Το εκκλησάκι δεν ξανάνοιξε τις επόμενες μέρες.

Αντέγραψα από τις φωτογραφίες τη διήγηση του κ  Γιάννη και την παραθέτω αμέσως.

Κείμενο κ. Γιάννη Ρουβέλα (πιστή αντιγραφή από φωτογραφία του κειμένου):

Τα θαύματα του Μιχαήλ Αρχαγγέλου


Στην Πρέβεζα όπου υπηρετούσα το 1947 η μονάδα μου ήτο κοντά στη θάλασσα, πήγα μια ημέρα μ’ ένα φίλο μου να κάνουμε μπάνιο (Γιώργος Παππάς το όνομα του).
Πήραμε μια βάρκα ανοιχτήκαμε βαθιά, φουντάραμε την άγκυρα και κάναμε ηλιοθεραπεία. Κάποια στιγμή ο φίλος μου ήθελε να κολυμπήσει, όταν έπεσε δεν ήξερε καλά κολύμπι και ζήτησε βοήθεια, εγώ νέος και καλός κολυμβητής δεν πήρα τη βάρκα, αλλά έπεσα να τον βγάλω μη γνωρίζοντας ότι σ’ αυτό το σημείο έκανε ρεύμα. Προσπαθώντας να φτάσω τη βάρκα, μας έπαιρνε το ρεύμα στην αντίθετη κατεύθυνση. Κάποια στιγμή, 200 μέτρα από τη βάρκα, οι δυνάμεις μας εγκατέλειπαν, ο φίλος μου δεν με άφηνε, αρχίσαμε να βουλιάζουμε, σκέφτηκα να μην πνιγούμε και οι δύο και τον ρώτησα αν μ’ αφήνει να φύγω και να φέρω τη βάρκα, μη γνωρίζοντας τον κίνδυνο με άφησε (δεν είχε επίγνωση του κινδύνου), προσπάθησα να πλησιάσω τη βάρκα αλλά ήτο αδύνατον, η απόσταση ήτο μεγάλη και οι δυνάμεις ολίγες, με τη σκέψη ότι ο φίλος μου πνίγεται οι δυνάμεις μου με εγκατέλειψαν, έκανα τον σταυρό μου φωνάζοντας το όνομα του Μιχαήλ Αρχάγγελου.
- Άγιε μου Αρχάγγελε! Σώσε με! (άφησα το φίλο μου να πνιγεί!).
Αυτή τη στιγμή νιώθω ένα χέρι να μ’ αρπάζει και να με ρίχνει μέσα στη βάρκα στην οποία ήτο ήδη μέσα ο φίλος μου. Λιποθύμησα και μέχρι σήμερα δεν γνωρίζω πώς σώθηκα. Το αποδίδω σε θαύμα του Μεγάλου Αγίου που δεν με εγκατέλειψε ποτέ.



Όταν αγοράσαμε τον “Ταξιάρχη” παραγγείλαμε στο Άγιο Όρος και μας αγιογράφησαν την εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, την οποία και τοποθετήσαμε στον αγιασμό για το πρώτο ταξίδι. Μετά από χρόνια και όταν πουλήσαμε το καράβι, ζητήσαμε πίσω την εικόνα να την βάλουμε στην εκκλησία του χωριού μας.
Παρ’ όλες τις προσπάθειες να πάρουμε την εικόνα πίσω, αυτοί επέμεναν να την κρατήσουν.
Πέρασαν χρόνια από τότε και κάποια μέρα σε ένα από τα ταξίδια του “Ταξιάρχη” με μεγάλη θαλασσοταραχή, έπεσε κεραυνός στο καράβι. Ο κεραυνός πέρασε από την εικόνα και άφησε ένα κάψιμο κατά μήκος της αριστερής πλευράς της.
Έπεσε η εικόνα πάνω στον καπετάνιο αλλά πού να καταλάβει αυτός και συνέχισαν να την κρατούν.
Ένα βράδυ παρουσιάστηκε ο Άγιος στον ύπνο των νέων ιδιοκτητών και τους είπε:
- Θέλω να με πάτε εκεί όπου ανήκω, στο σπίτι μου, στην οικογένεια μου, στον Αρχάγγελο!
Πήραν ταξί τα μεσάνυχτα από την Αθήνα και ήλθαν στη Δαιμονιά, βρήκαν τον εφημέριο παπα-Θωμά Λεκκάκη, του είπαν την ιστορία και παρέδωσαν την εικόνα σ’ αυτόν για να τη λειτουργήσει.
Πρωί-πρωί την άλλη μέρα με πήρε τηλέφωνο ο παπάς και μου είπε να πάω στην εκκλησία για τη λειτουργία. Δεν μπορείτε να φανταστείτε την αγαλλίαση μου, η εικόνα επέστρεψε στον τόπο μας, ο Άγιος Προστάτης μου ευρίσκεται εις την μικρή μας εκκλησία με τα σημάδια όπου επαληθεύουν την ιστορία της. Ένα δάκρυ όπου εμφανίσθηκε μια στιγμή κι όταν ο καπετάνιος το είδε, φώναξε τους άλλους να το δουν, και μετά από μία ώρα επήραν σήμα ότι βυθίστηκε το “Ηράκλειο”.
Και τώρα όπου γράφουμε το βιβλίο αυτό για την οικογένεια μας, βλέπω έκτακτο δελτίο στην τηλεόραση για το ναυάγιο του “Sea Diamond”, ω Θεέ μου, δεν είναι αυτό το πλοίο όπου ευρίσκεται ο ανιψιός μου ο Σπύρος, ο γιος της ανιψούλας μου; Της τηλεφωνώ αμέσως, τη βρίσκω στην Εκκλησία μας όπου βλέποντας την είδηση έτρεξε ήδη στον Άγιο ζητώντας τη βοήθεια του, και εκείνος ο Παντοδύναμος Αρχάγγελος προστάτευσε κάτω από τις πελώριες θαυματουργές φτερούγες του όλους. Και αυτό το μονάκριβο παιδί της μανούλας του, όχι μόνο το προστάτευσε αλλά του έδωσε δύναμη και θάρρος να βοηθήσει και άλλους ανθρώπους. Σε ευχαριστούμε, Σε δοξάζουμε, Σε ευλογούμε, γλυκύτατε προστάτη μας. Προστάτευε πάντοτε όλα τα παιδιά του κόσμου, και τα δικά μας.»

Με τις αναβολές και την αμέλεια μου πέρασε ένας ολόκληρος χρόνος. Ωστόσο σήμερα καταθέτω τη μαρτυρία αυτή, με έντονη την αίσθηση της παρουσίας του Αρχαγγέλου στη ζωή μας και με ευγνωμοσύνη για την απτή και πλούσια φιλοξενία Του.

Μιχάλης Ψαράς


24/9/10

ΔΙΨΑ Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ...




Με αφορμή την μνήμη του Αγ. Σιλουανού του Αθωνίτου, 
επαναδημοσιεύουμε το μελοποιημένο τροπάριο με τα λόγια του Αγίου.
Μελοποίησαν και ψάλλουν πατέρες της Ι. Μ. Σίμωνος Πέτρας.

(Κλείστε το player για να μην παίζει ταυτόχρονα μουσική).




21/9/10

ΑΝΑΜΙΣΗΣ ΝΤΕΝΕΚΕΣ

Σύντομη βιβλιοπαρουσίαση


Γιά­ννη Μα­κρι­δά­κη, «ΑΝΑΜΙΣΗΣ ΝΤΕΝΕΚΕΣ» Εκδ. Ε­στί­α, σελ.348,

Το πρώ­το βι­βλί­ο του Χι­ώ­τη συγ­γρα­φέ­α Γαν­νη Μα­κρι­δά­κη, γνω­στού α­πό τό βι­βλί­ο «Η δε­ξιά τσε­πη του ρά­σου» (Ε­στί­α, 2009, 244 σελ.), δι­α­βά­σα­με πρό­σφα­τα και γο­η­τευ­τή­κα­με α­πό την ζων­τα­νή α­φή­γη­ση της ι­στο­ρί­ας.

 «Α­νά­μι­σης ντε­νε­κές» ή­ταν το σύν­θη­μα που έ­λε­γαν οι συγ­χω­ρια­νοί τού Γι­ώρ­γη Πέ­τι­κα, ό­ταν πλη­σί­α­ζαν στην σπη­λιά που κρυ­βό­ταν ύ­στε­ρα α­πό έ­να έγ­κλη­μα που εί­χε δι­α­πρά­ξει σε βρα­σμό ψυ­χής στις αρ­χές του 20 αι­ώ­να. Η ι­στο­ρί­α του Πέ­τι­κα εί­ναι έ­νας το­πι­κός θρύ­λος στην πε­ρι­ο­χή των Καρ­δα­μύ­λων της Χί­ου, α­φού κα­νείς δεν γνω­ρί­ζει με ακρίβεια τα πραγ­μα­τι­κά γε­γο­νό­τα. Ο Μα­κρι­δά­κης πε­ρι­πλα­νή­θη­κε τη σύγ­χρο­νη Χί­ο, κα­τέ­γρα­ψε δι­η­γή­σεις η­λι­κι­ω­μέ­νων και α­να­σύν­θε­σε την ι­στο­ρί­α του Πέ­τι­κα, συγ­κρί­νον­τας την αυ­θεν­τι­κό­τη­τά τους.  Γλα­φυ­ρές πε­ρι­γρα­φές, έντονη δράση, το­πι­κή δι­ά­λε­κτος και η σύγ­χρο­νη ι­στο­ρί­α του νη­σιού, ζων­τα­νεύ­ουν μέ­σα α­πό την ά­κρως εν­δι­α­φέ­ρου­σα δι­ή­γη­ση του Γιά­ννη Μα­κρι­δά­κη, που δι­α­κό­πτε­ται α­πό τις εν­θυ­μή­σεις των γε­ρόν­των, για να φτά­σει σε μια μάλ­λον ο­λο­κλη­ρω­μέ­νη α­πό­δο­ση της πραγ­μα­τι­κής ι­στο­ρί­ας. Το  συ­νι­στού­με.

14/9/10

«Το Τρίτο Θαύμα»


 
Παρουσίαση μιας ενδιαφέρουσας ταινίας με θεολογικό προβληματισμό, από τον συνεργάτη μας Μ.Ψ. Η ταινία θίγει ζητήματα όπως "ο δικηγόρος του διαβόλου" στην Καθολική Εκκλησία, οι προϋποθέσεις ανακηρύξης της αγιότητος και οι αμφιβολίες στην πίστη. 





 «Το Τρίτο Θαύμα» σε σκηνοθεσία της Agnieszka Holland, γυρίστηκε στην Αμερική το 1999 και αποτελεί μια πολυδιάστατη και με πολλές εκπλήξεις δημιουργία.
Το έργο ξεκινά με μια αναδρομή, που θα πάρει κάποια στιγμή τη θέση της στην εξέλιξη του έργου. Πρόκειται για ένα θαύμα που έγινε στη Σλοβακία το 1944. Ένα πρωί, αμερικανικά αεροπλάνα βομβαρδίζουν μια πόλη με γερμανικά στρατεύματα. Την ώρα του γενικού πανικού που όλοι τρέχουν να σωθούν, ένα κοριτσάκι προσεύχεται γονατισμένο στα σκαλιά μπροστά στο άγαλμα της Παναγίας. Κρατά σφιχτά σαν μοναδικό θησαυρό του, οικείο, ένα αγαλματάκι Της. Όλοι περιμένουν σε δευτερόλεπτα την καταστροφή, όμως οι βόμβες δεν φθάνουν ποτέ στο έδαφος.

Εκστατικοί μάρτυρες του θαύματος, παρευρίσκονται ο πατέρας του κοριτσιού και ένας νεαρός πάστορας.

Ο ρεαλισμός της σκηνής του βομβαρδισμού, χωρίς επιλεκτικές εστιάσεις σε ακραίες καταστάσεις, αποκτά μια υπερβατική πληρότητα με τη θαυματουργική προσευχή του μικρού κοριτσιού. Γιατί παράλληλα με τη βία, τη τραχύτητα, τον φόβο και τον παραλογισμό του πολέμου, η παρουσία του Θαύματος όταν υπάρχει πίστη, είναι επίσης μια αναμφισβήτητη πραγματικότητα.

Το θαύμα της εισαγωγής ακολουθεί διακριτικά στη συνείδηση του θεατή την εξέλιξη του έργου, μέχρι τη στιγμή που θα επανέλθει εντυπωσιακά και πάλι στο προσκήνιο. Η ταινία ωστόσο, εντυπωσιάζει κυρίως με την αρμονική ένταξη της πνευματικότητας στα στοιχεία ρεαλισμού της. Το έργο αποκτά μια πλούσια δυναμική σαν συνέπεια της πνευματικότητας αυτής, που χωρίς να προβάλλεται ιδιαίτερα, η παρουσία της είναι διάχυτα αισθητή και καταλυτική. Ήδη βιώσαμε τις διευρυμένες στιγμές της επιδρομής, που ο χρόνος παγώνει για όλους, καθώς έντρομοι αναμένουν τις βόμβες που βάρυναν τον ουρανό να επιφέρουν τον όλεθρο, ενώ το κοριτσάκι ολοκληρώνει την ολόθερμη λιγόλογη επίκληση του στην Παναγία, και με την υπέροχη βεβαιότητα της εμπιστοσύνης του στην προσωπική σχέση τους κατευθύνεται χαρούμενο στον έκπληκτο πατέρα του.  





Τριανταπέντε χρόνια αργότερα, το 1979, βρισκόμαστε στο Σικάγο.

Στον περίβολο του μοναστηριού του Αγίου Στανισλάους, όπου εντάχθηκε και με πολλή αγάπη εργάστηκε μια ξεχωριστή γυναίκα, η Έλεν Ο’Ρήγκαν, ένα θαύμα που αποδίδεται σ’ αυτήν επαναλαμβάνεται κάθε φορά που βρέχει τον Νοέμβριο, τον μήνα της κοιμήσεως της. Το άγαλμα της Παναγίας δακρύζει με αίμα που κυλά στο πρόσωπο της και που έχει θεραπευτικές ιδιότητες. Οι πιστοί προσεύχονται στην Έλεν και ζητούν την αγιοποίηση της. Το Βατικανό αναθέτει στον ιερέα  Frank Shore [Ed Harris], γνωστό για τον εξονυχιστικό έλεγχο που εφαρμόζει σε ανάλογες περιπτώσεις, να ερευνήσει το θαύμα και να εισηγηθεί ή όχι την αγιοποίηση. Εκείνος θα αποδεχθεί την αποστολή αυτή σαν να την περίμενε, σαν να προετοιμαζόταν γι’ αυτήν, αν και είχε απομακρυνθεί εκούσια από την Εκκλησία πριν από μερικούς μήνες.

Ο πατέρας Φρανκ, με βαθιά συναίσθηση της ευθύνης του, θα ερευνήσει τις συνθήκες του θαύματος και τη ζωή της Έλεν, που είχε παντρευτεί, είχε αποκτήσει μια κόρη και όταν χήρεψε, αποφάσισε να αποσυρθεί στο μοναστήρι. 

 
Η κόρη της Έλεν Roxanna [Anne Heche], συναντά ενοχλημένη τον πατέρα Φρανκ που αναζητά πληροφορίες, γιατί δεν έχει συγχωρήσει τη μητέρα της που την εγκατέλειψε στη δύσκολη ηλικία της εφηβείας της.

Ανάμεσα στον πατέρα Φρανκ που βρίσκεται σε μια φάση γενικότερης αναζήτησης και της Ρωξάννας που δεν θέλει να είναι “η κόρη της Αγίας”, αλλά να αποκτήσει την ξεχωριστή, δική της θέση σε μια ζωή που της ανήκει, αναπτύσσεται μια συμπάθεια.

Όμως η Έλεν Ο’Ρήγκαν είναι εκείνη που κυριαρχεί πια στη ζωή του πατέρα Φρανκ. Το αίμα των δακρύων του αγάλματος της Παναγίας είναι της ίδιας ομάδας με το αίμα της Έλεν. Ανίατοι ασθενείς θεραπεύονται. Ο πατέρας Φρανκ θα ζητήσει την αγιοποίηση της. Στην προσπάθεια του αυτή, θα έχει να αντιμετωπίσει τον “Συνήγορο του διαβόλου”, τίτλο που επάξια φέρει ο Αρχιεπίσκοπος Werner [Armin Mueller-Stahl]. Επιπλέον θα πρέπει να αποδείξει με αδιάσειστα στοιχεία την ύπαρξη τριών θαυμάτων. Η έρευνα αποκαλύπτει πως στο θαύμα της Σλοβακίας, το κοριτσάκι που με την προσευχή του απέτρεψε την καταστροφή ήταν η Έλενα Κρόλοβα, η μετέπειτα Έλεν Ο’Ρήγκαν. Μάρτυρες φυσικά δεν υπάρχουν πια, όμως σε μια δραματική σκηνή ο Αρχιεπίσκοπος Βέρνερ θα αναγκασθεί συγκλονισμένος να επιβεβαιώσει το θαύμα στον πατέρα Φρανκ. Υπήρξε και ο ίδιος μάρτυρας των όσων συνέβησαν, όταν από ένα φορτηγό που μετέφερε τραυματίες Γερμανούς στρατιώτες παρακολούθησε το κοριτσάκι να προσεύχεται και τις βόμβες στον ουρανό να μετατρέπονται σε χιλιάδες περιστέρια. Η Έλενα, η μικρή τσιγγάνα της Σλοβακίας, πριν από τον πατέρα Φρανκ, πριν από τη Ρωξάννα, είχε ήδη σφραγίσει και τη ζωή του Αρχιεπισκόπου Βέρνερ.    


Καθώς το βασικό θέμα της ταινίας είναι «η αγιοποίηση» στην Καθολική Εκκλησία, έχουμε την ευκαιρία να αντιληφθούμε πως οι τύποι, με το ισχυρό άλλοθι που παρέχουν στην εξουσία που τους εφαρμόζει αμετάκλητα, υπεισέρχονται και στερούν από ιερές διαδικασίες την ευαισθησία, τον σεβασμό και την διορατική αξιολόγηση που θα όφειλαν να έχουν, εξομοιώνοντας τις σε μεγάλο βαθμό με κοσμικές διοικητικές πρακτικές, αγνοώντας βέβαια πως “η διάκριση υπερτερεί των κανόνων.”

Την ίδια ώρα ο παλμός της ζωής στο Σικάγο, δονεί τις ψυχές του απλού λαού που ελίσσεται σκληρά με κάθε τρόπο για να επιβιώσει στην καθημερινότητα, διψά να κοινωνήσει αγάπη και επιβεβαίωση, απεκδύεται την βιοτική του μέριμνα για να συναντήσει μέσα στη βροχή, σαν σε μια σύγχρονη κολυμβήθρα του Σιλωάμ, την ελπίδα του θαύματος στο πρόσωπο της «Αγίας» του. 

Η Αννιέσκα Χόλλαντ με πολλή τέχνη και με ανάλογη ίσως διαίσθηση, κατορθώνει να συνθέσει σε ένα ενιαίο σύνολο ζωής, το παρελθόν με το παρόν, την Εκκλησία με τα γκέτο, τον πλούτο με την ανέχεια, τη συνέπεια με την απάτη, τη μοναξιά με τον συνωστισμό εκατομμυρίων ανθρώπων, σε ένα σενάριο όπου το ενδιαφέρον του θεατή προοδευτικά θα μετατεθεί από το κύριο θέμα της ταινίας, τον επιδιωκόμενο στόχο της αγιοποίησης, στις ψυχολογικές επιπτώσεις των εξελίξεων στους τρεις κύριους χαρακτήρες του έργου.

Οι εκπλήξεις όμως, δεν έχουν ολοκληρωθεί ακόμα. Σταδιακά επίσης, γίνεται αντιληπτό πως το έργο λειτουργεί κυριολεκτικά με τη δική του προσωπικότητα, με ιδανικούς εκφραστές των στοιχείων που απαρτίζουν μια προσωπικότητα -της βούλησης, του συναισθήματος και της σκέψης- τον πατέρα Φρανκ, τη Ρωξάννα και τον Αρχιεπίσκοπο Βέρνερ.

Ο πατέρας Φρανκ εκπροσωπεί τη Βούληση. Η ευθυκρισία, η μεθοδικότητα και ο ορθολογισμός, ιδιότητες της οργανωμένης σκέψης του που τόσο εκτιμούσαν στο Βατικανό, δεν έπαιξαν ρόλο στην απομάκρυνση του από την Εκκλησία. Οι αμφιβολίες του δεν τον οδήγησαν σε άρνηση του Θεού, σε αλλαγή πορείας, σε οριστική αποχώρηση. Τον βρίσκουμε σε κατάσταση αναμονής να σιτίζεται με τους άπορους, ανώνυμος μέσα στο ανώνυμο πλήθος. Δεν θεωρεί τον εαυτό του άξιο να λειτουργεί σαν ιερέας. Δεν αμφιβάλλει για τον Θεό, αμφιβάλλει για τη δική του δυνατότητα να νιώσει τον Θεό. Το κτίσιμο (με τη σκέψη) μιας «λογικής» πίστης, δεν του αρκεί. Επιζητά, προσεύχεται και προσδοκά τη θεία επέμβαση στη ζωή του, ώστε να υπερβεί στη συνείδηση του η έννοια της Θεότητας τα στενά όρια της νόησης, να μετουσιώσει την ύπαρξη του, να φλογίσει την καρδιά του με ιερό πόθο. Μια τέτοια πίστη οφείλει στον Θεό.  

Η Πίστη δεν είναι νοητική θέση, είναι βουλητική στάση. Είναι μια στάση ζωής που επαναπροσδιορίζεται και ισχυροποιείται σε κάθε βήμα, έτσι που η σχέση με το Θεό να εξελίσσεται σαν πορεία προς την αγιότητα. Μια πορεία που από ανηφορική και επίπονη, θα μεταλλαχθεί σε ταξίδι χαράς και αδημονίας για ένωση με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, επιστέγαση της απόλυτης ένταξης της βούλησης μας στην Αγάπη του Κυρίου μας.

Η Πίστη είναι εκούσια υπαγωγή της ελευθερίας μας στη βούληση του προσώπου που εμπιστευόμαστε. Και όταν το πρόσωπο αυτό είναι ο ίδιος ο Θεός, χωρίς δεύτερη σκέψη ακολουθούμε το δρόμο που με άπειρη αγάπη μας υποδεικνύει, αξιώνοντας μας να μετέχουμε στα σχέδια Του.

Ο πατέρας Φρανκ είναι ο άνθρωπος που τολμά να αποστασιοποιηθεί από τη συμβατικότητα για να αναζητήσει την αλήθεια. Ο άνθρωπος που μέσα από τις επιρροές του κόσμου, θα αδράξει την ευκαιρία να προσεγγίσει το ακατανόητο και να γοητευθεί από τον πνευματική διαύγεια της αγιότητας. Ο άνθρωπος που ερευνώντας και γνωρίζοντας βαθύτερα την Έλεν, θα γίνει ο μοναδικός μάρτυρας ενός ακόμα θαύματος της, γιατί το θαύμα αυτό θα αφορά μόνο στον ίδιο και στην αλλοίωση του.

Η Ρωξάννα αντιπροσωπεύει στην ταινία το Συναίσθημα. Είναι πληγωμένη, γιατί ζητά ικανοποίηση και ολοκλήρωση μακριά από μια ορθή βουλητική κάλυψη. Υποκαθιστά τη θέληση της με επιθυμίες. Η βούληση της αδρανεί και υπαγορεύει τις επιθυμίες της στη βούληση των άλλων. Ένα συναίσθημα αυτονομημένο, στην προσπάθεια του να γευθεί την αγάπη και τη χαρά στη ζωή του, αναλώνεται σε μια τυφλή πορεία.

Όπως συχνά συμβαίνει στα παιδιά σημαντικών γονέων, η Ρωξάννα βιώνει την ανάγκη να ενταχθεί ισότιμα σε μια ομάδα, μια κοινωνία, μια σχέση. Ο πατέρας Φρανκ κατανοεί, συμπάσχει, όμως οι επιλογές της Ρωξάννας είναι άλλες κι’ εκείνος έχει διαλέξει ήδη τον δρόμο του.

Ο Αρχιεπίσκοπος Βέρνερ συνάντησε νωρίς στη ζωή του το θαύμα, αλλά ο σκεπτικισμός του τον οδήγησε μέσα από διαύλους λήθης και εκλογίκευσης σε συμβιβασμούς. Η διανόηση που δεν κατευθύνεται από σταθερά προσανατολισμένη βούληση, δεν καλλιεργεί πίστη, αλλά αναπτύσσει εγωισμό και έπαρση. Για μια ουσιαστική σχέση με τον Θεό, η αλαζονική ευφυΐα είναι μεγάλο εμπόδιο. Ο πραγματικά έξυπνος άνθρωπος διαθέτει την ικανότητα να σταθμίσει το μέγεθος του και αντιλαμβάνεται πως πνευματική ζωή που δεν αντλεί από την Πηγή της Ζωής, είναι μια υποκειμενική ψευδαίσθηση, κενή πνεύματος.

Μεταξύ του πατέρα Φρανκ και του Αρχιεπίσκοπου Βέρνερ, της βούλησης που αναζητά τον Θεό και του συμβιβασμένου σκεπτικισμού, δεν μπορεί να υπάρξει σημείο επαφής. Οι συγκρούσεις τους είναι αναπόφευκτες. Παρ’ όλα αυτά, την ώρα που ο Θεός ανοίγει τη σκηνή της αλήθειας, όλοι επανέρχονται στην ουσιαστικότερη στιγμή τους. Ο Αρχιεπίσκοπος ξαναγίνεται ο νεαρός ανάπηρος στρατιώτης που στριμωγμένος και ανήμπορος σε ένα φορτηγό, παρακολουθεί ένα μικρό κοριτσάκι να εισακούεται από την Παναγία και ο πατέρας Φρανκ, ο ταπεινός ικέτης που ζητούσε να σωθεί ο πατέρας του υποσχόμενος να γίνει ιερέας. Τώρα θα έχει την ευκαιρία σαν επιβράβευση της ευθύτητας του, να επανέλθει στη θέση του στην Εκκλησία, πιστός και άξιος.

Τελευταία γεύση από την ιδιαίτερη αυτή ταινία, παραμένει στο θεατή η πραγματικά θαυμαστή αμφίδρομη ενέργεια που υφίσταται στις πνευματικές σχέσεις. Ο πατέρας Φρανκ αγωνίστηκε να αποδείξει την αγιότητα της Έλεν και εκείνη μέσα από τον αγώνα του αυτόν, του υπέδειξε τον δρόμο προς την αγιότητα.


Μ. Ψ.

10/9/10

Ταξίδι στη σκιά του Βυζαντίου...

Ταξίδι στη σκιά του Βυζαντίου, Dalrymple, William, εκδ. ΩΚΕΑΝΙΔΑ, σελ. 637




 Ακόμα ένα βιβλίο που διαβάσαμε και μας συνάρπασε.

Την ά­νοι­ξη του 587 μ.Χ., δύ­ο μο­να­χοί της Ι. Μ. Α­γί­ου Θε­ο­δο­σί­ου του Κοι­νο­βιά­ρχου, ο Ι­ω­άν­νης Μό­σχος και ο μα­θη­τής του Σω­φρό­νιος ο Δα­μα­σκη­νός (με­τέ­πει­τα Πα­τριά­ρχης Ι­ε­ρο­σο­λύ­μων), ξε­κί­νη­σαν έ­να ο­δοι­πο­ρι­κό, α­πό τις α­κτές του Βο­σπό­ρου ως τους αμ­μό­λο­φους της Αι­γύ­πτου. Σκο­πός τους να κα­τα­γρά­ψουν ι­στο­ρί­ες α­πό τον βί­ο των μο­να­χών της ε­ρή­μου. Α­πο­τέ­λε­σμα του τα­ξι­διού αυ­τού ή­ταν το γνω­στό «Λει­μω­νά­ριο» (βλ. Λει­μω­νά­ριον, εκδ. Ι. Μ. Σταυ­ρο­νι­κή­τα, 1986).

Δε­κα­τέσ­σε­ρις αι­ώ­νες αρ­γό­τε­ρα, το 1994, ο Σκώ­τος συγ­γρα­φέ­ας Ου­ί­λιαμ Νταλ­ρίμ­πλ, α­φού συμ­βου­λεύ­τη­κε τον σπου­δαί­ο βυ­ζαν­τι­νο­λό­γο Σερ Στή­βεν Ράν­σι­μαν, ξε­κί­νη­σε έ­να τα­ξί­δι α­πό το Ά­γιον ΄Ο­ρος με ο­δη­γό το Λει­μω­νά­ριο, στα ί­χνη του Ι­ω­άν­νη Μό­σχου. Σκο­πός του ή­ταν να κοι­μη­θεί στα ί­δια μο­να­στή­ρια, να προ­σευ­χη­θεί κά­τω α­πό τις ί­δι­ες τοι­χο­γρα­φί­ες, να α­να­κα­λύ­ψει τι α­πέ­μει­νε και να κα­τα­γρά­ψει την τε­λευ­ταί­α α­να­λαμ­πή του Βυ­ζαν­τί­ου. Ταυ­τό­χρο­να πε­ρι­γρά­φει με γλα­φυ­ρό­τα­το τρό­πο την πε­ρι­πλά­νη­σή του, στην Τουρ­κί­α, την Συ­ρί­α, τον Λί­βα­νο, το Ισ­ρα­ήλ,  και την Αί­γυ­πτο. Η κα­τά­στα­ση στην ο­ποί­α βρί­σκον­ται οι Χρι­στια­νοί στις χώ­ρες αυ­τές, οι πό­λε­μοι, το Ισ­λάμ, σχο­λι­ά­ζον­ται με ευ­θυ­κρι­σί­α α­πό τον συγ­γρα­φέ­α, που συν­δυά­ζει την τα­ξι­δι­ω­τι­κή λο­γο­τε­χνί­α, με θε­ο­λο­γι­κό και πο­λι­τι­κό σχο­λια­σμό.

Άλλα βιβλία του Νταλρίμπλ: "Στα βήματα του Μάρκο Πόλο" ("In Xanadu", 1989) ,  "City of Djinns: A year in Delhi" (1994), "White Mughals: love and betrayal in eighteenth-century India"  (2002).
 

6/9/10

ΜΝΗΜΕΣ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ...


             
Μαγευτικές μα και αποκρουστικές εικόνες όντως αντανακλά ο χώρος μας, η ματιά μας. Κι ο χρόνος; Ποιες είναι οι εικόνες του χρόνου μας; Σαν καθρέφτης θαμπός ραγίζουν θαμμένες, σαν νεροποντή μάς αιφνιδιάζουν ώρες ώρες αναδυόμενες από το παρελθόν. Είναι που μόλις τελείωσα το βιβλίο «Ταξίδι στην σκιά του Βυζαντίου» του Νταλριμπλ, είναι που στο ράδιο μόλις τελείωσε η «Πατρίδα» του Ιωαννίδη. Είναι που ετοιμάζομαι κι εφέτος να διδάξω νεότερη Ιστορία στο Γυμνάσιο. Είναι όλα αυτά κι η ανάγκη μου να αυτοπροσδιοριστώ μέσα από την εθνική μου ταυτότητα. Είναι το φύλλο στο ημερολόγιο κι η κυριακάτικη εφημερίδα που είχε το αφιέρωμα στα Σεπτεμβριανά. 
            
 Πενηντα πέντε χρόνια πριν, 5 Σεπτέμβρη του ’55. Ο Κυπριακός αγώνας για Ένωση θεριεύει, ο πρωθυπουργός Παπάγος άρρωστος από καιρό και λίγο μετά τα μεσάνυχτα, ένας εμπρηστικός μηχανισμός εκρήγνυται στο τουρκικό προξενείο στη Θεσσαλονίκη. Προβοκάτσια ήταν, αποδεδειγμένα πια. Και προϊόν φωτομοντάζ η σχετική φωτογραφία που δημοσιεύτηκε και την είχαν ανά χείρας οι τραμπούκοι, ο όχλος που συστηματικά είχε συγκεντρωθεί στην Πόλη απ’ την Ανατολία. Τα σπίτια και τα καταστήματα είχαν ήδη σημαδευτεί. Οι Έλληνες, οι Ρωμιοί της Πόλης, θα υφίσταντο ένα πογκρόμ εφιαλτικό, καταγεγραμμένο πια στην ιστορία ως η «τουρκική νύχτα των κρυστάλλων». Η Τρίτη Άλωση έγινε το βράδυ της 6ης προς 7η Σεπτέμβρη του ’55, ο ελληνισμός της Πόλης γονάτισε, η Πόλη σε δυο μέρες άλλαξε οριστικά. 



Θυμάμαι την κυρία Θέκλη και την αδερφή της που συναντήσαμε στο Μέγα Ρεύμα,  στήν Πόλη, και μας αφηγούνταν τις αναμνήσεις τους. Θυμάμαι την μεγάλη λεωφόρο του Πέραν - νυν Ιστικλάλ. Καθώς σήμερα βαδίζεις ανάμεσα από μιλλιούνια ανθρώπων, από κοπέλες με μαντίλες και αλητάκια, από ζευγάρια και τουρίστες, αν κοιτάξεις ψηλά θα θαυμάσεις τα νεοκλασικά που τα περισσότερα  τα είχαν χτίσει Έλληνες της Πόλης. Τότε, πενηνταπέντε χρόνια πριν, το μένος του πλήθους ξεσπούσε στις βιτρίνες των ρωμέικων καταστημάτων και η λεωφόρος του Πέραν, στις 7.9.55 το πρωί ήταν αδιάβατη από τα εμπορεύματα και τις οικοσκευές, τις εικόνες και τα παράθυρα τα πεταγμένα... 


            Δεν είναι μόνο η καταστροφή 4.348 εμπορικών καταστημάτων, 110 ξενοδοχείων, 27 φαρμακείων, 23 σχολείων, 21 εργοστασίων, 73 εκκλησιών, περίπου 1000 κατοικιών, όλων ελληνικής ιδιοκτησίας, οι τραυματισμοί, σωματικοί και ψυχικοί. Ο ελληνισμός, το ρωμέικο ξεκληριζόταν. 
            Οι μνήμες φαντάζουν νωπές, αρκεί να ψάξουμε λίγο, ως φόρο τιμής και μνήμης. Είχαμε κάνει παλιά σχετική εκπομπή στο ραδιοφωνικό σταθμό της Εκκλησίας, Η αντίστοιχη τηλεοπτική των «Φακέλων» βρίσκεται και στο Διαδίκτυο και το βιβλίο του Σπύρου Βρυώνη για τον «μηχανισμό της καταστροφής» στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Είναι κι εκείνη η τούρκικη ταινία, οι «Πληγές του Φθινοπώρου» που όποιος δεν βιαστεί να την χαρακτηρίσει ως «αναπαράγουσα στερεότυπα» και «μελό» θα εντυπωσιαστεί από την ιστορική της ακρίβεια.
            Ρωμιοί, Αρμένιοι, Εβραίοι, κάθε φυλής και εποχής διωγμένοι… Καλή χρονιά να ‘χουμε, με μνήμη, όχι μισαλλοδοξία. Εδώ θυμάμαι τον αείμνηστο Μάνο Χατζιδάκι: «Δεν μ’ αρέσει να παριστάνω τον πολύ Έλληνα. Θέλω να είμαι όσο είμαι. Καιρός είναι η έννοια Έλληνας να δώσει τη θέση της στην έννοια άνθρωπος. Και τότε πιστεύω πως θα συνδεθούμε με μια πιο βαθιά παράδοση που, κατά σύμπτωση, είναι κι αυτή γνησίως ελληνική». 
                                                                                                                                               
Ε. Χ. Κ. 


2/9/10

ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ...





 Εικόνες μαγευτικές. Δαντελωτές ακρογιαλιές, γαλαζοπράσινα νερά, γραφικά σοκάκια λουσμένα στο φως, αγέρωχες βουνοκορφές, ανηφορικά μονοπατάκια που οδηγούν σε κάποιο ερημοκλήσι, τζιτζίκια που διατρανούν την κάψα του καλοκαιριού, βαρκούλες που λικνίζονται στο απαλό κυματάκι, κρυστάλλινες πηγές, κατάξανθα χωράφια σπαρμένα με στάρι. Αυτή είναι η Ελλάδα!
Εικόνες αποκρουστικές. Καρβουνιασμένα δάση, αυθαίρετοι σκουπιδότοποι, σακούλες πλαστικές στην άκρη του γιαλού, παγκάκι διακοσμημένο με κουτάκια μπύρας κι αποτσίγαρα, χαλασμένες εξατμίσεις που σχίζουν το μεταμεσονυκτικό αέρα. Κι αυτή Ελλάδα είναι! Διαλέγετε και παίρνετε.


Μα πριν τρέξεις, γείτονα, συγχωριανέ και συμπατριώτη, να δηλώσεις σαφώς κι ανυπερθέτως, δίχως δισταγμό κι αμφιβολία, τον θαυμασμό σου για το φυσικό κάλλος και την αγάπη σου για το περιβάλλον, να σου θυμίσω ότι ήσουν εσύ, που μόλις χθες, άφησες τα αποφάγια σου σ’ εκείνον τον γραφικό κολπίσκο, όπου πήγες να κολυμπήσεις με την παρέα σου, ήσουν εσύ, που βαρέθηκες να πας λίγα μέτρα μακρύτερα για να βρεις καλαθάκι σκουπιδιών και προτίμησες να πετάξεις επιτόπου το κυπελλάκι του παγωτού σου, ήσουν εσύ, που δίχως συνείδηση και μάλλον επιδεικτικά άνοιξες το παράθυρο του αυτοκινήτου σου κι έριξες στην άκρη του δρόμου το τσιγάρο σου, ήσουν εσύ αυτός, που την ομορφιά τριγύρω σου την κατήντησες αηδία.


Αλλά θα μου πεις πως δε φταις μονάχα εσύ, πως φταίμε όλοι. Έχεις δίκιο. Όλοι φταίμε. Και πρωτίστως φταίω εγώ. Φταίω, γιατί υπομένω την αυθάδεια και τον εγωισμό σου, φταίω, γιατί, για να μη σε προσβάλλω, δε σου έκανα παρατήρηση όταν έπρεπε, φταίω, γιατί αδιαφόρησα (και ίσως γι’ αυτό φταίω πιο πολύ).
Ξέρεις, λένε πως η φύση πάντα εκδικείται. Μα μη φοβάσαι. Δεν ξέρουν ότι η φύση δεν έχει μνησικακία κι εκδικητικότητα. Τα δέντρα, τα ποτάμια, ο ουρανός δόθηκαν γενναιόδωρα από τον Δημιουργό των πάντων Θεό μας, προσφέρθηκαν από αγάπη προς ωφέλεια κι αναψυχή μας κι ουδέποτε θα μπορούσαν να στραφούν εναντίον σου. Ο μόνος που πάντα εκδικείται είναι ο άνθρωπος τον εαυτό του. Με αυτοκτονικές τάσεις προσκολλάται στο φρόνημα το κοσμικό, στην ιδιοτέλεια και την αυτοδικαίωση και δεν αντιλαμβάνεται πως η διάσταση κι εν τέλει η διάσπαση από το περιβάλλον ουσιαστικά φανερώνει διχασμό του ιδίου. Βιώνει έτσι την πλήρη αποξένωση και την άφατη τραγικότητα να μάχεται κομμάτι από τον ίδιο, γιατί κτιστός είναι κι αυτός, «χους από χουν» κι έχει ανάγκη τον αέρα, το νερό και τη γη.

 
Η μανιώδης καταστροφή της φύσης, κατάλαβέ το, δεν είναι απλά κοινωνικό ή ηθικό ατόπημα˙ είναι θεμελιώδες ζήτημα για τη ζωή τη δική σου και τη δική μου. Να αγωνιάς όχι μόνο για τη δυνατότητα επιβίωσης στο παρόν και το μέλλον στον πλανήτη γη, μα κυριότερα για την ποιότητα και τον προσανατολισμό αυτής της επιβίωσης. Άνθρωποι και κτίση είμαστε αδιάσπαστη ενότητα κι ως ενότητα μπορούμε να αγωνιστούμε και να σωθούμε. Αλλά αν αρκείσαι να είσαι δέσμιος της φθοράς και του θανάτου, αν αντιλαμβάνεσαι τυχοδιωκτικά την παρουσία και δράση σου και στοχεύεις μόνο στο προσωπικό σου όφελος, δεν υπάρχει ελπίδα.
Ξέρω όμως πως κατά βάθος αναζητάς τη χαρά και την ελπίδα, γι’ αυτό σε παρακαλώ γείτονα, συγχωριανέ και συμπατριώτη, έλα, έστω και τώρα, σ’ εκείνο το τριγυρισμένο με μπύρες και αποτσίγαρα παγκάκι, υπάρχει θέση αν θέλεις κενή, να δούμε παρέα το γλυκό ηλιοβασίλεμα. 


Κι αν τα λόγια τούτα σού φαίνονται φορτικά, θα ’θελα να σου θυμίσω του ποιητή τον πόνο: («Η κατάρα του πεύκου», Ζαχαρίας Παπαντωνίου)



 «Γιάννη, γιατί έκοψες τον πεύκο;
Γιατί; Γιατί;»
Αγέρας θα ’ναι, λέει ο Γιάννης
και περπατεί. Ανάβει η πέτρα, το λιβάδι βγάνει φωτιά.
Να ’βρισκε ο Γιάννης μια βρυσούλα,
μια ρεματιά! Μες το λιοπύρι, μες στον κάμπο να ένα δεντρί...
Ξαπλώθη ο Γιάννης αποκάτου,
δροσιά να βρει. Το δέντρο παίρνει τα κλαριά του
και περπατεί! Δεν θ΄ ανασάνω, λέει ο Γιάννης, γιατί, γιατί; «Γιάννη, πού κίνησες να φτάσεις;»
«Στα δυο χωριά.»
«Κι ακόμα βρίσκεσαι δω κάτου;
Πολύ μακριά!»
«Εγώ πηγαίνω, όλο πηγαίνω.
Τι έφταιξα εγώ;
Σκιάζεται ο λόγκος και με φεύγει,
γι' αυτό είμαι δω. Πότε ξεκίνησα; Είναι μέρες... για δυο, για τρεις...
Ο νους μου σήμερα δε ξέρω,
τ' είναι βαρύς».
«Να μια βρυσούλα, πιε νεράκι να δροσιστείς».
Σκύβει να πιει νερό στη βρύση,
στερεύει ευθύς. Οι μέρες πέρασαν κι οι μήνες,
φεύγει ο καιρός,
Στον ίδιο τόπο είν' ο Γιάννης,
κι ας τρέχει εμπρός... Να το χινόπωρο, να οι μπόρες,
μα πού κλαρί;
Χτυπιέται ορθός με το χαλάζι,
με τη βροχή.
«Γιάννη, γιατί έσφαξες το δέντρο,
το σπλαχνικό,
που 'ριχνεν ίσκιο στο κοπάδι
και στο βοσκό;»
Ο πεύκος μίλαε στον αέρα
- τ' ακούς, τ' ακούς;-
και τραγουδούσε σα φλογέρα
στους μπιστικούς.
«Φρύγανο και κλαρί του πήρες
και τις δροσιές
Και το ρετσίνι του ποτάμι
απ΄ τις πληγές. Σακάτης ήτανε κι ολόρθος, ως τη χρονιά,
Που τον εγκρέμισες για ξύλα,
Γιάννη φονιά!»
«Τη χάρη σου ερημοκλησάκι,
την προσκυνώ,
Βόηθα να φτάσω κάποιαν ώρα
και να σταθώ...
Η μάνα μου θα περιμένει
κι έχω βοσκή...
Κι είχα και τρύγο... Τι ώρα να ναι και τι εποχή; Ξεκίνησα το καλοκαίρι -να στοχαστείς-
Κι ήρθε και μ' ήβρε ο χειμώνας
μεσοστρατίς. Πάλι Αλωνάρης και λιοπύρι!
Πότε ήρθε; Πώς;
Άγιε, σταμάτησε το λόγκο,
που τρέχει εμπρός. Άγιε, το δρόμο δεν τον βγάνω
-με τι καρδιά;-
Θέλω να πέσω να πεθάνω,
εδώ κοντά.»
Πέφτει σα δέντρο απ΄ το πελέκι...
βογκάει βαριά.
Μακριά του στάθηκε το δάσος,
πολύ μακριά. Εκεί τριγύρω ούτε χορτάρι,
φωνή καμιά.
Στ΄ αγκάθια πέθανε, στον κάμπο,
στην ερημιά.-


Δέσποινα Κόλλια