7/6/12

Like Dandelion Dust [ΗΠΑ – 2009]





  Σε μια υ­πό­θε­ση υι­ο­θε­σί­ας, ό­που οι φυ­σι­κοί γο­νείς δι­εκ­δι­κούν με­τά α­πό ε­πτά χρό­νια α­πό τους θε­τούς, την ε­πι­στρο­φή του υι­ο­θε­τη­μέ­νου παι­διού τους, η ζω­ή ό­λων α­να­στα­τώ­νε­ται και α­να­πό­φευ­κτα δη­μι­ουρ­γούν­ται προ­βλή­μα­τα και δυ­σα­ρέ­σκει­ες. Πα­ράλ­λη­λα ό­μως πα­ρου­σι­ά­ζον­ται και αν­τί­στοι­χες ευ­και­ρί­ες, για να γνω­ρί­σει ο κα­θέ­νας κα­λύ­τε­ρα τον ε­αυ­τό του και να αν­τι­λη­φθεί, πως τί­πο­τα στη ζω­ή δεν εί­ναι δε­δο­μέ­νο.  

H ται­νί­α, σκη­νο­θε­τη­μέ­νη α­πό τον Jon Gunn και βα­σι­σμέ­νη σε μυ­θι­στό­ρη­μα της Karen Kingsbury, κρα­τά α­μεί­ω­το το εν­δι­α­φέ­ρον του θε­α­τή, ε­στι­ά­ζον­τας στους χα­ρα­κτή­ρες των δυ­ο ζευ­γα­ρι­ών γο­νέ­ων που ζουν σε εν­τε­λώς δι­α­φο­ρε­τι­κούς κό­σμους.
Ό­σο α­νό­μοι­ες κι αν εί­ναι ό­μως οι συν­θή­κες της ζω­ής τους, οι ελ­πί­δες, τα ό­νει­ρα και οι ε­νέρ­γει­ες τους ε­πι­κεν­τρώ­νον­ται στον ί­διο στό­χο...



2/6/12

Ώ­ρα η­μάς εκ του ύ­πνου ε­γερ­θή­ναι...


  
Του Σεβ. Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρωτικής Νικολάου

 
 
Πέ­ρα­σε η κα­τα­νυ­κτι­κή πε­ρί­ο­δος του Τρι­ω­δί­ου, γι­ορ­τά­σα­με το Πά­σχα και την Α­νά­στα­ση του Κυ­ρί­ου και ή­δη ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται και το Πεν­τη­κο­στά­ριο. Γι­ορ­τές γε­μά­τες νό­η­μα, ευ­και­ρί­ες πλημ­μυ­ρι­σμέ­νες α­πό ε­παγ­γε­λί­ες χα­ράς και ελ­πί­δας, χα­ραγ­μέ­νες α­πό α­λή­θεια και προ­ο­πτι­κή πνευ­μα­τι­κής ε­λευ­θε­ρί­ας.

Α­λή­θει­ες ό­πως η ψη­λά­φη­ση του Θε­ού α­πό τον Θω­μά, η θέ­α του Α­να­στάν­τος α­πό τις Μυ­ρο­φό­ρες, η συ­νάν­τη­σή Του με τους μα­θη­τές, η συ­νο­μι­λί­α και η φα­νέ­ρω­σή Του με τους δύ­ο προς Εμ­μα­ούς, η έκ­χυ­ση του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος που γι­ορ­τά­ζου­με σή­με­ρα, προ­σφέ­ρον­ται ό­χι για να τις α­κού­σου­με ως ι­στο­ρι­κές πε­ρι­γρα­φές, ού­τε για να τις πα­ρα­δε­χθού­με ως θρη­σκευ­τι­κά ι­δε­ο­λο­γή­μα­τα, αλ­λά για να τις πι­στεύ­σου­με και να δι­η­θή­σουν ό­λες τις λε­πτο­μέ­ρει­ες της ζω­ής μας. 

Αυ­τός εί­ναι ο κό­σμος του Θε­ού που η Εκ­κλη­σί­α μας προ­τεί­νει για τον κα­θέ­να μας χω­ρι­στά και για ό­λους μα­ζί ως κοι­νω­νί­α και ως οι­κου­μέ­νη.

Δί­πλα σε αυ­τήν την πρό­τα­ση ζω­ής και ή­θους στέ­κε­ται η θλι­βε­ρή εμ­πει­ρί­α της κο­σμι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τος, ό­πως τη ζού­με στις μέ­ρες μας. Μια κα­τά­στα­ση χω­ρίς ό­ρα­μα, χω­ρίς ελ­πί­δα, χω­ρίς φως. 

Η αν­θρώ­πι­νη α­πο­τυ­χί­α σε ό­λη της την έ­κτα­ση. Το οι­κο­νο­μι­κό σύ­στη­μα σε κα­τάρ­ρευ­ση. Το Ευ­ρω­πα­ϊ­κό ό­ρα­μα με­τα­τρά­πη­κε σε ε­φι­αλ­τι­κό ό­νει­ρο.
Οι πο­λι­τι­κές υ­πο­χέ­σεις με­ταμ­φι­έ­στη­καν σε α­νό­η­τα ψέ­μα­τα, α­κα­τα­νό­η­τα ε­πι­χει­ρή­μα­τα και α­δι­και­ο­λό­γη­τες ε­πι­λο­γές. Έ­νας κό­σμος δί­χως τόλ­μη και η­ρω­ϊ­σμό, δί­χως ε­ξυ­πνά­δα και πρω­το­τυ­πί­α, δί­χως ποι­ό­τη­τα και πει­στι­κό­τη­τα, δί­χως πνεύ­μα και ζω­ή. 

Ο ψευ­το­θε­ός της δη­μο­κρα­τί­ας και των α­το­μι­κών δι­και­ω­μά­των εκ­φυ­λί­σθη­κε σε δι­καί­ω­μα ε­κλογι­κής ε­πι­λο­γής α­νά­με­σα σε κα­τα­στρο­φι­κά σε­νά­ρια και σε α­νί­κα­νους δι­α­χει­ρι­στές της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τάς μας. 

Την ι­στο­ρι­κή δό­ξα του πα­ρελ­θόν­τος μας τη δι­α­δέ­χθη­κε ο παγ­κό­σμιος δι­α­συρ­μός μας και οι συ­νε­χείς α­πει­λές. Το μό­νο που πλέ­ον γεν­νά η χώ­ρα μας εί­ναι α­δι­έ­ξο­δα και α­να­ξι­ο­πι­στί­α, α­συ­νεν­νο­η­σί­α και α­κυ­βερ­νη­σί­α. 

Οι μι­σθοί και οι συν­τά­ξεις πε­ρι­κό­πη­καν, τα ε­πι­δό­μα­τα α­φαι­ρέ­θη­καν, τα χρέ­η αυ­ξή­θη­καν, τα σπί­τια μας φο­ρο­λο­γή­θη­καν, τα συσ­σί­τια πλή­θυ­ναν, η φτώ­χεια και η α­νέ­χεια πε­ρίσ­σε­ψαν, οι ά­νερ­γοι συ­να­γω­νί­ζον­ται σε α­ριθ­μούς τους ερ­γα­ζό­με­νους, οι γέ­ρον­τες α­γω­νιούν, οι νέ­οι ξε­νη­τεύ­ον­ται, οι α­να­πνο­ές μας πε­ρι­ο­ρί­σθη­καν, οι ελ­πί­δες μας στέ­ρε­ψαν, τα ο­ρά­μα­τα πέ­θα­ναν. 

«Τα γαρ έ­θνη και οι βα­σι­λείς οί­τι­νες ου δου­λεύ­σου­σί σοι α­πο­λούν­ται» (Ησ. ξ 12) και «φυ­λή α­νό­μων ε­ρη­μω­θή­σε­ται» (Σοφ. Σει­ράχ ι­στ 4). Αυ­τό πα­θα­με. 
Εγ­κα­τα­λεί­ψα­με τον Θε­ό και ζού­με την ε­ρή­μω­ση και την α­πώ­λειά μας. Η παι­δεί­α μας χω­ρίς α­γω­γή, η ι­στο­ρί­α μας χω­ρίς δό­ξα, η Εκ­κλη­σί­α μας χω­ρίς ο­μορ­φιά, η ζω­ή μας χω­ρίς α­λή­θεια, η πο­ρεί­α μας χω­ρίς α­ξί­α. Αυ­τή εί­ναι η αι­τί­α του ση­με­ρι­νού μας κα­ταν­τή­μα­τος. Και δεν το έ­χου­με κα­τα­λά­βει. Το γκρέ­μι­σμα των πνευ­μα­τι­κών θε­με­λί­ων μας συ­νε­χί­ζε­ται α­πρό­σκο­πτα. Κά­να­με το λά­θος να ελ­πί­σου­με ε­κεί που δεν έ­πρε­πε. Κά­να­με τον κό­πο να ψη­φί­σου­με αυ­τούς που δεν α­ξί­ζουν. Κά­νου­με το έγ­κλη­μα να μη μα­θαί­νου­με α­πό τα λά­θη μας. Τε­λι­κά ού­τε κυ­βέρ­νη­ση βλέ­που­με ού­τε α­λη­θι­νούς η­γέ­τες και άρ­χον­τες δι­α­κρί­νου­με ού­τε λύ­σεις δι­α­φαί­νον­ται. Ό­πως γρά­φει κά­που ο ά­γιος Γρη­γό­ριος ο Θε­ο­λό­γος, «ο πλους εν νυ­κτί, πυρ­σός ου­δα­μού, Χρι­στός κα­θεύ­δει», η πο­ρεί­α μας εί­ναι στο σκο­τά­δι, φως που­θε­νά, και ο Χρι­στός κοι­μά­ται... 

Ό­χι, ό­μως α­γα­πη­τοί μου, α­δελ­φοί∙ ο Χρι­στός δεν κοι­μά­ται. Ε­μείς βυ­θισθή­κα­με σε λη­σμο­σύ­νη και σε βα­θύ ύ­πνο. Ε­μείς κοι­μό­μα­στε. Γι’ αυ­τό «ώ­ρα η­μάς εκ του ύ­πνου ε­γερ­θή­ναι» (Ρωμ. ιγ 11). 

Και­ρός να ξυ­πνή­σου­με. Η μέ­ρα δεν θα έρ­θει α­πό μό­νη της. Αυ­τή τη μέ­ρα θα την φέ­ρου­με ε­μείς∙ και μά­λι­στα ό­χι τό­σο με τα σω­στά έρ­γα η τις ορ­θές ε­πι­λο­γές μας, ό­σο με την ο­μο­λο­γί­α της πί­στης και την προ­σευ­χή μας. 

Οι κο­σμι­κές πο­λι­τι­κές ε­πι­λο­γές προσ­δο­κούν «πό­τε θα κά­νει ξα­στε­ριά»∙ δεν μπο­ρούν να μας βγά­λουν α­πό τη νύ­χτα, ελ­πί­ζουν σε α­στε­ρά­κια. Ε­μείς προσ­δο­κού­με η­μέ­ρα με ή­λιο, τον Ή­λιο της δι­και­οσύ­νης. 

Δεν προσ­δο­κού­με έ­ναν θε­ό που θα μας λύ­σει τα ε­πί­γεια προ­βλή­μα­τα για να Τον ξα­να­ξε­χά­σου­με∙ ού­τε θα α­μνη­στεύ­σει τα λά­θη μας για να τα ε­πα­να­λά­βου­με. Πι­στεύ­ου­με στον Χρι­στό, στον α­λη­θι­νό Θε­ό για να δε­χθεί τη με­τά­νοι­ά μας και την πί­στη μας, για να τις πο­τί­σει με τη χά­ρι Του και έ­τσι να φα­νε­ρώ­σει την πα­ρου­σί­α Του. 

Ναι! Εί­ναι δυ­να­τόν μέ­σα α­πό το ση­με­ρι­νό κα­τάν­τη­μα να προ­κύ­ψει δό­ξα και με­γά­λη ευ­λο­γί­α, δι­ό­τι «Μα­κά­ριον έ­θνος ου ε­στι Κύ­ριος ο Θε­ός αυ­τού» (Ψαλμ. λβ 12)∙ μα­κά­ριο και ευ­λο­γη­μέ­νο εί­ναι το έ­θνος που έ­χει τον α­λη­θι­νό Θε­ό ως Κύ­ριό Του.

Αυ­τή εί­ναι μια αι­ώ­νια α­λή­θεια που δεν ερ­μη­νεύ­ε­ται τό­σο λο­γι­κά, ό­σο ε­πα­λη­θεύ­ε­ται ι­στο­ρι­κά και δι­και­ο­λογεί­ται πνευ­μα­τι­κά. Ο δρό­μος του Θε­ού πα­ρα­μέ­νει πάν­τα α­νοι­χτός. 

Ήρ­θε η ώ­ρα που πρέ­πει να ξυ­πνή­σου­με. Ας αρ­χί­σου­με με ε­κτε­νείς προ­σευ­χές και λι­τα­νεί­ες. 

Ό­χι για να γλι­τώ­σου­με α­πό την κα­τα­στρο­φή. Ό­χι για να μας α­παλ­λά­ξουν α­πό τα μνη­μό­νια. Ό­χι για να μας σβή­σουν τα χρέ­η. Ό­χι για να μει­ω­θεί η α­νερ­γί­α. Ό­χι για να ξε­φύ­γου­με την χρε­ω­κο­πί­α. Αυ­τά ξέ­ρει ο Θε­ός αν και πως και πό­τε θα τα φτιά­ξει. 

Αυ­τό που χρει­α­ζό­μα­στε εί­ναι πρώ­τον∙ ό­σοι α­λη­θι­νά πι­στεύ­ου­με να με­τα­νο­ή­σου­με. 

Να με­τα­νο­ή­σου­με δι­ό­τι Τον ξε­χά­σα­με, δι­ό­τι Τον εγ­κα­τα­λεί­ψα­με, Τον πε­ρι­φρο­νή­σα­με, Τον πο­λε­μήσα­με, α­πορ­ρί­ψα­με τον δρό­μο και τις εν­το­λές Του. Α­κό­μη και ό­σοι Τον ο­μο­λο­γού­με, δυ­στυ­χώς ε­πι­λέ­ξα­με να ζή­σου­με χω­ρίς τη δύ­να­μή Του. 
Κα­λού­μα­στε να Τον δο­ξά­σου­με ό­χι για τις ε­πί­γει­ες χα­ρές μας. Δεν υ­πάρ­χουν πλέ­ον τέ­τοι­ες. 

Να Τον δο­ξά­σου­με για την πα­ρου­σί­α και την α­λήθεια Του, για το έ­λε­ος και την α­γά­πη Του∙ για τη μα­κρο­θυ­μί­α Του. 

Κα­λού­μα­στε να Τον ο­μο­λο­γή­σου­με σή­με­ρα. Να ο­μο­λο­γή­σου­με ό­τι «ού­τοι εν άρ­μα­σι και ού­τοι εν ίπ­ποις, η­μείς δε εν ο­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου Θε­ού η­μών με­γα­λυν­θη­σό­με­θα» (Ψαλμ. ιθ 8). Ελ­πί­δα μας και ε­πι­στη­ριγ­μός μας εί­ναι το ό­νο­μα του Θε­ού και μό­νον. 

Αυ­τός εί­ναι το μέλ­λον μας και η προ­ο­πτι­κή μας. 

Και τέ­λος, κα­λού­μα­στε να ζη­τή­σου­με ο Κύ­ριος να α­να­δεί­ξει άρ­χον­τες ι­κα­νούς να α­να­λά­βουν τις ευ­θύ­νες του τό­που μας, την προ­στα­σί­α της ι­στο­ρί­ας μας, τον σε­βα­σμό της πί­στης και της πα­ρά­δο­σής μας∙ η­γέ­τες με φό­βο Θε­ού, με νουν Χρι­στού, α­νι­δι­ο­τε­λείς πα­τρι­ώ­τες με ξε­κά­θα­ρη προ­αί­ρε­ση, πο­λι­τι­κή σύ­νε­ση και η­ρω­ι­κή βού­λη­ση, δι­ό­τι τέ­τοι­ους χρει­α­ζό­μα­στε, μό­νο τέ­τοι­ους μπο­ρού­με να ψη­φί­σου­με και τέ­τοι­ους μό­νο α­ξί­ζει αυ­τό που ο­νο­μά­ζε­ται Ελ­λη­νι­κή ταυ­τότη­τα και Ορ­θό­δο­ξη συ­νεί­δη­ση.

Πα­ράλ­λη­λα, η δι­κή μας γε­νιά, που και αυ­τή φαί­νε­ται α­νί­κα­νη να υ­λοποι­ή­σει το Τά­μα των προ­γό­νων μας, πρέ­πει ο­πωσ­δή­πο­τε να το α­να­νε­ώ­σει με έ­να νέ­ο Τά­μα. Τώ­ρα που πει­νά­με, τώ­ρα να κτί­σου­με τον να­ό του Τά­μα­τός μας. 
Ό­πως η Ορ­θό­δο­ξη Αλ­βα­νί­α στο κέν­τρο των Τι­ρά­νων αυ­τές τις μέ­ρες εγ­καινιά­ζει το Πνευ­μα­τι­κό Κέν­τρο της πί­στης της, ό­πως οι Σέρ­βοι στο Βε­λι­γρά­δι, οι Ρου­μά­νοι στο Βου­κου­ρέ­στι και οι Ρώ­σοι στη Μό­σχα, πρό­σφα­τα μέ­σα στη φτώ­χεια τους έ­κτι­σαν τους να­ούς του Σω­τή­ρος και των Α­γί­ων τους, κα­τά μεί­ζο­να λό­γο ε­μείς τώ­ρα πρέ­πει να εκ­πλη­ρώ­σου­με το πα­λιό και το σύγ­χρο­νο Τά­μα μας. Αυ­τό α­ξί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο και α­πό τις προ­σευ­χές μας. 

Για­τί τις συ­νο­δεύ­ει και με έρ­γα. Σή­με­ρα πρέ­πει να δεί­ξου­με ό­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το να συν­τη­ρή­σου­με το σώ­μα μας έ­χου­με α­νάγ­κη να ζω­ο­γο­νή­σου­με την πί­στη μας. 

Αυ­τό που μας λεί­πει δεν εί­ναι η υ­λι­κή τρο­φή, αλ­λά η σχέ­ση μας με το πρό­σω­πο του Χρι­στού. 

Αυ­τό που α­πο­τε­λεί τη δο­κι­μα­σί­α μας δεν εί­ναι η φτωχεια και η πεί­να μας, αλ­λά η α­πο­ξέ­νω­ση α­πό τον Θε­ό και η στέ­ρη­σή Του. 

Σας κα­λώ λοι­πόν ό­λους, α­γα­πη­τοί μου α­δελ­φοί, ό­σοι συμ­με­ρί­ζε­στε αυ­τή την α­νάγ­κη, ό­σοι συν­τη­ρού­με ψήγ­μα­τα πί­στης μέ­σα μας, να ε­πιρ­ρί­ψουμε την ελ­πί­δα μας «ε­πί τον Κύ­ριον», λι­τα­νεύ­ον­τες και προ­σευ­χό­με­νοι. 

Να ο­μο­λο­γή­σου­με με συν­τρι­βή την α­πο­μά­κρυν­σή μας α­πό το θέ­λη­μα του Θε­ού και τη δι­ά­θε­ση της ε­πι­στρο­φής μας στην α­δι­ά­ψευ­στη ελ­πί­δα Του∙ στα δω­μά­τιά μας μό­νοι με δά­κρυ­α στα μά­τια, στους να­ούς μας ό­λοι μα­ζί με προ­σευ­χές και ο­λο­νύ­κτι­ες δε­ή­σεις, εν­δε­χο­μέ­νως στους δρό­μους και στις πλα­τεί­ες με κε­ριά και λαμ­πά­δες. 

Αυ­τά δεν εί­ναι ά­γνω­στα στην ι­στο­ρί­α μας, εί­ναι δο­κι­μα­σμέ­νοι δρό­μοι στη ζω­ή του Έ­θνους και της Εκ­κλη­σί­ας μας. 

Η ελ­πί­δα μας, α­δελ­φοί μου, δεν βρί­σκε­ται στις ε­κλο­γές της 17ης Ι­ουνί­ου-ε­κεί ί­σως βρί­σκε­ται μέ­ρος μό­νον της ευ­θύ­νης μας. 

Το σύ­νο­λο των ελ­πί­δων μας βρί­σκε­ται στη ση­με­ρι­νή ε­ορ­τή της Πεν­τη­κο­στής. Για­τί στα αυ­τιά μας η­χεί η προ­τρο­πή του προ­φη­τά­να­κτος Δα­βίδ: «Μη πε­ποί­θα­τε ε­π’ άρ­χον­τας ε­πί υι­ούς αν­θρώ­πων οις ουκ ε­στι σω­τη­ρί­α» (Ψαλμ. ι­με 3). 

Για­τί δεν πι­στεύ­ου­με σε πο­λι­τι­κούς που αλ­λά­ζουν τις υ­πο­σχέ­σεις τους, αλ­λά στο Πα­νά­γιο Πνεύ­μα που αλ­λοι­ώ­νει τους μα­θη­τές και «παν­σό­φους τους α­λι­είς α­να­δει­κνύ­ει». 

Ό­χι σε αυ­τούς που δι­χα­σμέ­νοι δεν μπο­ρούν να φτιά­ξουν μια κυ­βέρ­νη­ση, αλ­λά σε Αυ­τόν που «εις ε­νό­τη­τα πάν­τας κα­λεί». 

Ό­χι στην α­λα­ζο­νι­κή σύγ­χυ­ση της σύγ­χρο­νης Βα­βέλ, αλ­λά στην κα­θα­ρό­τη­τα του θε­λή­μα­τος του Θε­ού. Ό­χι στις ά­καρ­πες προ­σπά­θει­ες των η­γε­τών αυ­τού του κό­σμου, αλ­λά στην παγ­καρ­πί­α του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος. 

«Α­δελ­φοί, στή­κε­τε εν τη πί­στει, αν­δρί­ζε­σθε, κρα­ται­ού­σθε» (Α Κορ. ι­στ 13)
«Ει ο Θε­ός με­θ’ η­μών ου­δείς κα­θ’ η­μών»