31/3/10

Ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα...



 - π. Λεβ Ζιλέ


Ό Ιησούς παίρνει παράμερα τους δώδεκα και τους λέει: «Ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα και ό Υιός του ανθρώπου παραδοθήσεται» (Ματθ. 20, 18). Το Ευαγγέλιο υποδηλώνει ότι τα λόγια αυτά ελέ­χθησαν ιδιαιτέρως. Ό Ιησούς εμπιστεύθηκε το μυ­στικό του ταξιδιού στους Αποστόλους κι όχι σε όλους τους μαθητές. Το εμπιστεύθηκε καθώς προχωρούσαν στον ανηφορικό δρόμο.
Ασφαλώς ό Ιησούς περιμένει από κάθε χριστιανό να συμφιλιωθεί με το αποφασιστικό γεγονός πού έλαβε χώρα στην ' Ιερουσαλήμ. Άλλα ό Ιησούς παραμένει ό Κύριος του χρόνου και των ατομικών κλήσεων. Διαλέ­γει την ώρα που προσκαλεί τον μαθητή του να γίνει κοινωνός του προνομίου των Αποστόλων και ν' άνεβή μαζί του στα Ιεροσόλυμα εν όψει του οδυνηρού τέλους. Πόσοι χριστιανοί έχουν ανοίξει τ' αυτιά τους σ' αυτήν την πρόσκληση; Πόσοι έχουν συλλάβει την αλή­θεια πώς εκείνο που έγινε τότε στην Ιερουσαλήμ, αυτό πού εξακολουθεί να γίνεται στην αιώνια, την αόρατη Ιερουσαλήμ, είναι το σπουδαιότερο πού υπάρχει στον κόσμο;



Κύριε Ιησού, έχω ακούσει την πρόσκληση. Με πήρες παράμερα στο δρόμο. Θέλεις ν' απομονωθώ από τους άλλους ανθρώπους (για να τους συναντήσω καλύ­τερα) και να σε συνοδεύσω στο τέρμα του ταξιδιού σου. Του ταξιδιού σου του όποιου μου αποκαλύπτεις -και θα μου αποκαλύπτεις όλο και πιο πολύ-το νόημα και τις διάφορες πλευρές.
Κύριε, από σήμερα και πέρα θέλω -με τη χάρη σου- ή άνοδος στην Ιερουσαλήμ κι αυτά πού θα δω και θ' ακούσω για σένα κατά την διάρκεια της υπέρτα­της και τελευταίας εβδομάδος ν' αποτελέσουν το κυ­ρίαρχο ενδιαφέρον της ζωής μου. Τον τύπο όλου του υπολοίπου. Τον κύκλο τον κλειστό και ταυτόχρονα απέραντο, όπου κλείνονται όλα τ' άλλα και του οποίου συ είσαι το κέντρο.

Ιδού! Εγκαταλείπω πίσω μου κάθε τι πού αναζή­τησα και ακολούθησα. Κοίταξε! Πετάω σαν άχρηστο στο παρελθόν κάθε τι πού δεν μπορεί να ενσωματωθεί στο μεγάλο μυστήριο του Πάσχα, οπού θέλεις να φθά­σω. Ιδού ανεβαίνω μαζί σου στην Ιερουσαλήμ. Τώρα πλέον «σιγησάτω πάσα σαρξ».
Η διήγηση του τελευταίου Πάσχα και του Πάθους εισάγεται στο τέταρτο Ευαγγέλιο μ' αυτές τις λέξεις: «ο Ιησούς άγαπήσας τους ιδίους τους εν τω κόσμω εις τέλος ήγάπησεν αυτούς» ( Ίωάν. 13, 1). Εις τέλος. Ό Ιησούς δεν αγάπησε απλώς τους ανθρώπους μέχρι την τελευταία στιγμή της επίγειας ζωής του. Αλλά τους αγάπησε μ' έναν τρόπο τέλειο, πλήρη, ολοκληρωτικό, οριστικό. Τους αγάπησε στο μέγιστο, στο maximum. Στο Πάθος του έδωσε όλο το πλήρωμα της αγάπης του. Εκεί ακριβώς και ή αναζήτηση του Ιησού από τον μαθητή του, είναι ή πιο βαθειά κι η πιο καρποφόρα. Εκεί ανακαλύπτω πόσο - και έναντι ποιου τιμήματος - έχω αγαπηθεί. Στην θυσία του ο Αμνός του Θεού είναι αμνός στον ύψιστο βαθμό και φανερώνεται σαν αμνός.
Κύριε, δείξε μου τον Αμνό.

Ιερομόναχος Λεβ Ζιλέ
 

29/3/10

Σας φανερώνω ένα μυστήριο...

Προσέξτε, σᾶς φανερώνω ἔνα μυστήριο: δέν θά πεθάνουμε ὅλοι, ὅλοι ὅμως, νεκροί καί ζωντανοί, ὅταν ἔλθει ὁ Χριστός, θά μεταβληθοῦμε. Σέ μία στιγμή, σέ μιά ματιά, ὅταν θά ἠχήσει ἡ τελευταία σάλπιγγα• διότι θά σαλπίσει ἡ σάλπιγγα καί οἱ νεκροί θά ἀναστηθοῦν ἄφθαρτοι, καί ἐμεῖς θά μεταβληθούμε. Καί ὅταν αὐτό πού εἶναι φθαρτό ἐνδυθεῖ τήν ἀφθαρσία καί τό θνητό ἐνδυθεῖ τήν ἀθανασί, τότε θά ἐκπληρωθεῖ ὁ λόγος πού εἶναι γραμμένος στήν Π. Διαθήκη:

“Ἀφανίστηκε ὁ θάνατος καί νικήθηκε. Ποῦ εἶναι, θάνατε, τό κεντρί σου; Ποῦ εἶναι Ἅδη, ἡ νίκη σου;” Τό κεντρί τοῦ θανάτου εἶναι ἡ ἁμαρτία, ἡ δέ δύναμη τῆς ἁμαρτίας εἶναι ὁ νόμος. Ἄς εἶναι εὐλογημένος καί δοξασμένος ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος διά τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μας δίνει τήν νίκη.

Α΄ Κορ. 15, 42-44 καί 51-57

26/3/10

ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟΝ...



Απόδειπνο στον Άγιο Γεράσιμο. Ο ήλιος ετοιμάζεται για βουτιά στα νερά πίσω απ’ το ηφαίστειο κι είναι τόσο θελκτικό το φως του την ώρα τούτη που με προκαλεί να κοιτάξω από το πλαϊνό μισογερμένο πορτάκι της εκκλησιάς. Φως ιλαρόν πλημμυρίζει τα μάτια μου, δεήσεις για τους αδερφούς μου χαϊδεύουν τ’ αυτιά μου. «Υπέρ των εν ασθενείας κατακειμένων…», η θύμηση στον πατέρα μου και τους πολυάριθμους κατοίκους των νοσοκομείων. Δάκρυα στην ψυχή μου. Άμα το «δι’ ευχών» κι όσο να κοιτάξω λίγο ψηλότερα στα σύννεφα χάνεται κι η τελευταία κουκίδα του στη θάλασσα. Μέρα ακόμα και οι λιγοστοί πιστοί σκορπίζουν γρήγορα. Μόνο η κυρά Αλεξάνδρα, βράχος ακλόνητος αυτού του μικρού ναού παίρνει τον κάτω δρόμο. 

 

- Που πας γιαγιά, τη ρωτάω.
- Εμένα μ’ αρέσει από ‘δω, μου απαντάει. Να περνάω από τον άντρα μου.
- Κι εμένα μ’ αρέσει από ‘δω, συμφωνώ μαζί της. Να θυμάμαι πως θα πεθάνω κι εγώ μια μέρα.
Κατηφορίζει στο μικρό κοιμητήριο πίσω από το ναό, φτάνει στο μνήμα. Το βήμα της σταθερό, τα μάτια της γεμάτα γλύκα κι ηρεμία. Ούτε ένα δάκρυ. Το παραμικρό τρεμόπαιγμα στη φωνή της. Μόνο χαϊδεύει και φιλάει τη φωτογραφία του αγαπημένου της στο μαρμάρινο σταυρό. «Να προσέχεις τα παιδιά» του λέει κι είν’ η φωνή της σίγουρη πως ο άντρας της είναι κοντά στο Θεό και πρεσβεύει γι’ αυτούς μετά των αγίων. Άγιος άνθρωπος ο παππούς, ξεχωριστός. Όλοι στο χωριό μιλάνε ακόμα γι’ αυτόν χωρίς να βρίσκουν ακριβώς λόγια για να περιγράψουν τις αρετές του.


Ύστερα την ρωτάω για τη Βαγγελιώ που έφυγε λίγες μέρες τώρα κι όσοι την αγάπαγαν μνημονεύουν τα χωρατά και την καλή της την καρδιά. Μου δείχνει το φρέσκο μνήμα κι όπως κάνουμε να φύγουμε με μπάζει στην κάμαρα με τα λείψανα όλων των κεκοιμημένων.
- Εσύ ποιους έχεις εδώ γιαγιά;
- Εδώ ειn’ ο πατέρας μου κι η μάνα μου μαζί. Εδώ ο γιος μου, ο Στέλιος μου. Εδώ ο αδερφός μου. Εδώ είναι η τελευταία κατοικία, ο Θεός να μας σχωρνάει, ολονών μας. Εδώ θ’ αναπαυτεί η ψυχούλα μας.

Τόσο φυσικά μου τα λέει όλα. Κι όμως μιλάει για το φοβερότερο γεγονός, τη σημαντικότερη στιγμή της ζωής της, την πιο ακατανόητη και παράλογη, που δεν είναι άλλη από το ξαφνικό πέρασμα από το κατώφλι του θανάτου και της ζωής. «Έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος…» Σίγασε μέσα της ο πόνος της χαροκαμένης μικρομάνας τόσα χρόνια τώρα, στέρεψαν τα δάκρυα απ’ τα σκαμμένα της μάγουλα, μέρεψε κι ο πόνος του χαμού των γονιών της. Κι η αβάσταχτη θλίψη για την απώλεια του αγαπημένου της συντρόφου έγινε παρηγοριά κι ελπίδα αναστάσιμη και για το δικό της τέλος που πλησιάζει.


«Χριστός ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος» θα ψελλίσουμε σε λίγες μέρες. Πόσο περισσότερο θα το πιστέψουμε αυτή τη φορά; Χρόνο με το χρόνο που ο Άδης μας θυμάται πιο συχνά, καταλαβαίνω πιο καλά τι πάει να πει «τοις εν τοις μνήμασι». Είναι μου φαίνεται οι μυριάδες στρατιές απολύτως μοναδικών και ανεπανάληπτων προσωπικοτήτων στην αγκαλιά του Θεού, πλάι στους αγγέλους. Κι όσο καταλαβαίνω το «τοις εν τοις μνήμασι», άλλο τόσο μεγαλώνει η ελπίδα μου για την απέραντη αγάπη του ουράνιου πατέρα μας που περισσότερο από τον καθένα μας αγαπάει και πονάει το κάθε πλάσμα του ξεχωριστά. Άλλο τόσο μεγαλώνει η ελπίδα μου για το υπερφυσικό γεγονός της Αναστάσεως. 


«Άντε παιδί μου, την ευχή μου, την ευχή του Χριστού και της Παναγίας»

Γεια σου κυρα-Αλεξάνδρα! Μαυροφορεμένη όπως μακραίνεις με τη μεγάλη σου καρδιά που την λείανε ο πόνος, βάλσαμο έγινες στη ρουτίνα της καθημερινότητάς μου. Γεύση αιωνιότητας η μορφή σου σήμερα. Άγγελος Κυρίου το πέρασμά σου απ΄ το διάβα μου. Σήμερα φιλοξένησε τα βήματά μας η ηφαιστειακή γη της Σαντορίνης. Άμποτε ν’ ανταμωθούμε με καλό μια μέρα και στον Παράδεισο… Αμήν!

                                                                                                                                                           Αναστασία 




24/3/10

Πίστη και '21...



Κυριωτέρα αἰτία τοῦ μεγάλου ἐνθουσισμοῦ φρονοῦμεν ὅτι ἦτο τό θρησκευτικόν αἴσθημα. Ὁ λαός δέν ἐγνώριζε τήν ἐλευθερίαν, ἑπομένως δέν ἠδύνατο νά ἔχη, εἰ μή μόνον ὑλικᾶς ἰδέας περί αὐτῆς, δηλαδή ὅτι ἔμελλε ν' ἀπαλλαγῆ τῶν καταπιέσεων καί τῆς αὐθαιρεσίας τῶν ἀρχόντων του, τῶν ὑπερόγκων φόρων καί ἄλλων τοιούτων καταδυναστεύσεων· ὅλα δέ ταῦτα, ἤ μέρος τουλάχιστον, ἠδύνατο νά τ' ἀπολαύση καί ἄνευ ἐπαναστάσεως ὡς καί ἀπήλαυσαν τινά μέρη ἐξαιρετικά τινά προνόμια. 

 
 
Ἀλλά τό θρησκευτικόν αἴσθημα ἔκαμνε μεγάλην ἐντύπωσιν εἰς αὐτόν. Ἐθεώρει ἕν μέλλον λαμπρόν, καθ' ὅ ἠδύνατο, ὄχι μόνον νά μήν ἐκβιάζηται εἰς τήν ἄρνησιν τῆς πίστεως αὐτοῦ, ἀλλά νά κάμνη ὅλας τάς ἱεροτελεστίας του μ' ὅλην τήν ἐξωτερικήν πομπήν, νά κατασκευάζη ἐλευθέρως τούς ναούς του, καί τούτους μέ λαμπρότητα καί πολυτέλειαν, νά ὑψώση τά κωδωνοστάσια, ἀπό τά ὁποα θέλει ἀντηχεῖ ὁ ποικίλος κρότος τῶν κωδώνων κατά τάς ἐπισήμους ἐκκλησιαστικάς ορτάς καί νά στήση τόν σταυρόν ἐπί τῶν ἐκκλησιῶν ὅπως εἶναι τό ἡμισέλινον ἐπί τῶν μιναρέδων. Ὅλα δέ ταῦτα ἦτον ἀδύνατον ἄλλως νά κατορθωθῶσιν, εἰ μή δι' ἐπαναστάσεως καί καταστροφῆς ὄχι τῆς Ὀθωμανικῆς ἐξουσίας, ἀλλά τῶν Ὀθωμανῶν ἐν γένει. 

 
 Ἀπό τοιαύτας ἰδέας ἐκολακεύετο ὁ λαός, ἐμψυχοῦτο δέ ἀπό ἐλπίδας ἐπιτυχίας καθ' ὅσον ὁ ἀγών ἔμελλε νά εἶναι περί τῆς πίστεως καί ἡ θεία ἀντίληψις ἔμελλε βεβαίως νά βραβεύση τούς ὑπέρ αὐτῆς ἀγῶνας του· ὥστε ἡ ἐπανάστασις κατά πρῶτον λόγoν πρέπει νά θεωρηθῆ θρησκευτική, καί κατά δεύτερον πολιτική. Τοιαύτη, λοιπόν, ἐργασία ἐθεωρήθη ὡς σταυροφορία κατά τῶν ἀπίστων καί διά τοῦτο πρῶτος ὁ κλῆρος ὕψωσε τήν σημαίαν τῆς ἐπαναστάσεως καί εὐλόγησε τά πρῶτα κινήματα τοῦ λαοῦ. 


Ἀλλ' ὅσον μέγας καί ἄν ἦτον ὁ ἐνθουσιασμός, ὅσον σταθερά ἡ ἀπόφασις, τά μεγάλα ἐμπόδια, τά ὁποῖα ἔμελλον ἀφεύκτως ν' ἀπαντηθῶσιν, ἦτoν ἀδύνατον νά μήν κουράσωσι τόν λαόν τῆς Ἑλλάδος. Ὁ θάνατος ὅμως τοῦ Πατριάρχου καί ἄλλων ἐπισήμων κληρικῶν, ἐκτελεσθείς κατά τήν ἡμέραν τοῦ Πάσχα, πρός ἐκφόβισιν ἴσως, ἐθεωρήθη ὡς θρησκευτική περιφρόνησις· αἱ φυλακίσεις, o φόνοι καί αἱ αἰχμαλωσίαι γενόμεναι ἄνευ διακρίσεως ἐνοχῆς ἤ ἀθωότητος, καί μέ τρόπον ἀπηνῆ καί ἀπάνθρωπον, ἐνέπνευσαν τοσοῦτον τρόμον εἰς τούς Ἕλληνας ὥστε ἐθεώρησαν ὅτι οὐδέν μέσον συμβιβασμοῦ ἔμενε πλέον εἰς αὐτούς.

(Ἀπό τά ἀπομνημονεύματα τοῦ Δημ. Αἰνιάν γιά τήν Ἑλληνική Ἐπανάσταση)

* Ὁ Δημήτριος Αἰνιάν (1800-1881), καταγόταν ἀπό τό Μαυρίλο τοῦ Τυμφρηστοῦ.πατέρας του πού ἦταν λόγιος καί ἱερέας, διετέλεσε Διευθυντής τῆς Μεγάλης τοῦ Γένους Σχολῆς. Ἄλλαξε τό ἐπίθετο τῆς οἰκογένειας ἀπό Οἰκονόμος σέ Αἰνιάν (Φωκιδεύς).  
Ὁ Δημήτριος μυήθηκε το 1818 στήν Φιλική Ἐταιρία, μαζί μέ τόν πατέρα καί τόν ἀδελφό του καί  ἀπό το 1822 πῆρε μέρος στόν ἀγῶνα. Διετέλεσε γραμματέας τοῦ Ἐκτελεστικο καί τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Ἐθνοσυνέλευσης τοῦ Ἀγῶνα, καθώς καί γραμματικός τοῦ Καραϊσκάκη. Μετά τήν ἀπελευθέρωση ἀνέπτυξε δημοσιογραφική, ἐκδοτική καί πλούσια λογοτεχνική δραστηριότητα. Συνεργάστηκε μέ την κυβέρνηση τοῦ Καποδίστρια και διώχθηκε ἀπό τούς Βαυαρούς.



18/3/10

Στην Πόλη πάλι... στα μέρη τα δικά μας


 Το επόμενο πρωί ξύπνησα κι ανηφόρισα στο Φανάρι. Τα βήματα μου με οδήγησαν στο Κόκκινο κάστρο όπως το λένε οι Τούρκοι, ή Fener Rum Erkek Lisesi, δηλαδή την Μεγάλη του Γένους Σχολή.
   
 

Επί πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ χτίστηκε αυτό το κτίριο, από τον αρχιτέκτονα Κωνσταντίνο Δημάδη κι οι εργασίες ολοκληρώθηκαν μέσα σε μια διετία (1881-1883). Όμως η Σχολή  λειτουργεί ασταμάτητα από  το 1454 και στα χρόνια αυτά άλλαξε πολλές φορές έδρα. Αρχικά στο Πατριαρχείο,  που την εποχή εκείνη στεγαζόταν στο Ναό των Αποστόλων, μετά στην Μονή της Παμμακάριστου και τέλος εδώ, στο Φανάρι.
  

 Το' ξέρες ότι η  Μεγάλη  του  Γένους  Σχολή είναι  η  συνέχεια  της  "Οικουμενικής  Πατριαρχικής  Σχολής", που  ίδρυσε  ο Μέγας Κωνσταντίνος, ότι  βελτίωσε  τις  συνθήκες  διδαχής  της ο Ηράκλειος, πως επί   Αυτοκράτορος   Σεργίου  έτυχε  νέου  εκπαιδευτικού  προγράμματος, ότι  επί   Αυτοκράτορος  Λέοντος του Ισαύρου ανεστάλει  η  δράση  της, ότι  επαναλειτούργησε  με  την  φροντίδα  του  Λέοντος Αρμενίου, ότι  εμεγαλούργησε   στην εποχή των  Κομνηνών, ότι  προήγαγε  τα  γράμματα  επαξίως  όταν βασίλευαν οι  Παλαιολόγοι, όπως   μας  αναφέρουν   στα  συγγράμματά  τους  ο  χρονογράφος  Άγιος Θεοφάνης  ο  ομολογητής και ο  Γεώργιος ο Μοναχός;  

 

Στα ιστορικά συγγράμματα, διαβάζουμε ότι κατά εποχές η σχολή αποκαλείται: "Πάγκοινος Ακαδημία", "Μέγα του Γένους Μουσείον", "Τέμενος Μουσών", "Ελληνικόν Σχολείον", "Πατριαρχικόν Σχολείον", "Σχολείον της Μεγαλουπόλεως", και βέβαια "Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή".


Κοίτα την θέα από την Σχολή! Χτισμένη στον πέμπτο λόφο της πάλαι ποτέ βασιλεύουσας, δεσπόζει στον Κεράτιο το Κόκκινο κτίριο. Υποβαθμισμένη η περιοχή του Φαναρίου, φτωχολογιά μαζεμένη εδώ, όλο μαντήλες βλέπεις, μα υπάρχουν σχέδια να αναβαθμιστεί η περιοχή, γιατί είναι ακριβό το "φιλέτο"! Πρόσεξες κάτι, κάτω δεξιά στην φωτογραφία; Ο Κεμάλ, παντού ο Κεμάλ, αυτός που μας αφάνισε κι είμαστε υποχρεωμένοι να τον έχουμε παντού, ακόμα κι ο Πατριάρχης στο γραφείο του...


Μετά μου λες να μην συγκινούμαι! 55 μαθητές έχει σήμερα, κάποιοι από αυτούς Σύροι Ορθόδοξοι, πεντακόσιους είχε το 1945! Ρημάξανε όλα σου λέω! Ούτε 2000 δεν μείναμε πια στην Πόλη...

.

Κάποτε έσφυζε από ζωή η Σχολή. Άδεια μοιάζει σήμερα. Πως να φανούν τα 55 παιδάκια στα 3.020 τ.μ. και τις 25 αίθουσες; Ερημιά σου λέω...


Περιπλανήθηκα στις τάξεις, προσπαθώντας να φανταστώ  πως θα ήταν τότε που το σχολείο ήταν γεμάτο παιδιά...


Χάζεψα τα περίτεχνα ταβάνια και την πανέμορφη θεατρική αίθουσα...


Φαντάστηκα τις γιορτές και τις παραστάσεις και τις συνελεύσεις σε καιρούς κρίσιμους...


Κι ύστερα πήρα ένα ταξί και πήγα στο χωριό μου, το βυζαντινό Μιχαήλιον, το Μέγα Ρεύμα, όπως το λέγαμε εμείς,  Αρναούτκιοϊ που το λένε τώρα αυτοί, δηλαδή Αρβανιτοχώρι. Τι χωριό, πλούσια συνοικία είναι σαν την Γλυφάδα και την Βούλα. Μπροστά στον Βόσπορο απλωμένη, με σπίτια που είναι χτισμένα πάνω στην θάλασσα και φτάνουν ψηλά πάνω στον λόφο. Πήγα στην Εκκλησιά μας, εκεί που βαφτίζονταν και παντρεύονταν και κηδεύονταν οι πρόγονοί μου. Στους Ταξιάρχες...
    
  

Εδώ με πήραν τα κλάματα. Εδώ είναι όλα σαν να μην φύγαμε ποτέ, όλα περιποιημένα, όλα στην θέση τους. Ξέρεις, σ' αυτόν τον τόπο υπάρχει Εκκλησία για τους Αγγέλους από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ο ιστορικός Ερμείας ο Σωζομενός (450 μ.Χ.), γράφει: " …περισσότερο δε λαμπρός ναός εφαίνετο τόσον εις τους ξένους όσον και εις τους εντοπίους, καθώς όλοι το ομολογούν, η εκκλησία που κτίσθηκε εις το μέρος που άλλοτε ονομάζοντανΕστίαι”. Ο τόπος δε αυτός είναι το χωρίον το οποίον τώρα ονομάζεταιΜιχαήλιον".  Ο ιστορικός Προκόπιος αναφέρει πως ο Ιουστινιανός ανοικοδόμησε καινούργιο Ναό. Από τότε, και μέχρι το 1955 που υπέστη σοβαρές ζημιές, ο Ναός ανοικοδομήθηκε πολλές φορές...   

    
Το ξέρεις πως εδώ στο Μέγα Ρεύμα, συναντήθηκαν το 1818 ο Ξάνθος, ο Σκουφάς, ο Χρυσοσπάθης, ο Φαρμάκης και άλλοι, δηλαδή οι Φιλικοί; Το ξέρεις πως εδώ κηδεύτηκε και θάφτηκε ο Σκουφάς το 1819; Το ξέρεις πως τον χωροεπίσκοπο Μ. Ρεύματος Θεοδωρουπόλεως Ανθιμο, τον κρέμασαν στο πηγάδι της αγοράς, αντίκρυ στον περίβολο της εκκλησίας, μαζί με τους μητροπολίτες Αδριανουπόλεως Δωροθέο Πρώϊο, άλλοτε σχολάρχη της Μεγάλης Σχολής, και τον Τορνόβου Ιωαννίκιο; Όλοι τους κατοικούσαν στο Μ. Ρεύμα, όπως και τόσοι άλλοι αρχιερείς.


Περπάτησα πίσω από τον Ναό μέχρι το σχολείο μας. Ελάχιστοι πια οι μαθητές! Σκέψου, πριν το 55 είμαστε εδώ μαζί με την διπλανή συνοικία, το Μπεμπέκι, 7.000 Έλληνες. Ξέρεις πόσοι μείνανε τώρα; Εβδομήντα! Κι αυτοί φεύγουν ο ένας μετά τον άλλον...
     

Κι ο Κεμάλ πάντα εκεί απ' έξω, εκεί που παλιά είχαμε δωρητές κι ευεργέτες. Παλιά έγραφε απ' έξω: Αστική Σχολή Μεγάλου Ρεύματος, 1902...


Κι ύστερα ανηφόρισα στην  γειτονιά μου. Δεν στο' χα πει, δεν ξέρω γιατί δεν σου το είπα ποτέ, μα δεν ξέρω που είναι το σπίτι μου. Ήμουνα μικρός βλέπεις κι ο πατέρας μου δεν θέλησε να έλθει ποτέ ξανά πίσω, τον πίκραινε η σκέψη να δει το βιός του να το διαφεντεύουν άλλοι. Από τότε που πρωτόρθα στην Πόλη, κάθε φορά περιδιαβαίνω τις ανηφόρες στην παλιά μου γειτονιά κι αναρωτιέμαι: Μήπως είναι αυτό;

 

Ή τάχα να' ναι αυτό το σπίτι μου; Μήπως το απέναντι; Όλα αρχοντικά ήτανε, σπίτια νοικοκυραίων...
  
 

Τώρα τα φτιάξανε πάλι τα σπίτια, μένουνε πλούσιοι εδώ...

 

 Το ένα καλύτερο από το άλλο, όπως και τότε...

 

 Μερικά μόνο μένουν ακόμα άφτιαχτα, μάλλον δικών μας είναι, που δεν έχουν λεφτά για επισκευές...


Άλλα ρημάζουν κι άλλα περιμένουν να πουληθούν...


Και σε κάποια άλλα λιγοστά, μένουν ακόμα γέροι δικοί μας...


Όπως εκείνες οι δύο συμπαθέστατες αδελφές που άκουσαν Ελληνικά και βγήκαν από το σπίτι τους να μας μιλήσουν...


Κι ήταν σαν να άκουγα την γιαγιά μου, δακρύσαμε όλοι μαζί με τις ιστορίες, για τα παλιά, με τα παράπονά τους για τους Ελλαδίτες πολιτικούς και τα λάθη τους...
    

Συνέχισα το σεργιάνι μου, χαζεύοντας τα όμορφα σπίτια, όλα κάποτε δικά μας ήταν εδώ σου λέω...

 

Τα βλέπεις, σχεδόν όλα ήταν ξύλινα, γι αυτό είχαμε παλιά πολλές καταστροφικές πυρκαγιές...


Τώρα θα σε στενοχωρήσω, αλλά να μου επιτρέψεις να σου παραθέσω μια περιγραφή για το τι έγινε το 55 στο Μέγα Ρεύμα, από το στόμα του αυτόπτη Ιωσήφ Κωνσταντινίδη: " Το χωριό μας έδινε την εικόνα κατεστραμμένου τοπίου από θεομηνία. Όλο το νοι­κοκυριό τού κάθε ελληνικού σπιτιού ήταν έκθετο στους δρόμους και τα πεζοδρόμια. Η εκκλησία μόλις από θαύμα σώθηκε από ολοκληρωτική καταστροφή. Εσωτερικά τίποτα δεν είχε μείνει όρθιο, τίποτα που να δίνει την αίσθηση ενός Ναού. Το Αγίασμα ήταν κατεστραμμένο, τα μανουάλια είχαν ριχθεί μεσ' τη σήραγγα της πηγής και οι εικόνες κομ­μένες στα τέσσερα ,έπλεαν στα νερά του Αγίου Παντελεήμονα. Το κελί του παπα-Νικόλα ανάστατο, λες και πέρασε τυφώνας και παρέσυρε τα πάντα στη δίνη του". 




Αυτή είναι η θέα από τον τρούλο της Εκκλησίας προς τον λόφο. Αυτό είναι το χωριό μου. Ένα απ' όλα αυτά, ίσως είναι το σπίτι μου. Γι αυτό μην με ρωτάς γιατί κλαίω, κάθε φορά που έρχομαι εδω...



Συνεχίζεται...



16/3/10

ΔΟΞΑ ΤΩ ΘΕΩ ΠΑΝΤΩΝ ΕΝΕΚΕΝ!

Kαλημερίζω τον εαυτό μου και κοιτώ με όλο και πιο καθαρό βλέμμα γύρω μου και μέσα μου. Αλήθεια, συνειδητοποιώ όλο και πιο πολύ πως η Φ. που ήξερα έχει πεθάνει. Στην αρχή απογοητευμένη από τον κόσμο, αργότερα απογοητευμένη από τις λύσεις που θα έσωζαν τον κόσμο πλημμυρισμένη από την απόλυτη απελπισία που κυρίευσε την ύπαρξη μου αφέθηκα στην στην ύπαρξη του Θεού. Μόνο, να, κάποιες φορές θες από συνήθεια, θες σαν ένα κύκνειο άσμα στην Φ. που μεγάλωσε στραβά και μακριά από τον Θεό, βγαίνει κάτι παλιό...

Αναγνωρίζω τις δυσκολίες και εκπλήσσομαι από την ευκολία που τις χειρίζομαι. Στην απόλυτη μοναξιά μου, ειδικά στις στενάχωρες στιγμές μου, βλέπω Εκείνον να με παρηγορεί. Έτσι η μοναξιά γίνεται βαθιά και ήσυχη χαρά δημιουργικότητας. Είναι ο φίλος που μου κρατάει το χέρι,
Εκείνος που μου δίνει φτερά στα πόδια και στα χέρια και δύναμη να μην πέφτω σε ακηδία αλλά να χρησιμοποιώ τον χρόνο μου μέχρι τελευταίου λεπτού χωρίς βάρος στην καρδιά μου. Είναι ο αδερφός που με βοηθάει στις δουλειές.

Στις αναποδιές της δουλειάς μου που αναπάντεχα σηκώνονται θεόρατα βουνά βλέπω Εκείνον να μου ισιώνει τον δρόμο και να μου δείχνει το σήμερα, με το βάρος του σήμερα και μόνο, που είναι ήδη αρκετό για τις δυνάμεις μου. Είναι ο σύντροφος μου στις δυσκολίες μου. Πίσω από κάθε αδερφό μου που με προβληματίζει, με στεναχωρεί, μου φέρνει εκνευρισμό, με δυσκολεύει, με βαραίνει, βλέπω Εκείνον που μου θυμίζει πως κι εγώ είμαι ο καθένας από αυτούς σε άλλες στιγμές και έτσι μπορώ να τους δω πιο αγαπητικά, να δω τον Χριστό πίσω από καθέναν τους και έτσι να ανοίγει η καρδιά μου και να τους χωράει. 


Μα και στις χαρές μου μόνο με την παρουσία Του η χαρά μου είναι αληθινή, με γεμίζει ολότελα χωρίς να ξεχνώ την πικρή γεύση που έχει η ζωή χωρίς Εκείνον.Τίποτα πλέον δεν μπορώ να κάνω ή να σκεφτώ ή να νιώσω χωρίς την παρουσία Εκείνου. Όλα παίρνουν από το φως Του και η απελπισία μου γίνεται το καύσιμο που με σπρώχνει, που με οδηγεί σε Αυτόν, όλο και πιο πολύ σιμά Του. Είναι η παραμυθία μου, είναι ο σύμβουλος μου, είναι το χέρι που με κρατάει γαληνεύοντας κάθε δυσκολία, κάθε ταραχή, κάθε άνεμο που ταράσσει την τρικυμισμένη μου ζωή. Χωρίς Αυτόν ο θάνατος με Αυτόν η Ζωή...η μόνη Ζωή.
ΔΟΞΑ ΤΩ ΘΕΩ ΠΑΝΤΩΝ ΕΝΕΚΕΝ!

Φ.

12/3/10

Νύχτα, στους δρόμους τη Πόλης...



Στους δρόμους της Πόλης και πάλι. Δειλινό στον Κεράτιο και ανακατεύομαι με τα μιλιούνια των ανθρώπων. Με ρώτησες τι γυρεύω πάλι εκεί. Αστεία πράγματα. Όχι δεν θέλω να πάρουμε πίσω την Πόλη, θέλω να είναι πάντα εκεί να μου θυμίζει όσα χάσαμε, όσα είμαστε κάποτε, όσα ονειρεύτηκαν οι πρόγονοί μας που έζησαν εδώ...


Άσε που και να την παίρναμε την Πόλη, χάλια θα την κάναμε. Θα αρχίζαμε τους εκσυγχρονισμούς και την άρνηση του παρελθόντος και θα μπερδεύαμε και τους ξένους και τα παιδιά μας...


Τουλάχιστον οι Τούρκοι το ομολογούν με παρρησία. Την κατακτήσαμε, δική μας κάναμε την δοξασμένη Πόλη που πριν την είχαν οι Έλληνες. Το βλέπεις σ' όλα τα Βυζαντινά μνημεία. Καμαρώνουν για την νίκη τους, δεν αμφισβητούν την ταυτότητα του ηττημένου...


 Γι αυτο άσε με νά' ρχομαι στην Πόλη, να περιπλανιέμαι στα σοκάκια της, να βολτάρω βράδυ στην γέφυρα του Γαλατά...


Κι απ' τη γέφυρα να χαζεύω τον Κεράτιο, όπως έκαναν οι παππούδες μου τα βράδια, όταν κατεβαίνανε για βόλτα από το Μέγα Ρεύμα, το Αρναούτκιοϊ, όπως το λένε οι Τουρκαλάδες...


 Παλιά, κάπου εκεί στο βάθος ήταν η αλυσίδα που εμπόδιζε τους επιδρομείς να μπαίνουνε στον κόλπο...

 

Σκεπτικός κατέβηκα να αγοράσω ψαράκια τηγανισμένα από τις βάρκες και να τα σιγοτρώω χαζεύοντας το γυρολόγημα των ανθρώπων...


Κι ύστερα χορτασμένος ανηφόρισα τα στενά, περνώντας μπροστά από τον πύργο του Γαλατά, για την Λεωφόρο του Πέραν, εκεί που κάποτε άκουγες μόνο Ελληνικές κουβέντες, πριν το 55 σου λέω, καταλαβαίνεις τώρα...


Τον λέγανε και πύργο του Ιησού οι Γενοβέζοι που τον χτίσανε, μα τα πρώτα χρόνια μετά την άλωση, έγινε πύργος του πόνου, φυλακή τον κάνανε οι Οθωμανοί, ποιος ξέρει, μπορεί κάποιος προγονός μου να έχυσε το αίμα του, εδώ που τώρα τρώνε οι τουρίστες...


Έφτασα λαχανιασμένος στο Πέραν, μεγάλη η ανηφόρα βλέπεις, κι ανακατεύτηκα με το πλήθος που βόλταρε ραχάτικα στην πλακοστρωμένη Λεωφόρο...


Πέρασα μπροστά απ' το Ελληνικό Προξενείο. Το κτίριο το δώρησε η οικογένεια του Συμεωνάκη Σινιόσογλου,  ο οποίος  ήταν τραπεζίτης και έμπορος στην Κωνσταντινούπολη και προμήθευε το υπουργείο Στρατιωτικών. Ανακηρύχθηκε μέγας ευεργέτης. Με δικές του δωρεές είχαν χτιστεί αρκετά ορφανοτροφεία και ελληνικά σχολεία. Τώρα οι Τούρκοι θέλουν να το φάνε, απειλούν με κατάσχεση το κτίριο. Ξέρουν αυτοί, τόσα κτίρια δικά μας φάγανε έτσι, τα λεγε ο παππούς μου...
  

Ανακατεύτηκα κι εγώ με τον κόσμο, ξεχάστηκα να βλέπω τα χρώματα της ανατολής...
 

Κάποτε γεμάτος ήταν ο τόπος από Αρμεναίους, πάει τους φάγανε αυτούς, ελάχιστοι μείνανε, να σαν κι αυτόν με το όνομα το δοξασμένο...


Κι οι βιτρίνες των ζαχαροπλαστείων γεμάτες από σερμπέτια και κάθε λογής γλυκά, κάνουν τα σάλια μου να τρέχουν...


Κιουνεφέ και Σουλτάν Καταΐφ, Εκμέκ και μπακλαβάδες με φυστίκι, Καζάν ντιπί, Ταού κιοκτσού και Μαλεμπί. Αλλά να θυμάσαι: στο Σεράϊ να πας, δικό μας μαγαζί αυτό...


Κι είναι κι αυτός ο ντοντουρμάς, το παγωτό ντε, το φτιάχνουνε παντού στον δρόμο σου, με τον παλιό τον τρόπο, είναι και λίγο ατραξιόν για τους τουρίστες...


Μόνο θυμήσου! Άμα θες να φτιάξεις, μην ξεχάσεις να βάλεις μαστίχα και σαλέπι...


Προσπέρασα βιαστικά τον ζητιάνο και χώθηκα στην αγορά...


Ευφράνθηκαν τα μάτια μου απ' τα πολύχρωμα μπαχάρια...


Χασομέρησα στα παζάρια για καντηλέρια και τα φωτιστικά...
 

Για να περάσει η ώρα το' κανα, να χαρώ τις στιγμές και τα χρώματα...


Παζαρεύεις τα πάντα εδώ, σε κερνάνε και τσάι...


Ότι πραμάτεια θέλεις θα την βρεις...


Αργά τη νύχτα, τα βήματα μου με οδήγησαν στο Μπαλίκ παζάρ, στην ψαραγορά...

 Πήρα μύδια τηγανητά στο καλαμάκι. Τα' φτιαχνε κι η γιαγιά μου...


Φεύγοντας, δάκρυσα ακούγοντας τον τυφλό οργανοπαίχτη. Οι αμανέδες μού έσκισαν την καρδιά, μα το εγγονάκι του που τον κοιτούσε με λατρεία μου γλύκανε την ψυχή...


Τέλειωσα το βράδυ μου στο γνωστό μαγαζί. Εδώ δεν θα ακούσεις φολκλόρ, ούτε θα δεις χορούς της κοιλιάς. Νεαροί Τούρκοι συχνάζουν κι ακούνε έντεχνη μουσική της Πόλης. Ίδιοι άνθρωποι με μας είναι, ίδιους δρόμους μουσικούς ακούμε, ίδιες παραδόσεις έχουμε. Μετάφρασε τα λόγια από τα τραγούδια και ο νταλκάς ίδιος μένει...


Ανηφόρισα για το ξενοδοχείο μου, πέρα στην πλατεία Ταξίμ. Φτάνοντας κοντοστάθηκα και κοίταξα το μνημείο στο κέντρο. Ξέρεις, δεσπόζει ο ανδριάντας του Κεμάλ, που  τον παρουσιάζει ν΄ αναλαμβάνει την επίθεση κατά των Ελλήνων το 1922!
Ξέρω, θα μου πεις να μην πηγαίνουμε στην Πόλη και να μην τους αφήνουμε τα λεφτά μας. Τι αφελής που είσαι! Εμάς έχουνε ανάγκη οι Τούρκοι, με ένα εκατομμύριο τουρίστες στην Πόλη κάθε χρόνο; Κι ύστερα, όσο είναι θαμμένοι οι δικοί μου εδώ, αστεία μου φαίνεται η άποψή σου. Η Πόλη βλέπεις πάντα θα είναι και δική μου...

Δ.


Συνεχίζεται...