25/5/13

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΩΣ ΒΙΩΜΑ ΖΩΗΣ ...






Σωτηρίου Ν. Κόλλια


  Βα­σι­κό­τε­ρη προ­ϋ­πό­θε­ση του πνευ­μα­τι­κού α­γώ­να α­πο­τε­λεί η σω­μα­τι­κή και ψυ­χι­κή ά­σκη­ση, η ο­ποί­α πρέ­πει να εί­ναι δια­ρκής και α­κα­τά­παυ­στη προ­κει­μέ­νου να ε­πι­τευ­χθεί η ου­σι­α­στι­κή και ο­λο­κλη­ρω­τι­κή με­ταρ­σί­ω­ση του αν­θρώ­που. Πρώ­τα πρέ­πει να ε­ξο­βε­λί­ζε­ται κά­θε α­κά­θαρ­τη κη­λί­δα α­πό την ψυ­χή και με­τά να κα­θί­σταν­ται οι πι­στοί ά­ξιοι λει­τουρ­γοί του α­γνού και α­μί­αν­του πνεύ­μα­τος της Εκ­κλη­σί­ας. Τε­λει­ος άν­θρω­πος εί­ναι ε­κεί­νος που νέ­κρω­σε την προ­αί­ρε­σή του για την α­μαρ­τί­α, την α­νέ­στη­σε για δι­και­ο­σύ­νη και έ­γι­νε σύμ­φυ­τος με το ο­μοί­ω­μα του θα­νά­του και της Α­να­στά­σε­ως του Χρι­στού.  

Η α­παλ­λα­γή α­πό την αρ­χέ­γο­νη πα­ρα­κο­ή ε­πι­τυγ­χά­νε­ται ό­ταν α­φαι­ρούν­ται τα υ­λι­κά προ­σκόμ­μα­τα που συγ­κρα­τούν την έ­νω­ση με­τα­ξύ α­πτού και πνευ­μα­τι­κού. Οι γνή­σιοι α­να­ζη­τη­τές της α­ρε­τής σφυ­ρη­λα­τούν α­δι­α­σά­λευ­τα την οι­κεί­ω­ση της ψυ­χής προς το α­γα­θό, εμ­πο­δί­ζον­τας ταυ­τό­χρο­να τον ε­θι­σμό της προς τα πά­θη. Η ε­σω­τε­ρι­κή α­πε­λευ­θέ­ρω­ση του αν­θρώ­που ε­πι­τυγ­χά­νε­ται με την μέ­θε­ξη του α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, το ο­ποί­ο με τον φω­τι­σμό της λαμ­πρό­τη­τάς Του δω­ρί­ζει στους ά­ξιους την τε­λει­ό­τη­τα, με α­πο­τέ­λε­σμα να α­πο­κτή­σουν την α­ναλ­λοί­ω­τη α­τρε­ψί­α ού­τως ώ­στε να μην τους χω­ρί­ζει πλέ­ον τί­πο­τε α­πό τον Δη­μι­ουρ­γό τους. 

Για να ει­σέλ­θει κα­νείς στους θεί­ους κόλ­πους του Θε­ού χρει­ά­ζε­ται εκ­γύ­μνα­ση στο στί­βο της πνευ­μα­τι­κής πα­λαί­στρας και κα­θα­για­σμό της ψυ­χής για να ι­κα­νω­θεί να κα­τα­στεί μέ­το­χος της θεί­ας χά­ρι­τος. Ο ευ­λα­βής χρι­στια­νός πρέ­πει να εν­τεί­νει α­νελ­λι­πώς τους α­γώ­νες του για να μι­μη­θεί το πρό­τυ­πο και το πα­ρά­δειγ­μα του Κυ­ρί­ου μας Ι­η­σού Χρι­στού.

Ο άν­θρω­πος, που ε­πι­θυ­μεί να συ­νά­ψει κοι­νω­νί­α α­γά­πης με τον Θε­ό πρέ­πει να έ­χει α­παλ­λα­χθεί α­π’ ό­λα τα εγ­κό­σμια, να εί­ναι ε­λεύ­θε­ρος α­πό το βά­ρος και την τα­ρα­χή της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, την πί­ε­ση του κό­σμου και τα ε­πί­γεια προ­βλή­μα­τα, ώ­στε ο νους του να μην εί­ναι προ­ση­λω­μέ­νος σε αυ­τά. Ό­ταν ο άν­θρω­πος δεν α­σχο­λεί­ται με τα του κό­σμου μπο­ρεί α­δέ­σμευ­τος να στρα­φεί και να προ­ση­λω­θεί στην γνω­ρι­μί­α του Θε­ού.  

Κύ­ρια μέ­ρι­μνα, λοι­πόν, της Εκ­κλη­σί­ας μας α­πο­τε­λεί ο ε­ξα­γνι­σμός της ψυ­χής και α­πα­ραί­τη­τη προ­ϋ­πό­θε­ση, η ο­ποί­α θα έ­χει σαν α­πο­τέ­λε­σμα, με­τά α­πό σκλη­ρές δο­κι­μα­σί­ες, την θέ­ω­ση του αν­θρώ­που, την έ­νω­σή του με­τά του Θε­ού, την αρ­πα­γή του στην σφαί­ρα του θεί­ου και την με­τά­βα­σή του α­πό την κο­σμι­κή ζω­ή στην πνευ­μα­τι­κή και ου­ρά­νια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

Στους πι­στούς που διά­γουν θε­ά­ρε­στο βί­ο, κα­τοι­κούν μέ­σα τους οι α­ρε­τές της γα­λή­νης και της α­γά­πης και όν­τας α­νε­πη­ρέ­α­στοι α­πό τις ε­ξω­τε­ρι­κές ε­πι­δρά­σεις και τα ε­ρε­θί­σμα­τα, που τα­λα­νί­ζουν το μυα­λό και την καρ­διά τους, εί­ναι α­πε­ρί­σπα­στα συ­να­θροι­σμέ­νοι κά­τω α­πό το ου­ρά­νιο πέ­πλο του Πλά­στη. Σαν συ­νέ­πεια ό­λων αυ­τών θα εί­ναι ο Πα­τήρ να ευ­δο­κή­σει, ο Υι­ός να συ­νερ­γή­σει και το ά­γιο Πνεύ­μα να εμ­πνεύ­σει, μάλ­λον δε να τους φω­τί­σει η μί­α λάμ­ψη, που πη­γά­ζει α­πό τον έ­να Θε­ο, κα­τά τον λό­γο του α­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου του Θε­ο­λό­γου (PG 36, 25C). Η ε­πι­τυ­χί­α του αν­θρώ­που, που με την α­γί­α ζω­ή του κα­τά­φε­ρε να πραγ­μα­το­ποι­ή­σει τους πό­θους του ε­πι­βρα­βεύ­ε­ται. Το έ­πα­θλο αυ­τής της ε­πί­πο­νης πνευ­μα­τι­κής προ­σπά­θειας εί­ναι α­νυ­πο­λό­γι­στο κα­θώς α­ξι­ώ­νε­ται να νοι­ώ­σει την πα­ρου­σί­α του Θε­ού. 

Οι άν­θρω­ποι θα γνω­ρί­σουν το θεί­ο, ό­ταν ο νους και το λο­γι­κό τους συ­ζευ­χθούν με τον Θε­ό εκ του ο­ποί­ου προ­ήλ­θαν, "και η ει­κών α­νέλ­θη προς το αρ­χέ­τυ­πον, ου νυν έ­χει την έ­φε­σιν" (Γρη­γο­ρί­ου Θε­ο­λό­γου, PG 36, 48C).  

Ό­ποι­ος, λοι­πόν, έ­χει α­πο­κα­θά­ρει τον ε­αυ­τό του α­πό την ε­νέρ­γεια των πα­θών και δι­α­κό­πτει την κί­νη­ση της ε­πι­θυ­μί­ας κα­θι­στών­τας την ψυ­χή του α­μό­λυν­τη, τό­τε ε­λευ­θε­ρώ­νε­ται α­πό την μά­στι­γα των υ­λι­κών και προ­σα­να­το­λί­ζε­ται προς την θεί­α και ει­ρη­νι­κή κα­τά­λη­ξη των νο­η­τών. Ο άν­θρω­πος αυ­τός έ­χει γί­νει ο φω­τει­νός λύ­χνος, κα­θι­στών­τας λαμ­πρό τον βί­ο που διά­γει. Α­φού ι­κα­νώ­θη­κε να γνω­ρί­σει τον Θε­ό και α­πό­λαυ­σε την η­δο­νή αυ­τής της γνώ­σε­ως, τό­τε εύ­κο­λα πε­ρι­φρο­νεί ό­λες τις η­δο­νές που προ­έρ­χον­ται α­πό τους πει­ρα­σμούς, κα­θώς έ­χει α­πο­δε­σμευ­τεί α­πό την γή­ι­νη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και προ­σα­να­το­λί­ζε­ται μό­νο προς την ου­ρά­νια. Έ­τσι με την α­κα­τά­βλη­τη ά­σκη­ση α­πο­κτά­ται ψυ­χή προ­θυ­μό­τε­ρη και κα­λά γυ­μνα­σμέ­νη κα­θώς θα έ­χει γί­νει ο φω­τει­νός ο­δο­δεί­χτης που θα χα­ρά­ζει την πο­ρεί­α προς την σω­τη­ρί­α. 

Η νέ­κρω­ση των αι­σθή­σε­ων ση­μα­το­δο­τεί την α­νά­στα­ση του πνεύ­μα­τος και της ψυ­χής. Ως συ­νέ­πεια έ­χουν να δι­α­νοι­χθεί θρι­αμ­βευ­τι­κά η θύ­ρα της αι­ω­νί­ου ε­νώ­σε­ως με τον Παν­το­κρά­το­ρα Θε­ο, κα­θώς η α­πά­θεια για τα εγ­κό­σμια δη­λώ­νει το πά­θος για τα ου­ρά­νια και η α­πάρ­νη­ση των ε­φή­με­ρων φα­νε­ρώ­νει την α­γά­πη για τα αι­ώ­νια!
     
 
Το κείμενο μετατράπηκε σε μονοτονικό, για να διαβάζεται από όλες τις συσκευές.



    

4/5/13

ΜΗΝ ΑΦΗΣΟΥΜΕ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΓΝΩΣΗ ΝΑ ΚΥΡΙΑΡΧΟΥΝ ΣΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΑΣ


1


 Αρχιεπισκόπου Αλβανίας κ.κ. Αναστασίου

 
«Δεύτε, αγαλλιασώμεθα τω Κυρίω, τω συντρίψαντι θανάτου το κράτος 
και φωτίσαντι ανθρώπων το γένος».

1.  Πρόσκληση σε μια ολόλαμπρη εορτή μας απευθύνει σήμερα η Εκκλησία μας. Αυτή η πρόταση φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι είναι παράδοξη, ότι αγνοεί την πραγματικότητα, καθώς γύρω μας πνίγει μια ατμόσφαιρα θολή, γεμάτη αβεβαιότητα, ανέχεια, αποκαρδίωση. Και όμως, αυτό ακριβώς το πασχαλινό κάλεσμα μας βοηθεί να διακρίνουμε και να αποδεχθούμε μια άλλη πραγματικότητα.

Όσο καταθλιπτικές και αν είναι οι σημερινές συνθήκες της ζωής, υπάρχει η πάντοτε επίκαιρη,  χαρμόσυνη είδηση, την οποία πανηγυρικά διακηρύσσει η Εκκλησία κατά την εορτή του Πάσχα.
Ο Χριστός «συνέτριψε θανάτου το κράτος» και εφώτισε των ανθρώπων το γένος. Αυτό το γεγονός άλλαξε ριζικά την πορεία του κόσμου, την προοπτική και τη δυναμική της δικής μας ζωής.

Η πασχαλινή αυτή αγαλλίαση δεν εξαρτάται από τις εξωτερικές συνθήκες. Ανθίζει ανεξάρτητα από τις κατά καιρούς αντιξοότητες και δοκιμασίες. Η Ανάσταση του Χριστού και αυτές τις καταυγάζει και τις μεταπλάθει.
Πρόκειται για κάτι το μοναδικό που δίνει νέο νόημα στην ανθρώπινη ύπαρξη: Γιά τη συντριβή του θανάτου και τη συμμετοχή μας στον θρίαμβο του Νικητού Χριστού. «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας», ψάλλουμε θριαμβικά, «και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος».

Όπως εξηγεί ο Απόστολος Παύλος, ο Θεός Πατήρ έθεσε τον Αναστάντα Κύριο «… υπεράνω πάσης αρχής και εξουσίας και δυνάμεως και κυριότητος και παντός ονόματος ονομαζομένου, ου μόνον εν τω αιώνι τούτω, αλλά και εν τω μέλλοντι• και πάντα υπέταξεν υπό τους πόδας αυτού»(Εφεσ. 1:21-22). Καί η Εκκλησία του Χριστού, ως ευχαριστιακή κοινότητα της Αναστάσεως, κηρύσσει το «μέγα μυστήριο της πίστεως» και προσφέρει τη σωτηρία, την τελική υπέρβαση του θανάτου και τη μετοχή μας στην ολοφώτεινη ζωή του Αναστάντος.
...