28/2/11

ΣΟΦΑ ΛΟΓΙΑ...


 «H διαφορά μεταξύ ενός λαού που στενάζει στη δικτατορία και ενός λαού που δεν σεβάστηκε τη δημοκρατία του είναι ότι ο πρώτος θέλει να κάνει την πλατεία του από Tαχρίρ, σε Συντάγματος, ενώ ο δεύτερος από Συντάγματος, σε Tαχρίρ».

 Φιλοθέη Βαρσάμη, δικηγόρος.
(Σχολιάζοντας δήλωση του Αλέκου Αλαβάνου, όπου παρομοίαζε την πλατεία Συντάγματος με την πλατεία Ταχρίρ του Καΐρου, όπου έγιναν οι πρόσφατες κινητοποιήσεις για την ανατροπή του Μουμπάρακ.)

(Από άρθρο του Πάσχου Μανδραβέλη, Καθημερινή 25/2/2011)

25/2/11

Στη Διαπασών...


  Μέσα στην υπερπροσφορά τίτλων είναι δύσκολη η εύρεση ενός βιβλίου για εφήβους που να μην τους κερδίζει ως φτηνή μυθοπλασία μαγο-βρυκολολαγνείας και να μην τους απωθεί ως «κλασσικό – ξεπερασμένο», ενός τόμου που να αγγίζει τους περισσότερους, να τους αφορά και να τους κερδίσει. Αν οι ίδιοι, κατεξοχήν απαιτητικό κοινό και απογοητευμένοι από την «αφυδάτωση» του φερώνυμου σχολικού μαθήματος, δεν μαγευτούν από τη Λογοτεχνία, κανείς δεν μπορεί και δεν δικαιούται να τους πείσει. Κι είναι κρίμα, γιατί με ένα καλό βιβλίο, ξεφεύγεις απ’ την καθημερινότητά, βυθίζεσαι στον κόσμο του, στην φαντασία σου και επιστρέφεις ανανεωμένος ή έστω υποψιασμένος.


Εφέτος στο σχολείο επιλέξαμε, μεταξύ άλλων, το βιβλίο στη Διαπασών του Β. Παπαθεοδώρου. Αναφέρεται σε έναν έφηβο, τον Θανάση, ο οποίος ζει σήμερα σε μια υποβαθμισμένη περιοχή των Αθηνών, μεγαλώνει με τον άγριο πατριό και την αδύναμη μάνα του, έχει φορτώσει στον κόκκορα τα του σχολείου και τον πωρώνει η μουσική. Τα κεφάλαια τιτλοφορούνται από στίχους γνωστών τραγουδιών που εκφράζουν την ψυχοσύνθεσή του. Μόνο που η μουσική πολλαπλασιάζει την οργή του κι ο ίδιος αναπτύσσει νομοτελειακά παραβατική συμπεριφορά. Βλέπεις πως αλλά ζητά η ψυχή του, γι’ άλλα κλαίει, μα δεν μπορεί να κυριαρχήσει στο θυμό του. Πόσο είναι καταδικασμένος;

 

Το βιβλίο το εντοπίσαμε κυρίως διότι είχε κερδίσει πέρυσι το βραβείο στην κατηγορία του εφηβικού βιβλίου του περιοδικού Διαβάζω. Μας άρεσε η περίληψη στο οπισθόφυλλο και πραγματικά η ανάγνωση δικαίωσε τις προσδοκίες. Η υπόθεση ήταν αρκετά ρεαλιστική, το ίδιο και η γραφή, καθώς τα ωραία λεκτικά ευρήματα συνυπάρχουν με την αθυροστομία των εφήβων. Εχθές ανακοινώθηκε πως βραβεύτηκε και στο πλαίσιο των κρατικών βραβείων, αλλά μεγαλύτερο βραβείο θεωρούμε το ότι κέρδισε τον ενθουσιασμό αρκετών από τους μαθητές μας. Στα αναγνωστικά τους ημερολόγια καθένας εστίασε σε κάτι διαφορετικό. Τους άρεσαν οι πρωτότυποι τίτλοι και πολλά από τα κομμάτια τούς κέντρισαν να τα ανακαλύψουν ή να τα σιγοτραγουδήσουν. Τους εντυπωσίασε πώς το ίδιο μήνυμα ερμηνεύεται διαφορετικά από τους ανθρώπους, πώς η αρρώστια δίνει και την θεραπεία ή, αν προτιμάτε, το προτέρημά μας συχνά φαίνεται ανεστραμμένο ως ελάττωμα… Μεγαλωμένα τα ίδια σε διαφορετικό περιβάλλον, δεν ταυτίστηκαν ακριβώς μα αναγνώρισαν στον ήρωα πτυχές του εαυτού τους και γνωστών τους. Λίγοι, εγκλωβισμένοι στο μικρόκοσμό τους ή ανώριμοι, δυσκολεύτηκαν να πιστέψουν πως κάτι αντίστοιχο θα μπορούσε να ισχύσει. Κι όμως, ένα παράθυρο στον κόσμο τούς ανοίχτηκε…
Κάποιοι βυθίστηκαν τόσο που αρνήθηκαν να δεχτούν την «λογοτεχνική» αλήθεια, έπλασαν διαφορετικά σενάρια. Εντόπισαν μικρά μαργαριτάρια που έδωσαν τροφή σε κουβέντες. Το μίσος ως άμυνα κι η ερμηνεία της φράσης της μάνας «δώσε τόπο στην οργή» μονοπώλησαν το ενδιαφέρον τους, όπως και η διψαλέα αναζήτηση ταυτότητας – αναγνώρισης για την οποία μπορούμε να κάνουμε πολλά, τα πρότυπα που έχουμε ανάγκη και αναζητούμε σε λάθος χώρους, ο θάνατος που ταρακουνά. Στηλίτευσαν την αντίδραση του πατριού προς τους μετανάστες που «παίρνουν τις δουλειές», αν και ο ίδιος ουδόλως ψάχνει, την ανειλικρίνεια των μεγάλων, την παρέα που διατηρεί άγνωστους τους κολλητούς αν δεν ανοίγονται και δεν καταθέτουν την αλήθεια τους… «Σημασία δεν έχει η ποσότητα του χρόνου που περνάς με κάποιον, αλλά η ποιότητα της σχέσης», έγραψε κάποιος.
Τα θέματα που θίγονται στο βιβλίο είναι πολλά μα δεν επισκιάζουν την ενδιαφέρουσα πλοκή. Ούτε χαϊδεύουν τα αφτιά των αντιδραστικών εφήβων, ούτε τους προκαλούν αποστροφή ως ηθικοπλαστικά. Κάποιος έγραψε πως νιώθει πλουσιότερος άνθρωπος, αφού το διάβασε, κι όσο κι αν ενυπάρχει η εφηβική υπερβολή, η λύτρωση από τη συγχώρηση, η δύναμη της μετάνοιας, το παράδειγμα της αλλαγής όντως είναι ελπιδοφόρα. Πολύ σκληρή η εφηβεία και δύσκολος ο αγώνας προς την αυτογνωσία και την αυτοεκτίμηση. «…Αλλά κάτεχε ότι μονάχα κείνος που παλεύει με το σκοτάδι μέσα του θα' χει μεθαύριο μερτικό δικό του στον ήλιο» (Ο. Ελύτης)


Ε.Κ.

21/2/11

Ευτυχώς, έχει κίνηση!


Πολλά αυτοκίνητα περνούν καθημερινά από μπροστά μου. Τρέχουν, κάνουν ελιγμούς, κορνάρουν ή απλά ακολουθούν τη γραμμή των μπροστινών τους και συμμορφώνονται με τις πινακίδες της τροχαίας. Πάντως, όλα φρενάρουν στο φανάρι (το κόκκινο, αφού το πορτοκαλί μάλλον το αγνοούν). Και τότε είναι η καλύτερή μου γιατί πιάνω δουλειά.


Με το βουρτσάκι μου στα χέρια πλησιάζω τα αυτοκίνητα, που με περιμένουν δίχως έκπληξη και αρχίζω την επιχείρηση «καθαρισμός τζαμιών». Αν κι έχω ελάχιστους μήνες στην Ελλάδα, μπορώ και συνεννοούμαι με τους οδηγούς μια χαρά. Όταν κουνούν το κεφάλι προς τα πάνω ή σμίγουν τα φρύδια τους σημαίνει όχι, προς τα κάτω ή όταν χαμογελούν, ναι. Κι εμείς κάπως έτσι καταλαβαινόμαστε στη μακρινή πατρίδα μου, αλλά δεν τους το λέω, γιατί πολλές φορές βλέπω στο κούνημα του χεριού ή του κεφαλιού τους την άρνηση, αλλά προσποιούμαι ότι δεν καταλαβαίνω και επιμένω να κάνω αστραφτερό το παρμπρίζ του αυτοκινήτου τους. 


Όταν τα πράγματα αγριεύουν, κι αν είναι κυρίως άντρες, δε συνεχίζω, γιατί αδύναμος και μικρόσωμος καθώς είμαι, δεν έχω πολλές πιθανότητες να βγω σώος από μια ενδεχόμενη επίθεση. Αν όμως είναι γυναίκες, ξέρω ότι είναι πιο ευαίσθητες και χαμογελώντας τους πιστεύω ότι θα κερδίσω τη συμπάθειά τους. Βέβαια αυτό ισχύει για γυναίκες χωρίς τιμόνι, γιατί όταν κάθονται και οδηγούν μάλλον αποκτούν άλλα χαρακτηριστικά. Στα ταξί δε σκέφτομαι καν να απλώσω το σκουπάκι μου, μεροκαματιάρηδες του δρόμου είναι κι αυτοί, κι ούτε βέβαια στα πανάκριβα και πολυτελή αμάξια, γιατί μου έχουν πει πως αλοίμονό μου αν χαράξω από απροσεξία ένα τέτοιο αυτοκίνητο. Σε όλους όμως σταματώ, μόλις ανοίξουν τους υαλοκαθαριστήρες τους, οπότε αναγκαστικά προχωρώ στο πίσω όχημα.

Δεν τους κατηγορώ όταν δεν μου δίνουν τίποτα, μας έχουν βαρεθεί κι εμάς. Κάθε 500 μέτρα φανάρι και καθάρισμα. Είμαστε και πολλοί σ’ αυτόν το μικρό τόπο, που πλέον δεν μας χωράει. Δίκιο έχουν! Μπας κι ήθελα εγώ να βρεθώ εδώ; Φεύγοντας από την πατρίδα μου άλλα ονειρευόμουν κι όχι να καθαρίζω τζάμια αυτοκινήτων στα φανάρια. Περαστικός ήθελα να ’μουν από την Ελλάδα και να πάω σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες που είναι πλουσιότερες, μα δεν μπορώ. Κόλλησα εδώ, που ούτε με θέλουν ούτε θέλω. Περιμένω να δω τι θα γίνει, αλλά κατά πως λένε τίποτα πιο μόνιμο από το προσωρινό.

 
Τα χρήματα λιγοστά τις περισσότερες φορές, 30-50 λεπτά τη φορά, πού να τα βρουν κι αυτοί, με δανεικά ζουν σαν άτομα και χώρα. Πάντως αν πιάσεις φανάρι που διαρκεί πολύ, είσαι τυχερός. Περισσότερα αυτοκίνητα σταματημένα, περισσότερες πιθανότητες κάτι να βγάλεις. Κι αυτό αν έχει καλό καιρό (που συνήθως στην Ελλάδα έχει) και δε βρέχει, γιατί τότε υπάρχει αναδουλειά. Βέβαια επειδή δεν μπορώ να κάθομαι άπραγος με τη βροχή, επιστρατεύω λουλούδια, χαρτομάντηλα, ομπρέλες, παιχνίδια, μα ελάχιστοι θα ενδιαφερθούν και γι’ αυτά.

Ευτυχώς όμως σήμερα και ήλιο έχει και κίνηση. Το φανάρι μόλις έκλεισε κι εγώ έτοιμος για την επόμενη φουρνιά αυτοκινήτων. Χαμογελώ και πλησιάζω...

                                                                   Δέσποινα Κόλλια

Αφιερωμένο στο Σ. και τον Ν.
 

15/2/11

Ο άνθρωπος ζει για να μοσχοβολάει!

 Tου Παντελη Μπουκαλα - Καθημερινή 13/2/2011
(Μια Νεκρολογία για έναν ξεχωριστό άνθρωπο...)



«Ηρθε ο άρχοντας». Ετσι λέγαμε όταν, προχωρημένη πια η ώρα, έφτανε στο μοναστήρι της Παναγίας, λίγο έξω από το χωριό, ο Γιάννης Βασιλόπουλος για να ανέβει στην πρόχειρη σκηνή και με τους ρυθμούς του κλαρίνου του να οδηγήσει το πανηγύρι στον καλό του δρόμο. Στην τρίχα πάντοτε ντυμένος, με το άψογο κοστούμι του, τα αστραφτερά παπούτσια του, που φρόντιζε να μη λερωθούν από τη χωμάτινη πίστα των πανηγυριών, και με τα δαχτυλίδια του. Το ’λεγε και μόνος του: «Μ’ αρέσει το ωραίο ντύσιμο, το βρήκαμε από τη γενιά του πατέρα μας. Είναι παράδοση. Ο άνθρωπος δεν ζει για να γεμίζει την κοιλιά του αλλά για να μοσχοβολάει». Ετσι απλά. Κατέβαινε λοιπόν από τη μεγάλη κούρσα του με τον αέρα ενός ανθρώπου που ξέρει την αξία του, ξέρει ότι τον σέβονται και τον αγαπούν, αλλά ξέρει και κάτι παραπάνω, κρισιμότερο: ότι δεν χρειάζεται να επιδείξει την αξία του αυτή, μόνο να τιμήσει την τέχνη του χρειάζεται, ώστε και στον σεβασμό του ακροατηρίου του να ανταποκριθεί και την αγάπη των ανθρώπων να δικαιώσει. Και την τιμούσε την τέχνη του. Σε κάθε πανηγύρι. Δεν έτυχε να τον ακούσω ποτέ βαρύθυμο, να παίζει από υποχρέωση και μόνο, για την αμοιβή, όση κι αν ήταν· άλλωστε, στα χωριά που αγαπούσε ιδιαίτερα πήγαινε και ακερδώς, παραβλέποντας ακόμα και τα προβλήματα της υγείας του.


 Ηταν ένας καιρός, δυο δεκαετίες πριν πάνω-κάτω, που τον Δεκαπενταύγουστο ή στα εννιάμερα της Παναγίας, με τα αδερφοξάδερφα κυνηγούσαμε τα πανηγύρια δεξιά και αριστερά του Αχελώου, και βαθύτερα στο Ξηρόμερο, για να ακούσουμε τον Γιάννη Βασιλόπουλο να βαράει το κλαρίνο του· ο Βασίλης Σαλέας, ο παλιός, ο πρώτος, δεν υπήρχε πια, και μόνο ο μπαρμπα-Γιάννης είχε τότε τη χάρη και τη δύναμη να ξαναδίνει ομορφιά σε αυτό που πήγαινε να χαθεί, ή έστω να φθαρεί, σ’ αυτό που είχε καρφωθεί στο μυαλό μας από τα χρόνια που ο ηλεκτρισμός και η τεχνολογία δεν είχαν σύρει τη δημοτική μουσική σε νέες, ταχύτερες διαδρομές. Και πέφταμε πού και πού και σε ψευτοκαβγάδες, ποιο όργανο είναι το αυθεντικότερο, ο ζουρνάς, αρχαιότατος άλλωστε, ή το κλαρίνο, που μετράει - δεν μετράει δύο αιώνες στην Ελλάδα, αν δεχτούμε την υπόθεση ότι ο ήχος του ευρωπαϊκού οργάνου πρωτοακούστηκε στα σαράγια του Αλή πασά. Ακούγαμε Ασημάκη Μπέκο και ψηφίζαμε τον ζουρνά, ακούγαμε έπειτα Βασιλόπουλο ή Σαλέα (ή, αργότερα, τους Χαλκιάδες και τους Σουκαίους, μαζί με τους Ηπειρώτες της παρέας) και ψηφίζαμε κλαρίνο. Ενώ δεν υπήρχε κανένας λόγος να ψηφίσουμε, να ιεραρχήσουμε, να αποδώσουμε πρωτεία γνησιότητας. Απλό είναι. Πανηγύρι του Αϊ- Συμιού, στο Μεσολόγγι, χωρίς ζουρνά, και νταούλι βέβαια, δεν γίνεται. Και, είναι - δεν είναι μουσικό σύνορο ο Αχελώος, ξηρομερίτικο πανηγύρι χωρίς κλαρίνο, πάλι δεν γίνεται. Τα χαίρεσαι λοιπόν και τα δύο, πατώντας και στη μια και στην άλλη όχθη του ποταμού (αυτό ούτε ο Ηράκλειτος δεν θα το απαγόρευε), και βγαίνεις διπλά κερδισμένος. Και τόσο περισσότερο κερδισμένος όσο περισσότερα λεφτά έχουν φύγει από την τσέπη σου, προσάναμμα του γλεντιού, όπως με καμάρι μάλλον παρά με στενοχώρια συνειδητοποιείς μια-δυο μέρες αργότερα.



Οι πιο τυχεροί, λοιπόν, πετύχαιναν την κομπανία του Βασιλόπουλου με τραγουδιστή τον Ξηρομερίτη Τάκη Καρναβά που, λόγος ήταν και λεγόταν, έπινε και το νερό του ουζωμένο, όπως άλλοι το ούζο τους νερωμένο· κι έρχονταν λέει στιγμές, χαράματα πια, που για να μην πάψει να τραγουδάει, τον έδεναν στην καρέκλα του, ώστε να κρατιέται στο ύψος του μικροφώνου, αν υπήρχε. Μια ολόκληρη ιστορία άκουγες πίσω από κάθε κομμάτι που έπαιζε ο Βασιλόπουλος, είτε κλέφτικο ήταν είτε τραγούδι της αγάπης ή της ξενιτιάς, τσάμικο ή συρτό, δημοτικό ή λαϊκό, ρουμελιώτικο, πελοποννησιακό ή ηπειρώτικο. Η γκάμα του δεν είχε όρια, ούτε και η υπομονή του όταν έβλεπε πως ο πρώτος του χορού είχε το μεράκι του μεγαλύτερο από τη χορευτική του αξιοσύνη· τον καθοδηγούσε τότε με τους ρυθμούς του, γινόταν συνεργός του πάθους του, για να τον βοηθήσει να βγάλει από μέσα του την πίκρα και τον σεβντά του. Στα βαριά τσάμικα ιδιαίτερα, που όλο και λιγότεροι ξέρουν να τα παίζουν ή να τα τραγουδούν και όλο και λιγότεροι να τα χορεύουν δίχως τις φιγούρες εγωλατρίας που διδάσκουν κάποιες σχολές, δεν υπήρχε λόγος να του ζητήσει ο ίδιος ο χορευτής να πάει «αργά» με το κλαρίνο του, κι ύστερα «πιο αργά», και στο τέλος «πεθαμένα». Το ’νιωθε μόνος του, κι από μιας αρχής, και συντονιζόταν· άλλωστε δεν ανήκε στους κλαριτζήδες εκείνους που τους κουράζουν τα αργά παιξίματα και τα αποφεύγουν, προτιμώντας τα ταχύρρυθμα, που υποτίθεται ότι κάνουν καλύτερο κέφι.

 Με τον Γιώργο Κόρο

Αυτοδίδακτος ήταν ο Γιάννης Βασιλόπουλος, που πέθανε λίγες ημέρες πριν. Νότες δεν ήξερε να διαβάζει. Ηξερε όμως ν’ ακούει και, χάρη στην απίστευτη μουσική μνήμη του, μπορούσε, το έλεγε κι ο ίδιος καμαρώνοντας, να παίξει ολόκληρο κοντσέρτο κι ας το είχε ακούσει μόνο μία φορά. Γεννημένος στο Αγρίνιο το 1939, με γιαγιά τσιγγάνα από το Μεσολόγγι, είχε δασκάλους τον πατέρα του και τους μπαρμπάδες του - «όλα τ’ αδέρφια μου, οι μπαρμπάδες μου, κλαρίνο, λαούτο, σαντούρι, κιθάρα», έλεγε ο ίδιος στο περιοδικό «Ντέφι» το 1983. Από τα δεκαπέντε του κιόλας βιοποριζόταν παίζοντας κλαρίνο. 

 
 Με τη βοήθεια του τραγουδιστή και μουσικού Γιώργου Παπασιδέρη, και πριν κλείσει τα είκοσί του, ανέβηκε στην Αθήνα, όπου και δούλεψε σε πολλά μαγαζιά, ώσπου άνοιξε το δικό του, το «Χρυσό κλαρίνο». Η γνωριμία του με τον Στέλιο Καζαντζίδη, που τον άκουσε να παίζει και πείστηκε από τη μαστοριά του, του άνοιξε το δρόμο προς το λαϊκό τραγούδι. Η δεξιοτεχνία του αποτυπώθηκε σε αμέτρητους δίσκους, δημοτικούς και λαϊκούς, προσωπικούς και συλλογικούς, αφού συνεργάστηκε με σπουδαίους συνθέτες και τραγουδιστές: Τσιτσάνης, Ζαμπέτας, Χάλαρης, Ξαρχάκος, Παπασιδέρης, Κώστας Ρούκουνας, Σοφία Κολλητήρη, Καζαντζίδης, Πόλυ Πάνου, Γιώτα Λύδια, Μανώλης Αγγελόπουλος.


  Και δημοτικά έπαιζε ο Γιάννης Βασιλόπουλος και λαϊκά, χωρίς να συγχέει τα είδη και τα όρια. Και την ώρα του γάμου (την περίσταση του οποίου τη θεωρούσε μέγα σχολείο για τον οργανοπαίκτη) ή του πανηγυριού, συνόδευε και τα δημοτικοφανή ή τα λαϊκοφανή, που χρόνο με το χρόνο διεύρυναν την επικράτειά τους, και κατόρθωνε ώς κι αυτά να τα εξυψώνει, να τα ευγενίζει. Και τον «Ηλιο» του τον θυμάμαι, και θα τον θυμάμαι, κι όταν έπαιρνε τον δρόμο του «Ραστ» τον θυμάμαι, κι όταν έπαιζε τα καζαντζιδικά, σόλο. Σειόταν ολόκληρος, όρθιος, ένα ολόσωμο μουσικό όργανο, ζώντας τον ρυθμό πριν τον μεταδώσει στις παρέες. Μα τώρα τον φέρνω στο νου μου στο πανηγύρι του χωριού, κόντευε πια να φέξει, να παύει τα γλεντζέδικα, να επιβάλλεται και βασισμένος στα εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής να υφαίνει συγκινητικότατες αυτοσχεδιαστικές μουσικές, που αποθησαυρίστηκαν και στο δίσκο του «Τα δάκρυα της Μαγδαληνής». Κλάμα σε πανηγύρι, έστω βουβό, δεν συνηθίζεται. Αλλά ήταν τόσο λυτρωτικό. Τόσο όμορφο.


11/2/11

Ευχαριστώ Θεέ μου, που δεν είμαι σαν κι αυτούς...

Ευχαριστώ Θεέ μου, που δεν είμαι σαν κι αυτούς... 
Πόσο ειρωνεύομαι γράφοντας αυτήν την πρόταση, είναι άλλο θέμα.
Η αλήθεια μου που είναι; Δυστυχώς, αν τολμήσω να ξεδιπλώσω όλα τα ωραία φύλλα με τα οποία έχω καλύψει το κανακεμένο Εγώ μου, θα εκτεθώ κι αυτό πονάει και αισθάνομαι γυμνή, απροστάτευτη.
   Να τσαλακώσω τον εγωϊσμό μου; Μα εγώ τόσα χρόνια τον θέριεψα. Πώς να το κάνω αυτό ;
   Κύριε, βοήθησέ με, είναι δύσκολο...  Εσύ το έκανες - σκέφτομαι αμέσως - ε, ναι... μα είσαι Θεός... και συμπληρώνω τη σκέψη μου μα και Ανθρωπος.
   Εσύ ο Τέλειος ταπεινώθηκες. Γυμνός και περίγελος όλων ήπιες το ποτήρι του πόνου μέχρι τέλους και πάνω στο σταυρό πήρες ότι φρικτό εμείς έχουμε κάνει...
   Εγώ η τελεία που νομίζω πως είμαι τέλεια.  Μια αστεία καρικατούρα στα μάτια μου, όταν κοιτώ αληθινά μέσα μου.
 
   Εσύ με αγαπάς. Με κοιτάς με βλέμμα γεμάτο αγάπη και περιμένεις...
   Περιμένεις, γιατί η Αγάπη μπορεί να περιμένει το δημιούργημά της αφού του έχει χαρίσει ελευθερία.
   Νοιώθω το βλέμμα Σου γεμάτο καλοσύνη που αφοπλίζει - είναι σαν να μου λέει: η Ταπείνωση είναι το μέτρο της εξύψωσης.
Προσπάθησε, αγωνίσου Εγώ σε περιμένω...

                                                                                                                                        Σταυρούλα

9/2/11

ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ...


Πολλές φορές κάνω λες και περιστρέφεται η γη γύρω από εμένα, όπως λέει και το λαϊκό άσμα! Λες και πρέπει να σκέφτομαι διαρκώς τι έκανα λάθος και τι κάνω αυτή τη στιγμή λάθος και τι πρόκειται να κάνω.


 Όμως, αυτό είναι η αρχή της φιλαυτίας, ενός τεράστιου εγωισμού, που μόνο πίσω με πάει. Βαρέθηκα πια να «κοιτώ τον εαυτό» μου και να παρατηρώ μόνο τα αρνητικά, τα οποία δεν είναι η ουσία της αμαρτίας. Αυτό έχει ως συνέπεια να κοιτώ χρόνο με τον χρόνο και τους άλλους αρνητικά. Βαρέθηκα να παρατηρώ μόνο τα αρνητικά τους χαρακτηριστικά και να αφήνω την εικόνα Θεού, να κουράζω και να μαυρίζω την ψυχή μου με μια θανατίλα. Γιατί κοιτώντας μέσα μου διαρκώς, μόνο θάνατο θα βλέπω. 


Την εικόνα του Θεού δεν θα τη συναντήσω μέσα μου, αλλά στο πρόσωπου του άλλου, του συνανθρώπου που κάθεται απέναντί  μου και μιλάω τούτη την στιγμή. Μόνο έτσι θα πάω μπροστά. Θέλω να αφήσω τη δημιουργικότητά μου να εξελιχθεί, να αφήσω την ψυχή μου να πετάξει στους ουρανούς, να γίνει ένα με τον Θεό. Να κάνω την επανάστασή μου. Όχι με την ερμηνεία που δίνεται σήμερα σε αυτή τη λέξη, αλλά την θετική επανάσταση. Γιατί ο Χριστός είναι ο μόνος πραγματικός Επαναστάτης που φέρνει την αλλαγή, την αληθινή ελευθερία. Αμήν.


 Κ.

7/2/11

Η πάπισσα Ιωάννα κι οι θεωρίες συνωμοσίας


Το ξέρατε ότι στις αχυροκαλύβες της Γερμανίας το 850 μ.Χ. γνώριζαν Λατινικά; (Και συνεπώς μας εξαπάτησε όλους ο Λούθηρος, που έλεγε πως δεν ήξερε σχεδόν κανείς στην Γερμανία την Καινή Διαθήκη τον 16ο αιώνα!). Κι ότι διέθεταν μάλιστα και αντίτυπα της Αγίας Γραφής στα Λατινικά;


Έχετε υπ' όψιν σας ότι στον ανδροκρατούμενο φραγκικό μεσαίωνα, όπου συζητιόταν αν η γυναίκα είναι όντως άνθρωπος, μπορούσε ένας επίσκοπος  να σκεφτεί ότι ίσως και να επέτρεπε να φοιτήσει γυναίκα σε ιερατική σχολή;

Γνωρίζετε ότι η επικοινωνία της Κωνσταντινούπολης με την Ρώμη, ήταν σχεδόν ανύπαρκτη εκείνη την εποχή, οπότε είναι φυσικό να μην μάθουν τίποτε στην Πόλη για την γυναίκα Πάπα, που λιθοβολήθηκε δημοσίως; (Κι ας έπλεαν διαρκώς τα πλοία προς τα λιμάνια της Ιταλίας, κι ας υπήρχε συνεχής επαφή μεταξύ Πατριαρχείου και Βατικανού). 


 Ξέρετε ότι αυτή η περίφημη Πάπισσα, είχε κάνει πολλές δογματικές αλλαγές προς το καλύτερο στην ενιαία τότε Εκκλησία; (Δηλαδή έγιναν δογματικές αλλαγές κι ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως αδιαφόρησε, ενώ λίγο μετά τον θάνατο της Πάπισσας, αντέδρασε για το filioque!)


 Έχετε υπ’ όψιν σας ότι όλοι οι Πάπες και οι επίσκοποι στην ενιαία Εκκλησία (πριν το πρώτο σχίσμα δηλαδή),  είχαν γυναίκες τις οποίες παρουσίαζαν δημόσια σε οργιαστικά δείπνα και έπιναν μέχρι σκασμού; (Κι ας υπήρχε η απαράδεκτα σκληρή "Pitulario de partibus Saxoniae" του Καρλομάγνου που προέβλεπε μέχρι και την ποινή του θανάτου για την παράβαση της νηστείας της Μεγ. Τεσσαρακοστής!)


Ψέγουμε για πολλά την Δυτική Εκκλησία, όχι με συνωμοσιολογίες, αλλά με στοιχεία ιστορικά. Και μην ξεχνάμε πως υπήρξαν εποχές πριν το σχίσμα, όπου οι δυτική εκκλησία στήριξε το Ορθόδοξο δόγμα, όταν στην Ανατολή είχαμε αίρεση (π.χ. ο άγιος Μάξιμος μαζί με τον Ομολογητή άγιο Πάπα Μαρτίνο, είχε διαδραμα­τίσει πρωτεύοντα ρόλο για την συγκρότηση της Ορθο­δόξου τοπικής Συνόδου της Ρώμης (649), η οποία κα­ταδίκασε τον Μονοθελητισμό).


Άλλη μια επίθεση στον Χριστιανισμό. Μετά τον Κώδικα Ντα Βίντσι, το  Agora και τόσες άλλες ανιστόρητες ανοησίες, έχουμε επιτέλους την "Πάπισσα Ιωάννα". Στην ταινία, που είναι βασισμένη σε ένα  ακόμα Αμερικάνικο best seller, έχουμε μια φεμινιστική θεώρηση της Ιστορίας. Οι άντρες γουρούνια και οι καλές γυναίκες, οι απαίσιοι Χριστιανοί και οι καλοί Ελληνιστές. Τρέμε Ροΐδη! Μεσαιωνικοί μύθοι του 13ου αιώνα, που ξαναζωντανεύουν στο νέο Μεσαίωνα. Θεωρίες συνωμοσίας παντού, από τους Χριστιανούς, μέχρι τα αεροπλάνα που μας ψεκάζουν. Κανείς δεν ψάχνει την αλήθεια, όλοι φοβισμένοι αναπαράγουν τις φοβίες τους. Κανείς δεν μελετά την ιστορία σε βάθος, ημιμαθείς με σκόρπιες πληροφορίες από το διαδίκτυο και τον εμπορικό κινηματογράφο, πορευόμαστε στο σκοτάδι.

 
Ο Ουμπέρτο Έκο έλεγε, πως αν ο Γκαίμπελς λασπολογούσε για να αποκρύψει την αλήθεια, σήμερα αρκούν οι χιλιάδες πληροφορίες που δημιουργούν την ψευδαισθηση της γνώσης. Θλίβεται ο μελετητής- ερασιτέχνης ή ειδικός-από την απολυτότητα που σχηματίζεται στο στόμα των ημιμαθών: "Το είδα στην τηλεόραση. Το διάβασα σε ένα blog, στο διαδίκτυο. Το είδα στό σινεμά." Πάνε άχρηστες οι ατέλειωτες ώρες μελέτης σου. Δεν μπορείς να απαντήσεις.


Αν κοιτάξει κανείς τις βιβλιοθήκες διαφόρων φασιστικών καθεστώτων, θα βρει όλους τους μείζονες διανοητές της παραδοσιαρχίας. Η ναζιστική εσωτερική γνώση τρεφόταν με παραδοσιαρχικά, συγκρητιστικά και μυστικιστικά στοιχεία. Η πηγή που επηρέασε περισσότερο τις θεωρίες της νέας ιταλικής δεξιάς, ο Ιούλιος Έβολα, συνδύαζε το Άγιο Δισκοπότηρο με τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, και την αλχημεία με την Αγία Ρωμαϊκή και Γερμανική Αυτοκρατορία...
 Αν κοιτάξετε τα ράφια που, στα αμερικάνικα βιβλιοπωλεία, φέρουν την επιγραφή «Νέα Εποχή», θα βρείτε εκεί μέχρι και Άγιο Αυγουστίνο, ο οποίος, απ’ ό,τι γνωρίζω, δεν ήταν φασίστας. Αλλά το να συνδυάζεις τον Άγιο Αυγουστίνο με το Στόουνχεντζ - αυτό είναι σύμπτωμα πρωτοφασισμού.

Θα επανέλθουμε σύντομα...

Αφιερωμένο στον Σ. και τον Ν.
 


2/2/11

ΜΝΗΜΗ ΘΑΝΑΤΟΥ


«Φοβάσαι τον θάνατο; Γιατί; Και τα λουλούδια ξέρουν ότι θα μαραθούν κι όμως ανθούν». Ξαναδιάβασα τη φράση αυτή, ξεφυλλίζοντας το νεανικό μου λεύκωμα. Την είχε γράψει μια φίλη μου τότε, με αφορμή το θάνατο μιας γνωστής μας, μόλις  δεκαοκτώ χρονών.


 Ποτέ δεν κατάλαβα την ερώτηση. Τι σημαίνει άν φοβάσαι τον θάνατο; Φυσικά και τον φοβόμουν, φυσικά και τον φοβάμαι. Τότε δεν ήξερα. Έλεγα πως όταν κάποιος φεύγει, εκεί και τελειώνει. Περνάει στην ανυπαρξία και μόνο η ανάμνηση μένει.


Τα χρόνια πέρασαν και μέσα από τον φόβο και τις δυσκολίες της ζωής, καποτε ήρθα άκουσα μια άλλη άποψη. Έμαθα πως ο θάνατος «είναι η πόρτα που μας περνάει στην αιωνιότητα», όπως άκουσα από τον άγιο γέροντα Πορφύριο. Αναρωτιέμαι πώς γίνεται αυτό. Πώς μπορείς να περάσεις αυτή την πόρτα, ποιος μπορεί να την περάσει, είναι άραγε για όλους;


 Αν έχει κανείς αναζήτηση για να πάρει απάντηση σ’ όλα αυτά, το μόνο σίγουρο είναι πως θα τη βρει στο ευαγγέλιο, ειπωμένη από τον ίδιο τον Χριστό. «Εάν τις τον λόγον τον εμόν τηρήση, θάνατον ου μη θεωρήση εις τον αιώνα». Μας λέει ο Κύριος, πως αν αγωνιζόμαστε να τηρούμε το Λόγο Του, τότε περνάμε από το θάνατο στη ζωή. 

 
Ακούγεται εύκολο, αλλά εφαρμόζεται τόσο δύσκολα. Καθώς φαίνεται, δεν έχει ανάψει μέσα μας ο πόθος να βιώσουμε αυτά τα μέλλοντα, γιατί  δεν μπορούμε ν’ απαλλαγούμε από τα παρόντα. Οι περισσότεροι, είμαστε προσκολλημένοι στις μέριμνες της καθημερινότητας, απορροφημένοι στην μονομανία της απόκτησης υλικών αγαθών, στη αέναη γκρίνια του ανικανοποίητου κι αναλώνεται η ψυχή μας σε μάταιες προσπάθειες να κάνουμε τη ζωή μας τάχα καλύτερη. 


Δεν καταλαβαίνουμε όμως, πως όλα αυτά δεν είναι τίποτα χωρίς αγάπη για τη ζωή, αγάπη για τον συνάνθρωπο, αγάπη για τον Θεό. Δεν επενδύουμε σ’ αυτόν τον καλό αγώνα, κι έτσι γιγαντώνεται μέσα μας το κενό. Με τίποτα δεν είμαστε ευχαριστημένοι κι η ζωή μας γεμίζει με θλίψη. Θλίψη που προκαλείται από την αμαρτία και δημιουργείται έτσι η αποκοπή από την πηγή ζωής, τον Χριστό.


 Πνευματικό θάνατο ονομάζουν οι πατέρες αυτή την κατάσταση. Φοβόμαστε τον θάνατο, γιατί δεν ζούμε με πλήρη συναίσθηση, δεν έχουμε αγαθή συνείδηση. Η αποδοχή του πνευματικού μας θανάτου μπορεί να μας ωριμάσει ψυχικά. Να κάνει το νου μας να φιλοσοφεί, να μη θεωρεί το μέλλον δεδομένο. Αν αυτό το καταλάβουμε, ίσως να πορευτούμε προς την αγάπη και τη συγνώμη. Ίσως πάψουμε να πιστεύουμε πως είμαστε άτρωτοι. Να μην θυμόμαστε τον Θεό μόνο όταν μας βρίσκει μια δυσκολία ή μια αρρώστια. Να μην είναι ανάγκη να βρεθούμε σε κάποιο νοσοκομείο, δίπλα στο λιωμένο κορμάκι ενός μελλοθάνατου καρκινοπαθούς για να ταραχτούμε,  ν’ αφυπνιστούμε. Μα καθημερινά να πεινάμε και να διψάμε για την αλήθεια, για τη σχέση με τον Θεό και τον συνάνθρωπο,  έχοντας στο νου, όσο είναι δυνατόν για τον καθένα, αυτή τη μνήμη του θανάτου. 

 ΒΟΥΛΑ