28/1/08

ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ ΑΥΤΟΥ...


Διό σέ ἱκετεύομεν, Κύριε ὁ Θεός ἡμῶν, τόν δοῦλον σου Χριστόδουλον Ἀρχιερέα, ἀδελφόν καί συλλειτουργόν ἡμῶν γενόμενον, τόν ἐπ’ έλπίδι ζωής αἰωνίου κοιμηθέντα, ἐν κόλποις Ἀβραάμ καί Ἰσαάκ καί Ἰακώβ ἀνάπαυσον. Καί ὥσπερ ἐπί τῆς γῆς ἐν τῇ Ἐκκλησία σου λειτουργόν αὐτόν κατέστησας, οὕτω καί ἐν τῷ οὐρανίῳ σου θυσιαστηρίῳ ἀνάδειξον, Κύριε.

Ἐπί ἀνθρώπων πνευματικῇ ἀξία κατακοσμήσας, ἐπί ἀγγέλων τῇ σῇ δόξῃ ἀκατάκριτον πρόσδεξαι. Αὐτός ἐπί τῆς γῆς τήν ζωήν αὐτοῦ ἐδόξασας, αὐτός δέ καί τήν ἔξοδον τοῦ βίου αὐτοῦ ἐν τῇ εἰσόδῳ τῶν ἁγίων σου ποίησον, καί τό πνεῦμα αὐτοῦ μετά πάντων τῶν ἀπ’ αἰώνως εὐαρεστησάντων συναρίθμησον. Ἀμήν.

ΟΛΗ Η ΕΛΛΑΔΑ ΑΤΕΛΕΙΩΤΗ ΠΑΡΑΓΚΑ...


Κάποτε, σέ τοῦτο δῶ τόν τόπο οἱ ἄνθρωποι, ὅσα ἐλαττώματα κι ἁμαρτίες κι ἄν εἶχαν, ὅσο κι ἄν ἄφηναν τά πάθη καί τίς κακίες τους νά τούς κυριεύουν, ἅγιους καί ἥρωες εἶχαν σάν πρότυπά τους. Στίς ἱστορίες καί τά παραμύθια πού’ λεγαν γύρω ἀπό τήν φωτιά, μιλοῦσαν γιά γεγονότα θαυμαστά κι ὑπέροχους ἀνθρώπους, γιά ἰδανικά κι ἀξίες.

Κάποτε οἱ ἄνθρωποι ἁμάρταναν, μά ἐπειδή πίστευαν πώς ὑπάρχει Θεός καί κρίνει, πιό εὔκολα μετανοοῦσαν, πιό γρήγορα συναίσθάνονταν τίς ἀνομίες τους.

Σήμερα, στόν κόσμο τῶν τηλε – ἡρώων, τῶν γυαλιστερῶν κενῶν κι ἀνάξιων διασημοτήτων, στόν καιρό τῆς δημαγωγίας καί τοῦ ἄκρατου λαϊκισμοῦ, ἀποχαυνωμένοι οἱ ἄνθρωποι κοιτοῦν, χαζεύοντας γεγονότα καί ἱστορίες ἀνάξιες λόγου, ὅλη ἡ Ἑλλάδα ἀτέλειωτη παράγκα, τό μάτι στήν κλειδαρότρυπα καί τό μυαλό ἄδειο.

Δέν ὑπάρχει χρόνος - λένε - γιά διαβάσματα καί τέχνη, δέν φτάνει τό 24ωρο - λένε - γιά προσευχή καί στοχασμό, μά φτάνει γιά νά στηθεῖς ναρκωμένος μπροστά στήν τηλεόραση καί τόν ὑπολογιστή, νά’χεις νά λές τήν ἄλλη μέρα στήν δουλειά, στήν συγκέντρωση τῶν συγγενὼν καί φίλων. Νά λές τά ἴδια καί τά ἴδια, ποιός πῆγε ποῦ, ποιά πῆγε μέ ποιόν, τί φόρεσε ὁ καθείς, ποιός τσακώθηκε μέ τούς ἄλλους.

Περίσσεψε στόν καιρό μας ἡ ὑποκρισία τῶν «μεγάλων», τούς ζήλεψαν ἀπό κοντά καί οἱ «μικροί», θέλουν κι αὐτοί νά γίνουν τρανοί καί πλούσιοι, ὄνειρο εἶναι τά πλούτη καί ἡ δόξα πιά κι ὄχι ἡ σοφία.

Μπερδεύονται ἀπό κοντά καί τά παιδιά, μικρομέγαλα γίνονται, γερνοῦν πρίν τήν ὥρα τους, πιθηκίζουν συμπεριφορές καί τερτίπια, τηλεορασόπληκτα κι αὐτά, κλεισμένα μέσα στά τσιμεντένια κλουβιά πού φτιάξαμε γιά σπίτια.

Δέν θέλουμε τοῦτες οἱ γραμμές νά φέρνουνε μαυρίλα, μά σέ ἐποχές χαλεπές ζοῦμε καί τό παράλογο πρέπει νά τό ὀνοματίζουμε γιά νά μήν μᾶς κυριεύσει καί μᾶς ξεγελάσει. Τήν αἰσιοδοξία μας δέν χάνουμε καί δέν ξεχνοῦμε τά λόγια τοῦ ἀποστόλου πώς «οὗ ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία ὑπερπερίσσευσεν ἡ χάρις» (Ρωμ. 5,20). Πρός τά ἔσχατα βαδίζουμε ἐδῶ καί δυό χιλιάδες χρόνια, καί τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ προσμένουμε μέ χαρά, πάντοτε χαίροντες, ἀδιαλείπτως προσευχόμενοι καί ἐν παντί εὐχαριστοῦντες, γνωρίζοντας πώς αὐτό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ποῦ μᾶς δίδαξε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός.

22/1/08

Ἐρανίζοντας εὐφάνταστες, εὐωδιαστές κι εὔγεστες λέξεις …

Συνέχεια ἀπό τό προηγούμενο...


Πρό τριετίας συνάντησα στό Πανεπιστήμιο ἕνα ἑλληνιστή Βέλγο φοιτητή πού ἐνθουσιαζόταν κατανοῶντας τό βάθος λέξεων ὅπως ἡ ὠτοασπίδα ἤ ἡ ὀδοντογλυφίδα. Χαμογελοῦσε ὅποτε ἔβλεπε πυγολαμπίδες, ἤ ἄκουγε «ζήτω» γιά "χειρουργούς" καί "ταξίδια τοῦ μέλιτος". Γιά σκέψου, μοῦ ἔλεγε, πόσο εὔστοχα οἱ ίδιες οἱ λέξεις σάς ὁρίζουν τίς ἐποχές: φθινόπωρο, ἔαρ/ἄνοιξη, θέρος/καλοκαίρι… Κι ὅμως πολλοί ἀπό ἐμᾶς εἴμαστε ἀνυποψίαστοι.


Εἶναι γοητευτικό νά ὑποψιάζεται κανείς γιά τή διαρκῆ ροή τῆς γλώσσας μας, τίς ἀέναες ἀλλαγές σέ φωνητικό, μορφολογικό καί σημασιολογικό επίπεδο. Τά πρόβατα στόν Ἀριστοφάνη βέλαζαν «βῆβῆ» » (ἀφοῦ τό η ήταν μακρό ε, ὅπως αντιστοίχως διέφερε τό ω-μέγα ἀπό τό ο-μικρόν), ἡ ἱστορία στήν ἐποχή τοῦ Περικλῆ κῖ ἀργότερα γραφόταν ΗΙΣΤΟΡΙΑ (λόγῳ δασείας, βλ. History), ἐνῶ «περίπτερο» ὀνόμαζαν εὔλογα τό ναό πού εἶχε ὁλόγυρα κίονες… Ταυτόχρονα, ὡς σήμερα μιλᾶμε γιά «σανδάλια», «Θεό», «σέλινο», «θάλασσα» καί θά προκαλοῦσε ἴλιγγο ἡ συνειδητοποίηση πώς αὐτές οἱ λέξεις ἀκούγονται καί γράφονται ἤδη ἀπό τήν ἐποχή τῶν Μυκηναίων, τοὐλάχιστον ἀπό τό 1200 π. Χ.

Μπορεῖ, ἔπειτα, ἡ λέξη ναῦς νά ἀντικαταστάθηκε ἀπό τό πλοῖο, ἀλλά μᾶς κληροδότησε ναύτη, ναυάγιο, ναύαρχο, Ναύπλιο, Ναυσικᾶ. Ὁμοίως ἡ θύρα ἔγινε πόρτα, ἀλλά ὁ θυρωρός καί τό θυροτηλέφωνο, ἡ «θύρα 13» δέν άλλαξαν. Ὁ ὑδροχόος δέν ἔγινε νεροχύτης, ἐνῶ ἡ θήρα ἔγινε κυνήγι μά ἄφησε τά θηρία, τό θήραμα, τούς κάθε λογής προικοθῆρες, λεξιθῆρες, λαθροθῆρες, βαθμοθῆρες καί ψηφοθῆρες. Τό ἀλέξω πού σήμαινε ἀποκρούω ἀπεβίωσε νωρίς, ὅμως τό κουβαλοῦν ακόμα ὁ Ἀλέξανδρος, τό ἀλεξίσφαιρο γιλέκο καί τό ἀλεξικέραυνο, ὁ μαχητικός ἀλέκτωρ καί τό ἀλεξίπτωτο ἐνῶ ὁ πρόγονος νοῦς συνυπάρχει μεέ ὅλους τούς κατιόντες συγγενεῖς του, ὀξύνοες νουνεχεῖς ἀνθρώπους πού παρανοοῦν, κατανοοῦν, νουθετοῦν καί δέν διανοοῦνται τά ὑπονοούμενα πού ἐννοοῦνται στή νοημοσύνη ἤ τήν ἄνοια.


Ἀντίστοιχα, τή ῥίζα τοῦ τέμνω συναντοῦμε σέ λέξεις πού ἐκ πρώτης ὄψεως οὐδόλως συγγενεύουν (διχοτόμος, ἔντομο, σύντομος, ῥυμοτομία).
Δέν ξέρω πόσο κουβεντιάζοντας ἔχουμε συνείδηση πώς «συ-ζητᾶμε» τήν ἀλήθεια ἤ ὅταν ἀποκαλοῦμε κάτι ἄψογο τό ἐννοοῦμε καί δέν τοῦ βρίσκουμε ψεγάδι, δέν μπορεῖ κανείς νά τό ψέξει. Ὁμοίως, φαντάζομαι, θά ἤμασταν πιό διστακτικοί νά λέμε πώς συγ-χωροῦμε καί μετα-νοοῦμε, ἄν ἤμαστε εἰλικρινεῖς. Πάντως, σήμερα πού τά παιδιά στό σχολεῖο κατάλαβαν ὅτι «κόσμος» σημαίνει κόσμημα καί ἐτυμολογῶντας βρῆκαν τή σχέση οἰκολογίας καί οἴκου, προβληματίστηκαν μήπως πρέπει νά ἀλλάξουμε ὀρολογία.


Πολύ στενοχωριέμαι πού μελετῶντας τά παιδιά ἀρχαῖα ἤ μιλῶντας οἱ μεγάλοι νέα ἑλληνικά, δέν κατανοοῦμε τή συνέχεια τῆς γλώσσας. Κρίμα, γιατί πολλά μαργαριτάρια θά ἀποσοβοῦνταν, πολλές λέξεις δέν θά ἠχοῦσαν τόσο ἀνοίκειες. Σκεφτεῖτε τήν «τροχοπέδη» καί συνδυάστε τήν μέ τίς χειροπέδες, τό χέρι, τό εγχειρίδιο. Ἄν δέν καταλαβαίνετε τό «ἄχθος ἀρούρης», ἀναρωτηθεῖτε τί κάνει ὁ ἀχθοφόρος καί ὁ ἀρουραῖος… Οἱ τύποι «πληροῖ τούς ὄρους», «ἐξόφληση τοῖς μετρητοῖς», «Θεός φυλάξοι» «μήνυμα ἐστάλη», «μνήσθητί μου, Κύριε», « σεσημασμένος - συνημμένος - κατεψυγμένος» ἀπαντοῦν καί σήμερα ὡστόσο τά εἰς - όω συνηρημένα, ἡ δοτική, ἡ εὐκτική, οἱ προστακτικές καί οἱ μετοχές του παθητικοῦ παρακειμένου εἶναι κινέζικα - terra incognita για τούς περισσότερους. Ἔπειτα, ἄν εἴχαμε κατανοήσει τό νόμο τῆς ἐκτάσεως ἐν συνθέσει τῶν φωνηέντων δέν θά μπερδευόμασταν μέ τήν ὀρθογραφία λέξεων ὅπως: κυν-ηγώ, ποδ-ήλατο, παν-ηγύρι, συν-ωμότης, ψευδ-ώνυμο, δι-ώροφο.


Ἄν καταλαβαίναμε τή λέξη ἡμίφωνο, θα ὑποψιαζόμασταν πώς τό ἴδιο ἰσχύει καί για τά σύνθετα με - ρ -, εἴτε ἀναφερόμαστε σέ ἀπό-ρρυπαντικά, μετά-ρρυθμίσεις, δια-ρροές, ἀνθρώπους πού αἱμο-ρραγοῦν, κατά-ρρακώνονται ἤ περνοῦν στό Ἀντί-ρριο.
Ἔγραψα ἡμί-φωνο καί σκέφτηκα ἐκεῖνα τά προθήματα ὅπως τό «ἡμί-» (=μισο-) ἤ τό «ἀμφί-» (ἀπό τή μια κι ἀπό τήν ἄλλη) ἀπό κοντά καί τά ἐπιθήματα τύπου «-ίδιον» (υποκοριστικό) ἤ «-θέν» (=ἀπό).



Πόσες λέξεις δέν συνδέουν μέ ἀόρατους δεσμούς… ἡμίφως, ἡμίχρονο, ἡμισφαίριο, ἡμιμάθεια, ἡμιανάπαυση, ἡμίθεος, ἡμίτονο, ἡμιτελής καί ἡμιπαλτο ἀπό τή μια μαζί με τά ἀμφιλεγόμενος, ἀμφιταλαντεύομαι, ἀμφίπλευρος, ἀμφιδέξιος, ἀμφίδρομος, ἀμφίβιο, ἀμφιθαλής, ἀμφιθυμία, ἀμφιλύκη, ἀμφορέας. Ἀπό τήν ἄλλη, κατοικίδιο, χοιρίδιο, ἀκτινίδιο, (ο)φρύδι(ο), (ο)φίδι(ο), ζώδιο, σωματίδιο, ογκίδιο, ἀλλά καί ἀνέκαθεν, παλαιόθεν, πόθεν ἔσχες, παιδιόθεν, μετ' - ὄπισθέν, πανταχόθεν, ἑκατέρωθεν, θύραθεν, ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη…
Ἠχοῦν περιττά ὅλα αὐτά; Σίγουρα εἶναι ἀνούσια ἄν προτιμοῦμε ἁπλῶς νά ἐπιπλέουμε ἀνυποψίαστοι γιά τίς ὑποθαλάσσιες ὀμορφιές, ἄν ἡ φαντασία καί ἡ παρατηρητικότητά μας ἔχουν ατονίσει καί τό λεξικό σκονίζεται στό ῥάφι.
Θά ἐπανέλθουμε...

Εἰρήνη Κ.,
κατηχήτρια, κατασκηνώτρια, καί τάχα μου (πλήν ὅμως μάχιμη) φιλόλογος.


17/1/08

ΜΟΝΑΧΗ ΕΓΝΟΙΑ Η ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ


Μέ ἀφορμή τό κείμενο τοῦ Ἐλύτη στήν προηγούμενη ἀνάρτηση...

Ἡ Ἑλληνική γλῶσσα ἀντικατοπτρίζει ἕναν ἄλλο τρόπο σκέψης κι ἔκφρασης, μία γέφυρα ἐπικοινωνίας. Εἶναι ταμεῖο βιωμάτων καί ὁραμάτων, ὄρος ταυτότητας καί ὄχημα ἰδεῶν, τράπεζα φερέγγυος για ἐπενδύσεις .

Ὡστόσο, καθημερινά ἐκφωνοῦνται καί ἐκφονεύονται εἰδήσεις στά ΜΜΕ, ἀλλά κι ἐμεῖς ἐκθέτουμε - μέ τή διπλῆ σημασία τῆς λέξης - τά διανοήματά μας." Ἡ γλῶσσα κόκκαλα δέν ἔχει, γλῶσσα κόκκαλα τσακίζει"… Καλούμαστε νά μαθαίνουμε ξένες γλώσσες, ἀλλά τή δική μας τήν ὑποτιμοῦμε, ἄν μή τι ἄλλο. Δέν δέχομαι πώς λόγῳ τοῦ νεανικοῦ γλωσσικοῦ ἰδιώματος διακυβεύεται τό μέλλον μας, οὔτε συμφωνῶ μέ τόν οἶστρο τῆς γλωσσικῆς ξενηλασίας. Ἡ γλῶσσα μας πλουτίζεται ἀπό τά δάνεια καί τά ἀντιδάνεια, δέν κινδυνεύει ἀπό νεολογισμούς, ἀρκεῖ νά νοιαζόμαστε γιά αὐτήν καί νά τήν καλλιεργοῦμε. Εἰδάλλως, μᾶς ταλανίζουν οἱ ασάφειες καί ἡ φλυαρία, οἱ σολοικισμοί καί οἱ βαρβαρισμοί, οἱ ξεφτισμένες ἔννοιες κι οἱ ἄχρωμοι λόγοι, ἡ λεξιπενία καί ἡ ἄγνοια .


"Τά ὅρια τῆς γλώσσας μου δείχνουν τά ὅρια τοῦ κόσμου μου". Ἀλήθεια, τόσο στενοί εἶναι οἱ ὁρίζοντές μας; Κι ἀπό τήν ἄλλη, πόσο τυχεροί εἴμαστε πού μιλᾶμε μία γλῶσσα
ἀποδεδειγμένα καλλιεργημένη ἐπί τρεισήμισυ χιλιάδες χρόνια! Ἡ Ἑλληνική εἶναι ἑνιαία και συχνά - πυκνά ἐκπλήσσομαι ἀπό τή διαχρονικότητα, τόν πλοῦτο, τήν πλαστικότητα καί τήν εὐθυβολία της. Ἐντάξει, τόν Ὅμηρο δέν μποροῦμε νά τόν καταλάβουμε ἀπό τό πρωτότυπο, ἀλλά γιατί νά χρειαζόμαστε μεταφράσεις καί γιά τόν Παπαδιαμάντη, γιατί τά ἀρχαία ἑλληνικά νά φαντάζουν γλωσσοδέτες καί ξένη γλῶσσα;

Φταῖνε οἱ δάσκαλοι, φταίει τό σύστημα, μά φταῖμε κι ἐμεῖς. Καί τό χειρότερο δεν εἶναι πώς φταῖμε, ἀλλά πώς χάνουμε, χάνουμε πολλά ἐλλείψει ὀρθοέπειας, καλλιέπειας, καί ἀκριβολογίας . (Συνεχίζεται...)

Εἰρήνη Κ., κατηχήτρια, κατασκηνώτρια, καί τάχα μου (πλήν ὅμως μάχιμη) φιλόλογος.

15/1/08

Κυματιστοὶ ἀμπελῶνες καὶ ὑπέρθυρα ἐκκλησιῶν...

Μέσα σ᾿ να τέτοιο πνεμα εχα κινηθε λλοτε, ταν λεγα τι να τοπίο δν εναι, πως τ ντιλαμβάνονται μερικοί, κάποιο πλς σύνολο γς, φυτν κα δάτων. Εναι προβολ τς ψυχς νς λαο πάνω στν λη.

Θέλω ν πιστεύω -κα πίστη μου ατ βγαίνει πάντοτε πρώτη στν γώνα της μ τ γνώση- τι, πως κα ν τ ξετάσουμε, πολυαιώνια παρουσία το λληνισμο πάνω στ δθε κεθε το Αγαίου χώματα φτασε ν καθιερώσει μιν ρ θ ο γ ρ α φ ί α, που τ κάθε μέγα, τ κάθε ψιλον, κάθε ξεα, κάθε πογεγραμμένη, δν εναι παρ νας κολπίσκος, μι κατωφέρεια, μι κάθετη βράχου πάνω σ μι καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστο μπελνες, πέρθυρα κκλησιν, σπράκια κοκκινάκια, δ κε, π περιστερινες κα γλάστρες μ γεράνια.

Εναι μι γλώσσα μ πολ αστηρ γραμματική, πο τν φκιασε μόνος του λαός, π τν ποχ πο δν πήγαινε κόμη σχολεο. Κα τν τήρησε μ θρησκευτικ προσήλωση κι ντοχ ξιοθαύμαστη, μέσα στς πι δυσμενες κατονταετίες. σπου ρθαμ᾿ μες, μ τ διπλώματα κα τος νόμους, ν τν βοηθήσουμε. Κα σχεδν τν φανίσαμε. π τ να μέρος το φάγαμε τ κατάλοιπα τς γραφς του κα π τ λλο το ροκανίσαμε τν δια του τν πόσταση, τν κοινωνικοποιήσαμε, τν μεταβάλαμε σ ναν κόμα μικροαστό, πο μς κοιτάζει πορημένος π κάποιο παραθυράκι κάποιας πολυκατοικίας το Αγάλεω.

Δν ναφρομαι σ καμμι χαμνη γραφικτητα. Οτε θυμμαι ν ᾿χω ζσει σ καμμι καλ ποχ γι ν τ νοσταλγ. πλς, δν νχομαι τς νορθογραφες. Μ ταρζουν. Νιθω σν ν᾿ νακατνονται τ γρμματα στ διο μου τ πνυμο, ν μν ξρω ποις εμαι, ν μν νκω πουθεν. Τσο πολ ασθνομαι ν εναι ζω μου συνυφασμνη μ᾿ ατν τν «δργεια λαλι», πο δν εναι παρ πτικ φση τς λληνικς λαλις, τς κανς μ τ διπλ της πστασην μιλε κα ν ζωγραφζει συνμα. Κα πο ξακολουθε θρυβα σο κα δραστικ, παρ τς νωθεν πεμβσεις, ν εσχωρε λονα μσα στν στορα κα μσα στ φση πο τ γννησαν, τσι στε ν μετατρπει τερστιες ποστητες παρελθντος χρνου σ παρν, κα ν μετατρπεται π τ παρν ατ σ ργανο προικισμνο μ τ δναμη ν δηγε τ στοιχεα τς ζως μας στν πρωτογεν φυσικ τους λθεια.

(Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Τὰ Δημόσια καὶ τὰ Ἰδιωτικά», ἐκδ. Ἴκαρος, 1990)

ΔΕΙΤΕ ΣΤΟ LINK TOY ΝΑΟΥ ΜΑΣ http://pammtax.blogspot.com/
ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΜΑΣ,
ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΩΝ ΕΟΡΤΩΝ:



11/1/08

ΞΗΡΑΣΙΑ !


Καί τώρα πού σβήσαν τά λαμπιόνια τί γίνεται;
Τώρα πού μᾶς τελείωσαν τά ἀνόητα γλέντια τί κάνουμε;
Τώρα πού οἱ κούφιες εὐχές ξεστομίστηκαν χωρίς ἐλπίδα, μήπως ἄλλαξε τίποτα στήν ζωή μας;
Μήπως φαίνεται κάτι πιό αἰσιόδοξο γιά τήν ἑπόμενη χρονιά;
Μήπως θά σταματήσει τό κατρακύλισμα τῆς καταστροφῆς τοῦ πλανήτη;
Τό μακέλεμα στίς χῶρες τοῦ τρίτου κόσμου;
Ἡ ἀφασία καί ἡ σκληροκαρδία τῶν δυτικῶν κοινωνιῶν;
Ἡ ἀποβλάκωση τῶν Νεοελλήνων μπροστά στό χαζοκούτι;
Ἡ ἀτέλειωτη ἐνασχόλησή μας μέ τήν φτηνή καί χυδαία ἐπικαιρότητα;
Ξηρασία παντοῦ.

Ζωή χωρίς Χριστό δέν εἶναι ζωή...



5/1/08

ΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ

Είναι παλιό το έθιμο: την παραμονή του Νέου Έτους, όταν το ρολόι κτυπήσει μεσάνυχτα, σκεφτόμαστε τις επιθυμίες μας για το νέο έτος και προσπαθούμε να εισέλθουμε στο άγνωστο μέλλον μ’ ένα όνειρο, προσδοκώντας ταυτόχρονα την εκπλήρωση κάποιας αγαπητής μας επιθυμίας. Σήμερα, για άλλη μια φορά βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα νέο έτος. Τι επιθυμούμε για τους ίδιους, για τους άλλους, για τον καθένα; Ποιο είναι το τέλος όλων μας των ελπίδων; Η απάντηση είναι μονίμως η ίδια αιώνια λέξη: ευτυχία. Ευτυχές το Νέο Έτος! Ευτυχία για το Νέο Έτος! Η ιδιαίτερη ευτυχία που επιθυμούμε είναι φυσικά διαφορετική και προσωπική για τον καθένα, αλλά όλοι μας μετέχουμε στην κοινή πίστη πως αυτό το έτος η ευτυχία θα μάς πλησιάσει, πως μπορούμε να ελπίσουμε σ’ αυτή με προσδοκία.

Πότε όμως είναι κάποιος αληθινά ευτυχισμένος; Μετά από αιώνες εμπειρίας και γνώσης σχετικά με τον άνθρωπο, δεν μπορούμε πλέον να εξισώσουμε την ευτυχία με οποιοδήποτε εξωτερικό γνώρισμα, π.χ. χρήματα, υγεία, επιτυχία κλπ. Γνωρίζουμε πως τίποτε απ’ όλα αυτά δεν ανταποκρίνεται πλήρως σ’ αυτή τη μυστηριώδη και πάντοτε φευγαλέα έννοια της ευτυχίας. Είναι σαφές πως η φυσική άνεση φέρνει ευτυχία, αλλά και άγχος. Η επιτυχία φέρνει ευτυχία, αλλά και φόβο. Είναι εκπληκτικό πως όσο περισσότερη εξωτερική ευτυχία διαθέτουμε, τόσο περισσότερο εύθραυστη γίνεται και πιο ατίθασος ο φόβος πως θα τη χάσουμε και θα μείνουμε με άδεια χέρια. Πιθανώς αυτός είναι και ο λόγος που ευχόμαστε ο ένας στον άλλο «μια νέα ευτυχία» για το Νέο Έτος. Η «παλιά» ευτυχία ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε, κάτι πάντοτε έλειπε. Τώρα όμως ατενίζουμε ξανά μπροστά μας με μια ευχή, ένα όνειρο, μια ελπίδα...

Το ευαγγέλιο πριν από πάρα πολύ καιρό είχε καταγράψει την ιστορία ενός ανθρώπου που πλούτισε, έκτισε καινούριες αποθήκες για να αποθηκεύσει τα αγαθά του, και αποφάσισε πως πλέον είχε όλα τα αναγκαία που εγγυώντο την ευτυχία του! Είχε άνεση και μέσα. Εκείνη όμως τη νύχτα άκουσε: «άφρων, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου, α δε ητοίμασας τίνι έσται;» (Λουκ. 12, 20). Η σταδιακή συνειδητοποίηση ότι τίποτε δεν μπορεί να κρατηθεί, πως μπροστά μας βρίσκεται ο αναπόφευκτος θάνατος και η φθορά, είναι το δηλητήριο που δηλητηριάζει τη μικρή και περιορισμένη ευτυχία που διαθέτουμε. Αυτός είναι σίγουρα και ο λόγος για τη συνήθεια που έχουμε να κάνουμε τέτοιο σαματά και θόρυβο, φωνάζοντας και γελώντας, καθώς το ρολόι κτυπάει δώδεκα την παραμονή του Νέου Έτους. Φοβούμαστε να μείνουμε μόνοι και σιωπηλοί, καθώς το ρολόι κτυπάει σαν την ανελέητη φωνή της μοίρας: πρώτο κτύπημα, δεύτερο, τρίτο και συνεχίζει, τόσο αδυσώπητα, ομοιόμορφα, τόσο τρομακτικά μέχρι τέλους. Τίποτε δεν μπορεί να το αλλάξει, τίποτε να το σταματήσει.

Έτσι έχουμε δύο πολύ βαθείς και ακατάλυτους άξονες της ανθρώπινης συνείδησης: φόβος και ευτυχία, εφιάλτης και όνειρο. Η καινούρια ευτυχία που ονειρευόμαστε την παραμονή του Νέου Έτους θα μπορέσει τελικά να ηρεμήσει, να σκορπίσει και να κατανικήσει το φόβο; Ονειρευόμαστε μια ευτυχία στην οποία να μην παραμονεύει ο φόβος βαθιά μέσα της, ένας φόβος από τον οποίο προσπαθούμε πάντοτε να προφυλαχθούμε, πίνοντας, ή με το να είμαστε συνεχώς απασχολημένοι, περιβαλλόμενοι από θόρυβο. Η σιγή όμως αυτού του φόβου είναι ισχυρότερη από κάθε άλλο θόρυβο. «Άφρων»! Μάλιστα, το αθάνατο όνειρο της ευτυχίας είναι εκ φύσεως ανόητο σ’ έναν κόσμο μολυσμένο από φόβο και το θάνατο. Ακόμη και στις ανώτερες στιγμές του ανθρώπινου πολιτισμού, οι άνθρωποι το γνωρίζουν καλά. Μπορούμε να νιώσουμε τη θλίψη και τη θλιβερή αλήθεια πίσω από τα λόγια του μεγάλου ποιητή Αλέξανδρου Πούσκιν, που τόσο πολύ αγαπούσε τη ζωή, όταν έγραφε: «Δεν υπάρχει ευτυχία στον κόσμο». Όντως, μια βαθιά θλίψη διαπερνά κάθε γνήσια τέχνη. Μόνο χαμηλά, στον πάτο του ανθρώπινου πολιτισμού, τα πλήθη ξετρελαίνονται με το θόρυβο και τις φωνές, ως εάν ο θόρυβος και τα θορυβώδη πάρτυ θα μπορούσαν να φέρουν την ευτυχία.


«Εν αυτώ ζωή ην, και η ζωή ην το φως των ανθρώπων, και το φως εν τη σκοτία φαίνει, και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν» (Ιωάν. 1,4-5). Αυτό που υπονοεί αυτή η φράση είναι πως το φως δεν μπορεί να καταποθεί από τον φόβο και το άγχος, δεν μπορεί να σκορπισθεί από τη λύπη και την απελπισία. Να μπορούσαν οι άνθρωποι, σ’ αυτή, σ’ αυτή τη μάταιη δίψα για στιγμιαία ευτυχία, να έβρισκαν μέσα τους τη δύναμη να σταματήσουν, να σκεφτούν, να ατενίσουν τα βάθη της ζωής! Να μπορούσαν να ακούσουν τα λόγια, τη φωνή που τους καλεί αιώνια μέσα σ’ αυτά τα βάθη. Ας γνώριζαν μόνο τι είναι αληθινή ευτυχία. «Την χαράν υμών ουδείς αίρει αφ’ υμών» (Ιωάν. 16, 22). Δεν είναι αυτό που ονειρευόμαστε όταν το ρολόι κτυπήσει μεσάνυκτα; Τη χαρά που κανείς δεν μπορεί να αφαιρέσει. Πόσο σπάνια όμως φτάνουμε σε τέτοια βάθη! Πόσο τα φοβόμαστε για κάποιο λόγο και τα παραμερίζουμε: «Όχι σήμερα, αλλά αύριο, ή μεθαύριο, θα στρέψω την προσοχή στα ουσιώδη και αιώνια, μόνο, όχι σήμερα. υπάρχει καιρός».

Ο καιρός όμως στην πραγματικότητα είναι τόσο λίγος. Μόνο στιγμές περνούν πριν το βέλος του χρόνου σφυρίξει πετώντας προς το μοιραίο στόχο. Γιατί καθυστερούμε; Επειδή ακριβώς εδώ, ανάμεσά μας, δίπλα μας, στέκεται Κάποιος: «ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω» (Αποκ. 3, 20). Αν μόνο παραμερίζαμε το φόβο μας και Τον κοιτάζαμε, θα βλέπαμε ένα τέτοιο μια τέτοια χαρά, και μια τέτοια περίσσεια ζωής, που σίγουρα θα καταλαβαίναμε το νόημα αυτής της φευγαλέας και μυστηριώδους λέξης «ευτυχία».


π. Αλέξανδρος Σμέμαν, Εορτολόγιο, εκδ. Ακρίτας