31/12/10

Η ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ...


Καινούργια χρονιά, καινούργιος χρόνος, νέες ελπίδες, νέες προσδοκιες, νέες απογοητεύσεις και ματαιώσεις. Πάλι οι ίδιες ευχές, πόθοι κι επιθυμίες, πάντα ανεκπλήρωτες:" Ειρήνη, χαρά, ευτυχία για όλο τον κόσμο". Μα πως να έρθουν όλα αυτά σ' ένα κόσμο δίχως νόημα ζωής, σ' ένα κόσμο χωρίς πραγματική ελπίδα, δίχως Φως;

Ο χρόνος σχετικός είναι, εμείς επινοήσαμε τα λεπτά, τις ώρες, τις εβδομάδες, τους μήνες, τα χρόνια. Χρόνος δεν υπάρχει, κι ας μας σκιάζει το αύριο, με το άγχος και τον φόβο για τα μελλούμενα. 

 Μ. Βασίλειος. Εικόνα Σπ. Καρδαμάκης

 Χρόνος δεν υπάρχει, παρά μόνο κατά το μέτρο της φθοράς. Κάθε στιγμή ένα βήμα προς τον θάνατο, προς το βιολογικό τέλος. Ελπίδα μοναδική το σήμερα, πρόκληση για την αιωνιότητα, για την χαρά της σχέσης με τον πλησίον και δι' αυτού με τον Θεό. Κι αν λαθέψαμε, κι αν αμαρτήσαμε, ελπίδα μοναδική η συγχώρηση, κι η περιχώρηση του άλλου. Ο θάνατος μάς νικά στην ασυγχωρησία μας, στο πείσμα που μας καθηλώνει στο χτες, στην θανατερή αγωνία.

   Περιτομή του Κυρίου

Μόνο το σήμερα έχουμε, να συγχωρηθούμε, να αγκαλιαστούμε,  να μετανοήσουμε, να νικήσουμε τον θάνατο. Αύριο δεν ξέρουμε αν υπάρχει - έσχατος εχθρός παραμονεύει ο θάνατος. Ας ζήσουμε κάθε στιγμή σα να'ναι η πρώτη κι η τελευταία της ζωής μας! Χρόνος δεν υπάρχει, παρά μόνο στην νίκη του καθημερινού πνευματικού θανάτου, επ' ελπίδι αναστάσεως. 
Κάθε στιγμή ν'αλλάζουμε χρόνο μετανοώντας, κάθε στιγμή ν' αλλάζουμε ευχές: 

Καλή μετάνοια και καλό Παράδεισο αδελφοί!
 π.Χ.

29/12/10

ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΟΥ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟΥ...

Τε­λευ­ταί­α, ό­ταν α­κού­ω για θα­νά­τους γνω­στών η­θο­ποι­ών που ση­μά­δε­ψαν την αρ­χή της τη­λε­ό­ρα­σης, α­νοί­γω τα πα­νιά της ψυ­χής μου και ού­ριος ά­νε­μος με σπρώ­χνει σε έ­να τα­ξί­δι στον χρό­νο, μια­ς κι έ­χω πλέ­ον την ά­νε­ση του χρο­νο­κτη­μα­τί­α!

Με βλέ­πω στα μι­κρά­τα μου, α­θώ­α κι α­φε­λή, να τρέ­χω στις γει­το­νι­ές τού χω­ριού μου κι ό­λος μου ο κό­σμος να εί­ναι ο ου­ρα­νός και το χώ­μα του τό­που μου, α­στέ­ρια ο­λό­δι­κα μου, κι έ­να φεγ­γά­ρι που πα­τή­θη­κε μό­λις την η­μέ­ρα και τη χρο­νιά που ε­γώ γεν­νή­θη­κα, παρ­θέ­να γη κι α­μό­λυν­τη. Ξε­νοια­σιά, α­φέ­λεια κι εμ­πι­στο­σύ­νη.

 Ώ­σπου ήρ­θε έ­να κου­τί μια μέ­ρα στο σπί­τι μου, α­γο­ρα­σμέ­νο α­πό μια χώ­ρα με α­να­πτυγ­μέ­νο πο­λι­τι­σμό, κι ο κό­σμος μου έ­γι­νε έ­να μό­νο κομ­μά­τι ε­νός με­γα­λύ­τε­ρου κό­σμου. Νέ­ες συ­νή­θει­ες, νέ­οι άν­θρω­ποι, νέ­α γε­γο­νό­τα άρ­χι­σαν να πα­ρε­λαύ­νουν στον μι­κρό­κο­σμο μου. 
 
 Αρ­χί­σα­με στις γει­το­νι­ές μας να μι­λά­με για ό­λα αυ­τά που συ­νέ­βαι­ναν στο κου­τί λες κι ή­ταν δι­κοί μας άν­θρω­ποι κι ας μην τους ξέ­ρα­με. Τους πο­νού­σα­με, τους συν­τρέ­χα­με, α­γω­νι­ού­σα­με με τα προ­βλή­μα­τα τους, θέ­λα­με να τους συμ­βου­λεύ­σου­με για τα κα­κά που συ­νέ­βαι­ναν πα­ρα­δί­πλα τους κι ε­νώ αυ­τοί δεν γνώ­ρι­ζαν ε­μείς γι­νό­μα­σταν συ­νέ­νο­χοι στο κα­κό που πλε­κό­ταν στη ζω­ή του­ς και η α­γω­νί­α μας κο­ρυ­φω­νό­ταν ε­ρή­μην τους!
Μια τη­λε­ό­ρα­ση που στην γέν­νη­ση της ή­ταν α­θώ­α και α­φε­λής ό­πως κι ε­μείς μα κι ό­λοι αυ­τοί που τώ­ρα σι­γά-σι­γά φεύ­γουν κι α­φή­νουν μια μαύ­ρη τρύ­πα, ε­κεί που κά­πο­τε ή­ταν ο ου­ρα­νός που έ­λαμ­πε το α­στέ­ρι τους.



 Με τα χρό­νια, ό­ταν αρ­χί­σα­με να α­πο­κτού­με έ­νας - έ­νας ό­λοι κι α­πό μια τη­λε­ό­ρα­ση, οι συ­νά­ξεις στα­μα­τή­σα­νε, α­πο­μο­νω­θή­κα­με στα σπί­τια και αρ­χί­σα­με να δι­α­σκε­δά­ζου­με, ο κα­θέ­νας μό­νος του με τους "δι­κούς" του πλέ­ον τη­λε­ο­πτι­κούς α­στέ­ρες.
Και άρ­χι­σαν οι α­τε­λεί­ω­τες κου­βέν­τες α­πό κε­φά­λια που πρό­βα­λαν στο κου­τί για το έ­να ή το άλ­λο γε­γο­νός που γι­νό­τα­ν στη χώ­ρα μου, μα και σε ό­λο τον κό­σμο, κι ό­χι μό­νο στο χω­ριό που γεν­νή­θη­κα. Πο­λι­τι­κή, οι­κο­νο­μί­α, κου­τσομ­πο­λιά, α­θλη­τι­κά, ό­λα μπή­καν στο μι­κρο­σκό­πιο, α­πό αν­θρώ­που­ς που εί­χαν ά­πο­ψη, που εί­χαν γνώ­ση, που με έ­πει­θαν για το τι πρέ­πει να γί­νει και πως. Ποι­ος φταί­ει και ποι­ος πλη­ρώ­νει τη­ν "νύ­φη". 

Ό­λο και πιο συ­χνά στα­μα­τού­σα να σκέ­φτο­μαι κι ά­νοι­γα την τη­λε­ό­ρα­ση για να μου πουν τι εί­ναι κα­λό και τι κα­κό, τι πρέ­πει να γί­νει, που γί­νε­ται πό­λε­μος, και που υ­πο­φέ­ρουν α­πό πεί­να. Έ­γι­να κυ­ρί­αρ­χος του κό­σμου ό­λου, έ­νοι­ω­θα δυ­να­τή για­τί μπο­ρού­σα να συμ­με­τέ­χω σε ό­τι συμ­βαί­νει και να έ­χω κι "ά­πο­ψη"...

 
Οι φω­το­γρα­φί­ες των η­θο­ποι­ών μαρ­τυ­ρούν το πέ­ρα­σμα τού χρό­νου τό­σο α­μεί­λι­κτα, την φθο­ρά τό­σο α­δυ­σώ­πη­τα, τό­σο α­πό­λυ­τα και τέ­λος, το τέ­λος... Για ό­λους, α­κό­μη και για τους α­θά­να­τους που τα­ξί­δε­ψαν μα­ζί μου α­πό τα πρώ­τα χρό­νια της ζω­ής μου.
Ό­λοι αυ­τοί που ή­ταν α­στέ­ρες της τη­λε­ό­ρα­σης, μιας τη­λε­ό­ρα­σης που ξε­περ­νού­σε κά­θε προσ­δο­κί­α, που άγ­γι­ζε τα ό­ρια του μύ­θου για κά­θε πρό­σω­πο που έ­βα­ζε στα σπί­τια μας. Α­στέ­ρες που με­σου­ρά­νη­σαν και έ­δω­σαν την χα­ρά μα και την λύ­πη στις α­μό­λυν­τες καρ­δι­ές μας, χά­θη­καν μα­ζί με την α­θωό­τη­τα της πρώ­της τη­λε­ό­ρα­σης.

 

Σή­με­ρα, έ­γι­νε το κέν­τρο της ζω­ής μας το κου­τί και κα­θη­με­ρι­νά γι­νό­μα­στε α­κό­μη πιο ά­βου­λοι, α­κό­μη πιο μο­να­χι­κοί, α­κό­μη πιο μαλ­θα­κοί. Πέ­θα­νε η α­νάγ­κη για γνώ­ση, πέ­θα­νε η α­θω­ό­τη­τα και τώ­ρα πα­λεύ­ου­με με­τα­ξύ μας, για­τί - τάχα - ό­λοι κα­τέ­χου­με τη γνώ­ση για τα πάν­τα, ό­λοι γνω­ρί­ζου­με τι πρέ­πει να κά­νουν οι άλ­λοι, νοι­ώ­θου­με ώ­ρι­μοι και σο­βα­ροί και α­πελ­πι­στι­κά κυ­νι­κοί, μα πά­νω α­πό ό­λα πο­λύ, μα πο­λύ κου­ρα­σμέ­νοι.
Η μο­να­ξιά έ­γι­νε η βα­σι­κή μας ι­δι­ό­τη­τα, μέ­σα στην ο­ποί­α βα­σι­λεύ­ου­με και δι­αι­ρού­με τον κό­σμο. Ζού­με μέ­σα στην κα­τα­χνιά και το σκο­τά­δι, κα­τρα­κυ­λών­τας ό­λο και πιο πο­λύ στην α­δυ­σώ­πη­τη τρύ­πα της τη­λε­ό­ρα­σης. Δί­νη γί­νε­ται και μας ρου­φά­ει σε έ­να ά­πα­το σκο­τά­δι. Ό­λο και πιο α­δύ­να­μοι να πα­τή­σου­με το κουμ­πί της, ό­λο και πιο μό­νοι, ό­λο και πιο ά­βου­λοι, ό­λο και πιο φο­βι­σμέ­νοι. 

 


Ό­μως τα Χρι­στού­γεν­να ήρ­θαν και φέ­τος, και η ει­κό­να της Μη­τέ­ρας με το Βρέ­φος, μια ει­κό­να που βα­θειά μέ­σα μας, ξυ­πνά­ει μνή­μες α­πό το παι­δί που κρύ­βου­με και που ζη­τά­ει α­πε­γνω­σμέ­να την τρυ­φε­ρό­τη­τα, την ι­κα­νό­τη­τα να εμ­πι­στευόμαστε, να α­φη­νό­μαστε στην α­γά­πη, και να πι­στεύ­ουμε με ό­λη μας την ύ­παρ­ξη σε κά­τι που δεν μπο­ρεί να μας πεί­σει κα­μιά κε­φα­λή της τη­λε­ό­ρα­σης.

Τα Χρι­στού­γεν­να ήρ­θαν και πά­λι για να μας θυ­μί­σουν ότι μπο­ρεί ο άρ­χων του κό­σμου τού­του να εί­ναι ο δι­ά­βο­λος, μπο­ρεί το σκο­τά­δι να έ­χει σβή­σει το φως και να μην βλέ­που­με κα­λά, ζα­λι­σμέ­νοι α­πό την τα­χύ­τη­τα που μας πα­ρα­σέρ­νει το βά­ρος του σώ­μα­τος μας, ό­μως μια α­χτί­δα φω­τός γαρ­γα­λά­ει τις αι­σθή­σεις μας θυ­μί­ζον­τας το μυ­στή­ριο του κό­σμου και την χα­ρά που έρ­χε­ται και φέ­τος σαν παι­δί­ον νέ­ον, σαν ελ­πί­δα, ως α­νυ­πε­ρά­σπι­στο μω­ρό, ε­κεί στην α­πό­λυ­τη φτώ­χεια μιας φάτ­νης, για να το­νί­σει α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο το «ε­νός ε­στί χρεί­α».
Να θυμίσει ότι η υ­πό­σχε­ση χι­λιά­δων χρό­νων εκ­πλη­ρώ­θη­κε πριν 2000 χρό­νια σε μια φάτ­νη ζώ­ων και πως μας πε­ρι­μέ­νει για να γεν­νη­θεί και στην δι­κή μας ψυ­χή, α­φού την α­πο­γυ­μνώ­σου­με α­πό τα πε­ριτ­τά. 


 Ό­λα φεύ­γουν σι­γά-σι­γά, ό­λα κι ό­λοι ώ­σπου να σβή­σω κι ε­γώ και να α­φή­σω άλ­λους πί­σω να με θυ­μούν­ται σαν έ­να κομ­μα­τά­κι μέ­σα στο τε­ρά­στιο παζλ της ζω­ής τους, ώ­σπου να φύ­γουν και αυ­τοί.
Κι α­φού ό­λοι μι­λά­με για το συμ­φέ­ρον μας για­τί δε ψά­χνου­με το πραγ­μα­τι­κό συμ­φέ­ρον μας; Αυ­τό που την ψυ­χή μας, το πο­λυ­τι­μό­τε­ρο μας κομ­μά­τι μέ­σα στο ο­ποί­ο σαρκώνεται ο Προ­αι­ώ­νιος φέρ­νον­τας δώ­ρα α­πό αυ­τά που ευ­χό­μα­στε ο έ­νας στον άλ­λο, την χα­ρά και την πο­λυ­πό­θη­τη ει­ρή­νη, αυ­τό που θα ε­λευ­θε­ρώ­σει το παι­δί μέ­σα μας και θα μπο­ρέ­σει να­  τρέ­ξει γε­μά­το εμ­πι­στο­σύ­νη στην αγ­κα­λιά του Πα­τέ­ρα.

Αν δεν εί­ναι αυ­τό το συμ­φέ­ρον μας, τό­τε ποι­ο εί­ναι; Αν αυ­τό που θέ­λου­με να μας συ­νο­δεύ­ει στην ζω­ή μας εί­ναι το Φως και η Ελ­πί­δα κι αν αυ­τό δεν έ­χει να κά­νει με το «ε­νός ε­στί χρεί­α», τό­τε το­  πραγ­μα­τι­κό μας συμ­φέ­ρον ποι­ο εί­ναι;

Κα­λό Δωδεκαήμερο! (συνέχεια)


Α.





21/12/10

ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ ΔΟΞΑΣΑΤΕ...

 
Σε μια πόλη που οι άνθρωποι γκρινιάζουν και μεμψιμοιρούν αδιάκοπα... Σε μια χώρα που οι κάτοικοί της ζουν σε πνευματική και πολιτισμική παρακμή... Σε ένα κόσμο που πολλοί αρνήθηκαν τον Θεό, ή μπέρδεψαν το πρόσωπό Του με θεούς προχριστιανικούς, θεούς της βίας του φανατισμού και της απανθρωπίας... Σε μια κοινωνία που αυτοκαταστρέφεται από την α-νοησία και την ακόρεστη μανία για απόκτηση υλικών αγαθών κι όπου βασιλεύει ο Άρχων του κόσμου τούτου... 



...εμεις ας ελπίζουμε ακόμα, ας παλεύουμε (όσο μπορούμε μέσα στην αδυναμία μας), ας δοξολογούμε κάθε μέρα, ας ευχαριστούμε τον Θεό για το δώρο της ζωής, ας μαθαίνουμε να ζούμε με όσα έχουμε, ας βοηθάμε τον διπλανό, ας συγχωρούμε,  ας ομολογούμε τα χάλια και την αμαρτία μας και ας μετανοούμε. 

Έτσι, ίσως λίγο παραπάνω φέτος, εννοήσουμε καρδιακά τι σημαίνει ενανθρώπηση του Θεού στον κόσμο και τι σημασία έχει για την δική μας την ζωή...


 
ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ ΔΟΞΑΣΑΤΕ !


Χριστούγεννα

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης  («Έφημερις» αρ. 359, 25 του Δεκέμβρη 1887 , 2γ.) 
Το κείμενο είχε υπογράψει ο Άγιος των γραμμάτων, με το ψευδώνυμο Βυζαντινός.



Εάν το Πάσχα είναι η λαμπρότατη του Χριστιανισμού εορτή, τα Χριστούγεννα βεβαίως είναι η γλυκύτατη και συγκινητικωτάτη, και δια τούτο ανέκαθεν εθεωρήθη ως οικογενειακή κατ’ εξοχήν εορτή.

Εν τη Εσπερία δε τα κατ’ αυτήν ανεπτύχθησαν και διετυπώθησαν όντως, ώστε προσέλαβεν ιδιόρρυθμόν τινα τύπον, και ήθη, έθιμα και παραδόσεις ιδιαίτεραι προς αυτήν συνεκροτήθησαν και επ’ αυτής αντεπέδρασαν.

Ολόκληρον φιλολογίαν αποτελούσι τα λεγόμενα Contes de Noël, τα Χριστούγεννιάτικα δηλ. παραμύθια, ών τινα εξόχων συγγραφέων έργα είναι ωραιότατα, βιβλιοθήκην δε ολόκληρον δύνανται να γεμίσωσι τα κατ' έτος εκδιδόμενα Christmas Numbers, τα έκτακτα δηλ. φυλλάδια των εικονογραφημένων περιοδικών τα δημοσιευόμενα επί τη εορτή των Χριστουγέννων, μετά καλών εικόνων και ποικιλωτάτης τερπνής ύλης.

Ουδέν δε άπορον αν εν τη Δύσει ιδίως ανεπτύχθη η εορτή αύτη, διότι εκ της Δύσεως έχει αν όχι την αρχήν, τουλάχιστον την τάξιν και την σύστασιν.

Γνωστόν ότι πρώτος ο θείος Χρυσόστομος, «ελθόντων τινών από της Δύσεως και απαγγειλάντων», εκανόνισε την εορτήν ταύτην εν τη Ανατολική Εκκλησία, ότε, κατ’ αυτόν τον μήνα Δεκέμβριον τη ιε', εχειροτονήθη πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, περί τα τέλη του δ' αιώνος.

Διότι, φαίνεται, έως τότε επεκράτει σύγχυσις, και εωρτάζετο μεν κατά τόπους η Χριστού Γέννησις, αλλ’ ετέλουν την εορτήν άλλοι άλλοτε και δεν συνεφώνουν περί της ημέρας. Η Δυτική Εκκλησία είχεν ορίσει απ’ αρχής την κε' του Δεκεμβρίου και την ημέραν ταύτην έταξεν εν τη Ανατολή ο ιερός Χρυσόστομος.



Ουχ ήττον όμως η Χριστού Γέννησις ετιμάτο έκπαλαι εν τη Ανατολική Εκκλησία, οι μέγιστοι δε των Πατέρων, οίτινες έζησαν κατά την Δ' εκατονταετηρίδα, τον χρυσούν εκείνον αιώνα της χριστιανικής Εκκλησίας, ων πολλοί είναι κατά τι αρχαιότεροι του Χρυσορρήμονος διδασκάλου, συνέθεσαν πανηγυρικούς και εγκωμιαστικούς λόγους προς τιμήν της ημέρας. Το δημοτικώτατον εκείνο άσμα, το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε, Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε, Χριστός επί γης, υψώθητε», είναι κατά λέξιν ηρανισμένον εκ του πανηγυρικού του ιερού Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, του και Θεολόγου επικαλουμένου. Εκ πανηγυρικού λόγου ελήφθη επίσης και το εξαποστειλάριον της εορτής. «Επεσκέψατο ημάς εξ ύψους ο Σωτήρ ημών, ανατολή ανατολών...» Η τελευταία αυτή φράσις, έχει το προνόμιον, ως ήκουσα, να εμπνέη μέγαν ενθουσιασμόν εις τους ατυχήσαντας μεν περί την γλώσσαν, Έλληνας δε την καρδίαν και το φρόνημα αδελφούς ημών της Καισαρείας και Καππαδοκίας, ευλόγως καυχωμένους και λέγοντας ότι «εξ Ανατολής το φως».

Επειδή δε περί πανηγύρεων και εγκωμίων ο λόγος, δεν δύναμαι να λησμονήσω τους προσφιλείς μοι ασματογράφους, και να μη αποτείνω τον φόρον του θαυμασμού μου εις πάντας μεν τους ποιητάς των διαφόρων της εορτής ύμνων, αλλ’ ιδίως εις τους συνθέτας των δύο αυτής Κανόνων, τον ιερόν, λέγω, Κοσμάν, ποιητήν του α’ Κανόνος, ου η αρχή «Χριστός γεννάται, δοξάσατε...» , και τον πολύν Ιωάννην τον Δαμασκηνόν, ποιητήν του β' Κανόνος, ου η αρχή «Έσωσε λαόν...». Ο β' ούτος Κανών, συγκείμενος όλος εκ δωδεκασυλλάβων ιαμβικών στίχων (καθότι το μέλος δεν επιτρέπει τρίβραχυν ουδ’ ανάπαιστον εν ουδεμία των διποδιών χώρα), έχει ως ακροστιχίδα το ήρωοελεγείον τούτο επίγραμμα:

Ενείπης μελέεσσιν εφύμνια ταύτα λιγαίνει
Υία Θεού, μερόπων είνεκα τικτόμενον
Εν χθονί, και λύοντα πολύστονα πήματα κόσμου
Αλλ’ άνα, ρητήρας ρύεο τώνδε πόνων.

Εν μόνον άσμα θα παραθέσω εκ του ιαμβικού τούτου Κανόνος ως δείγμα τον όλου:

Λύμην φυγούσα του θεούσθαι τη πλάνη,
Άλητον υμνεί τον κενούμενον Λόγον
Νεανικώς άπασα συν τρόμω κτίσις,
Άδοξον εύχος δειματουμένη φέρειν,
Ρευστή γεγώσα, καν σοφώς εκαρτέρει.

Και εκ του πρώτου Κανόνος παραθέτω επίσης τρία κατά σειράν τροπάρια της η’ ωδής. Και τα τρία αναφέρονται εις την προσκύνησιν των Μάγων, αλλ’ εν μεν τω α' και γ' ευφυώς αντιπαραβάλλεται αύτη προς την αιχμαλωσίαν Βαβυλώνος, εν δε τω β' γίνεται εύγλωττος υπαινιγμός εις τον ψαλμόν «Επί των ποταμών Βαβυλώνος εκεί εκαθίσαμεν...». Τα τρία τροπάρια έχουσιν ως εξής :

Έλκει Βαβυλώνος η θυγάτηρ παίδας δορικτήτους Δαυΐδ, εκ Σιών εν αυτή, δωροφόρους πέμπει δε μάγους παίδας, την του Δαυΐδ θεοδόχον θυγατέρα λιτανεύσοντας, διό ανυμνούντες αναμέλψωμεν, ευλογείται η κτίσις πάσα τον Κύριον, και υπερυψούτω, εις πάντας τους αιώνας.

Όργανα παρέκλινε το πένθος ωδής, ου γαρ ήδον εν νόθοις οι παίδες Σιών. Βαβυλώνος, λύει δε πλάνην πάσαν και μουσικών αρμονίαν, Βηθλεέμ εξανατείλας Χριστός, δι’ ο ανυμνούντες, κτλ.

Σκύλα Βαβυλών της βασιλίδος Σιών και δορίκτητον όλβον εδέξατο, θησαυρούς Χριστός εκ Σιών δε ταύτης και βασιλείς, συν αστέρι οδηγώ αστροπολούντας έλκει, κτλ. κτλ.

Και κατά την έννοιαν και κατά την γλώσσαν τα ανωτέρω παρατεθέντα αποσπάσματα, αδιστάκτως φρονώ, ότι είναι εκ των ωραιοτέρων λεκτικών καλλιτεχνημάτων πάσης εποχής, και το λέγω χάριν εκείνων εκ των ημετέρων, όσοι εκ προκαταλήψεως νομίζουσιν ότι δεν εγράφοντο Ελληνικά, κατά τον Ζ' και Η' αιώνα, υποθέτοντες καλοκαγάθως, ότι τα παρ’ ημών των σημερινών γραφόμενα είναι Ελληνικά, και ότι θ’ αναγνωσθώσι ποτέ ως Ελληνικά υπό των επιγιγνομένων.

17/12/10

Μια πάλη διαφορετική

           Φιλονικίες, βία, κακοποιήσεις, εγκληματικότητα, εμπόλεμες συγκρούσεις κατακλύζουν το καθημερινό κοινωνικό γίγνεσθαι. Ενεργούντες ή δέκτες οι ίδιοι, οπωσδήποτε όλοι μας μάρτυρες της καταστάσεως. Γι' αυτό μάλλον εξεπλάγην όταν κάποτε αστειευόμενη ρώτησα την τετράχρονη ανηψιά μου: Θες να παλέψουμε; Απάντηση καμία. Προκλητική και εντονότερη η ερώτησή μου: Θες να παλέψουμε; Απάντηση μετά απορίας: Παλέψουμε, τί παλέψουμε; (Εναντίον ποιου να παλέψουμε; με τί να παλέψουμε; για ποιο λόγο να παλέψουμε; Συνακόλουθα ερωτήματα που δεν τέθηκαν αφού έτσι κι αλλιώς ήταν άνευ ουσίας στην αθώα κι ανόθευτη σκέψη). Πλήρης άγνοια της βίας, καμία εγγραφή στο παιδικό μυαλουδάκι, κανένα βίωμα (ευτυχώς) στην παιδική ψυχούλα. 



            Κι όμως το μεγάλωμα θα της αποκαλύψει (δυστυχώς) τη σκληρή πραγματικότητα. Αν όμως η εγγραφή της βίας είναι αναπόφευκτη και δεδομένη, υπάρχει μια άλλη προοπτική πάλης. Μιλώ για την πάλη ενάντια στις αδυναμίες μας, στα πάθη μας, σε ό,τι μας ισοπεδώνει. Αν τα πάθη μας μοιάζουν με οχήματα που κινούνται σε ομόκεντρους κύκλους, λόγω της κεντρομόλου δυνάμεως του εγωισμού μας, γύρω από τον εαυτό μας, μέχρι να φτάσουμε στο γύρο του θανάτου (πνευματικού εξάπαντος κι όχι απαραίτητα σωματικού) τότε, μούμιες με σάβανα τυλιγμένες γινόμαστε, αδυνατώντας να αντιδράσουμε κι ολοένα κινούμαστε με μονοκόμματες συμπεριφορές δίχως ψυχική ευλιγισία. Κι όταν τα όρια υπερβληθούν, τα πάθη μας μετοικίζουν στους διπλανούς μας, για να συνεχίσουν το ατέλειωτο καταστροφικό τους ταξίδι και τον αφανισμό κάθε τι ωραίου. 


            Πάλη λοιπόν όχι με φωνές, χειροδικίες και όπλα, που το αίμα των άλλων ζητούν, αλλά με προσευχή, νηστεία και έργα αγάπης που τη σωτηρία όλων μας αποζητούν. Κι αν κάποιος βρεθεί να πει πως όπλο κρατά όχι για επίθεση μα για άμυνα μόνο, ας σκεφτεί της ροκ σκηνής το τραγουδάκι «κι αφού κανέναν δεν μισώ στον κόσμο να σκοτώσω, φοβάμαι μην καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου». Αυτοκτονεί λοιπόν κανείς σωματικά και πνευματικά όταν στρέφεται με μίσος προς τον άλλον. 


Κι αφού η βία με βία δε νικιέται – η εμπειρία τόσων αιώνων αποδεικνύει του λόγου το αληθές – ας γίνει η προσευχή του Μακρυγιάννη από τα «Οράματα και θάματα» και δική μας προσευχή: «Εις την δόξα, εις την δόξα, εις την δόξα του Θεού, της αια-Τριάδος, της Θεοτόκος, του α-Γιάννη του Βαφτιστή και πάντα των αγίων και του αγίου Βασιλείου, να πρεσβέψει εις την παντοδυναμίαν του και εις την βασιλείαν του, να μας λευτερώσει τώρα εις τον νέον έτος, να μας λευτερώσει από την κακίαν μας, από την διοτέλειά μας και από τα πάθη μας», μήπως βρίσκοντας την ειρήνη μέσα μας καταλαγιάσει κι η οργή του κόσμου τούτου". Καλά Χριστούγεννα !

Δέσποινα Κόλλια

14/12/10

Η Πάτι και ο πάτος !

Αναδημοσιεύουμε ένα ακόμα άρθρο, στα πλαίσια της αγωνίας μας για την παιδεία (με την ουσιαστική έννοια της λέξης). Είναι θλιβερό να βλέπουμε τα πρότυπα που κατα καιρούς ξεπηδούν από την τηλεόραση (το ίδιο γρήγορα εξαφανίζονται). Και ενώ οι πολιτικολογούντες φωνάζουν καθε τόσο για τα κονδύλια που κόβονται, ή δίνονται για τήν "παιδεία", ελάχιστοι ανησυχούν για την όντως Παιδεία, η οποία έχει παρακμάσει ανάμεσα στην "μεγάλη παιδαγωγό" τηλεόραση, στο πελατειακό "βάλε και μένα στο πανεπιστήμιο" σύστημα, στην παραπαιδεία και τον μηδενισμό που επικρατεί παντού.


Tης Μαριάννας Τζιαντζή (Καθημερινή 14/12)

Σχολική αργία θα έπρεπε να είχε κηρύξει το υπουργείο Παιδείας την προχθεσινή ημέρα, τουλάχιστον για τα δημοτικά και τα γυμνάσια, ώστε όλοι οι μαθητές της χώρας να στηθούν μπροστά στην τηλεόραση για να δουν την Πάτι, τη δεκαεξάχρονη πρωταγωνίστρια της αργεντίνικης νεανικής σαπουνόπερας του Mega «Patty, η πιο όμορφη ιστορία».
 
Η Πάτι (κατά κόσμον Λάουρα) ήρθε στην Ελλάδα! Καμιά εκατοστή πιτσιρίκια ήταν καλεσμένα το πρωί της Δευτέρας στην εκπομπή «Πρωινό mou» (Mega) περιμένοντας με ανυπομονησία να δουν το ίνδαλμά τους. Τα περισσότερα ήταν κάτω των 12 ετών και, προφανώς, απουσίαζαν από το σχολείο με τις ευλογίες των γονιών τους. Για την ακρίβεια, δεν ήταν απλώς 100 παιδιά, αλλά περίπου 100 τυχερά παιδιά, από όλη την Ελλάδα, που κληρώθηκαν ανάμεσα σε 15.000 και πλέον πιτσιρίκια που είχαν πάρει μέρος στον σχετικό διαγωνισμό.

Περίπου μία ώρα περίμεναν τα παιδιά, καθισμένα σε κερκίδες, μέχρι να εμφανιστεί το ίνδαλμά τους. Ετσι, είχαν την ευκαιρία να δουν σε γιγαντοοθόνη το ζεύγος των παρουσιαστών να σχολιάζει τις αποχωρήσεις από το κυριακάτικο «Just the two of us» (όπου επίσης εμφανίστηκε η Πάτι). «Μου αρέσει η μαγκιά που βγάζει ο Ιατρόπουλος», λέει ο κ. Λιάγκας, «κι εγώ έτσι είμαι», εννοώντας έναν ηθοποιό που συμμετείχε στο σόου.


 Λίγη υπομονή και βγαίνει η Πάτι. Προηγείται μια βιντεοσκοπημένη επίδειξη γυναικείων εσωρούχων μιας γνωστής φίρμας. Ενώ τα μοντέλα ποζάρουν τουρλώνοντας ό,τι μπορεί να τουρλωθεί, μια φωνή εκτός πλάνου εξηγεί: «Η φετινή συλλογή είναι πιο σέξι, πιο αισθησιακή από ποτέ» και απευθύνεται «σε κάθε γυναίκα με σέξι και τρέντι διάθεση». Ακολουθεί μια επίδειξη παιδικής μόδας. Φέτος θα φορεθούν οι ταφτάδες. Ακούστε, τρέντι μαμάδες, ακούστε, τρέντι παιδιά!
Επιτέλους, η Πάτι εμφανίζεται. Πανζουρλισμός, κάποια παιδιά τη βιντεοσκοπούν ή τη φωτογραφίζουν με το κινητό τους και όλα μαζί τραγουδούν τα τηλετραγούδια της, χωρίς να ξεχνούν ούτε ένα «και». Η γλυκιά κοπελίτσα τα χάνει μπροστά στις γνώσεις των Ελληνόπουλων.
Το θέμα δεν είναι η απουσία των παιδιών από το σχολείο, αφού οι δάσκαλοι δεν είναι παιδονόμοι. Είναι η πλήρης κατάρρευση των προσχημάτων, αφού ένα μεγάλο κανάλι δεν δίστασε να φέρει μαθητές στο στούντιο και να οργανώσει το πάρτι της Πάτι την ώρα των μαθημάτων και όχι το Σαββατοκύριακο.

 
Τα τραγούδια της Patty είναι το ηχητικό ισοδύναμο του fast food: νόστιμα, εύπεπτα, κούφια κι εφήμερα, όμως αυτό δεν έχει σημασία. Η αγορά, η τηλεόραση κάνει τη δουλειά της. Σημασία έχει τι είδους αισθητική και μουσική αγωγή προσφέρει το σχολείο, ώστε τα ίδια τα παιδιά να διαμορφώνουν το κριτήριο που θα τους επιτρέψει από μόνα τους να αντιληφθούν ότι τους αξίζουν καλύτερα τραγούδια. Αν η καλλιτεχνική αγωγή στα σχολεία αγγίζει τον πάτο, είναι φυσικό οι μαθητές να ψαρώνουν μπροστά στον παγκόσμιο μουσικό πάτο.

8/12/10

ΓΙΑ ΝΑ ΓΕΛΑΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΛΙΓΟ...

Μία υπέροχη πολυβραβευμένη Γαλλική ταινία κινουμένων σχεδίων μικρού μήκους "γυρισμένη" στην Σαντορίνη, για να γελάσουμε λιγάκι σε καιρούς κατήφειας... 

7/12/10

ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ: ΟΤΑΝ ΟΙ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΕΣ ΠΗΡΑΝ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ

Άλλο ένα άρθρο για την Παιδεία: Όποιος αναρωτιέται ακόμα γιατί τα Πανεπιστήμια στην Ελλάδα είναι υποβαθμισμένα, ας διαβάσει το παρακάτω αρθρο του συμπαθέστατου και ευφυούς επιστήμονα Ν. Μάργαρη, που λέει τα πράγματα με το όνομά τους. Θα επανέλθουμε...

Νίκος Μάργαρης, Καθηγητής στο τμήμα Περιβάλοντος,
στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου


'Οταν διορίστηκα Καθηγητής στην τότε έδρα της Οικολογίας στο Βιολογικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ήταν Μάιος του 1978. 'Ημουν 35 ετών και στο φόρτε του ήταν το «κίνημα του ΔΕΠ», δηλαδή των Βοηθών και των Επιμελητών. Από Επιμελητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών έγινα Καθηγητής και πέρασα στην τάξη των διαβόλων, της γερουσίας και των αρτηριοσκληρωτικών, που οι «δημοκρατικές δυνάμεις» της συμμαχίας των Βοηθών και των φοιτητών συνεχώς κατήγγελλαν. Ήταν κάπως περίεργο, πάντως, όταν οι Καθηγητές στο Βιολογικό ήμασταν συνολικά 7 και είχαμε μικρότερο μέσο όρο ηλικίας από τους Βοηθούς και τους Επιμελητές, αλλά μας αποκαλούσαν... γερουσία.


 Μέχρι το 1981 κάθε προσπάθεια εκλογίκευσης της κατάστασης στα πανεπιστήμιο απέτυχε. Με την αλλαγή της κυβέρνησης η «δημοκρατική συμμαχία» των συνδικάτων Βοηθών και φοιτητών (οι «δημοκρατικές δυνάμεις») κατάφερε και πέρασε τον «προοδευτικό νόμο». Τι γίνεται, όμως, όταν ένα συνδικάτο παίρνει ιην εξουσία; Απλούστατα τη μοιράζει στα μέλη του. Ετσι, όλοι οι Βοηθοί έγιναν Καθηγητές και όλοι οι φοιτητές πήραν πτυχίο «στο έτσι» με το «δημοκρατικό πέντε». Δυστυχώς, γνωστού όντως ότι όσοι έχουν τα λιγότερα προσόντα δημιουργούν τα μεγαλύτερα προβλήματα και είναι σήμερα η πλειονότητα των καθηγητών, δε βλέπω τα Πανεπιστήμια να αναβαθμίζονται ούτε στα επόμενα πενήντα χρόνια. Όσες προσπάθειες και να κάνουν οι υπουργοί Παιδείας που οι προτάσεις τους είναι σωστές. Δυστυχώς, από την αρτηριοσκλήρωση περάσαμε σε άλλη γεροντική αρρώστια, τη μαλάκυνση!

Σήμερα οι συνδικαλιστές (Καθηγητές, πλέον) έγιναν κότες, φοβούμενοι τόσο τη σκιά τους και ελπίζοντας ότι αυτοί που σπάνε, χαλάνε, κλέβουν, κλειδώνουν ή χτίζουν τις πόρτες τους κάποτε θα τους ψηφίσουν για να εκλεγούν Πρόεδροι, Κοσμήτορες και Πρυτάνεις; Στο Βιολογικό της θεσσαλονίκης (με τον ίδιο αριθμό φοιτητών του 1978) οι πάσης βαθμίδας Καθηγητές, από 7 που ήμασταν εμείς, σήμερα είναι 72! Ν. Μ. 

ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΑ, 4Τροχοί Δεκ. 2010 

3/12/10

Αυτοκαταστροφική μανία !

 
Eνα άρθρο για την κατάσταση στο Πανεπιστήμιο, από τον Χαρίδημο Τσούκα, καθηγητή Στρατηγικής Διοίκησης και Οργανωσιακών Σπουδών στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick. Γράφτηκε τέτοιες μέρες πέρυσι, αλλά θά μπορούσε νά είχε γραφτεί τώρα. Εν όψει της επετείου της Δευτέρας, διαβάστε και...κλάψτε για το μέλλον της Παιδείας.
 
Τον αναζήτησα τη Δευτέρα το πρωί στο γραφείο του, στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ήξερα ότι είναι πρωινός τύπος και του άρεσε ιδιαίτερα να δουλεύει το πρωί. Τηλεφώνησα πολλές φορές, αλλά δεν το σήκωνε κανείς. Παραξενεύτηκα. Του τηλεφώνησα στο κινητό. «Έχουμε κατάληψη, δεν ξέρεις;», μου είπε. Δεν ήξερα. «Για ποιο λόγο;», ρώτησα; «Δεν είμαι σίγουρος, αλλά έχω την εντύπωση ότι έχει να κάνει με την επέτειο του φόνου του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, πέρυσι τον Δεκέμβριο».

«Καλά είναι δυνατόν να τιμά κανείς την επέτειο ενός φονικού με κατάληψη;», ρώτησα. «Δεν υπάρχουν άλλοι τρόποι; Ένα μνημόσυνο, μια εκδήλωση, μια συγκέντρωση;». «Μη ρωτάς εμένα», μου είπε μελαγχολικά ο συνομιλητής μου. «Ρώτα τα εικοσάχρονα παιδιά που τα κάνουν αυτά». «Και όταν το γραφείο σου είναι κατειλημμένο πως δουλεύεις;», ρώτησα με προσποιητή αφέλεια.

Έβγαλε έναν αναστεναγμό, σιώπησε για μερικά δευτερόλεπτα, και συνέχισε με πιο ζωηρή φωνή: «Να σου πω κάτι; Εγώ έχω πολλά πράγματα να κάνω, μην αμφιβάλλεις. Διαβάζω, γράφω, κάνω βόλτες, επισκέπτομαι εκθέσεις ζωγραφικής, βλέπω ασθενείς στο ιδιωτικό μου ιατρείο, πληρώνομαι για τις γνωματεύσεις μου, καλά περνάω…. Το θέμα είναι άλλο. Τα παιδιά που έφτυσαν αίμα για να μπουν στην Ιατρική πότε θα μάθουν Ιατρική; Τι γιατροί θα γίνουν; Γιατί οι παράπλευρες δραστηριότητές μου να γίνονται το κύριο έργο μου; Γιατί να μην μπορώ να κάνω τη δουλειά μου, διδακτική και ερευνητική, απρόσκοπτα; Γιατί με πληρώνει ο φορολογούμενος; Για να κάθομαι σπίτι μου και να πλουτίζω από τους ιδιωτικούς ασθενείς μου; Όχι βέβαια.…».

Πήρε μια ανάσα και συνέχισε: «Κάτι βαθιά λάθος υπάρχει σε αυτή τη χώρα. Τα παιδιά που δεν έχουν ιδέα τι σημαίνει ακαδημαϊκή αριστεία, έρευνα, και ιατρική είναι τόσο παραπλανημένα που δεν καταλαβαίνουν ότι μόνο στον εαυτό τους κάνουν κακό. Οι γονείς τους όμως γιατί σιωπούν; Η κοινωνία γιατί δεν εξεγείρεται; Εντάξει, εμείς είμαστε το «κατεστημένο», δεν έχουμε ανάγκη. Τα παιδιά όμως έχουν ανάγκη από τη γνώση μας και την εμπειρία μας. Δεν σκέπτονται το μέλλον τους;».

Ο τόνος της φωνής του υψώθηκε κι άλλο, ήταν φανερό πως ήταν ενοχλημένος. «Χρειάστηκε να πάρω ένα φάκελο κι έπρεπε να ζητήσω την άδεια των καταληψιών να μου επιτρέψουν να μπω στο γραφείο μου», συνέχισε. «Ένοιωσα να εξευτελίζομαι. Παιδιά που θάπρεπε να με ακούν με σεβασμό, να κρέμονται από τα χείλη μου για γνώσεις, να διεκδικούν το χρόνο μου, έχουν μετατραπεί σε φοιτητικές «μιλίτσια». Όταν η σχέση δασκάλου-μαθητή εκπίπτει σε αυτό το επίπεδο, είναι ποτέ δυνατόν να υπάρξει κοινότητα μάθησης και έρευνας, είναι ποτέ δυνατόν το πανεπιστήμιο να επιτελέσει την αποστολή του;»

Τον άφησα να μιλάει, ήθελε να τα πει. Ήταν κάτι περισσότερο από θυμωμένος• ήταν απογοητευμένος, στα όρια της παραίτησης. Τον άκουγα σκεπτόμενος πόσο τυχερός είμαι που δεν εργάζομαι σε κρατικό πανεπιστήμιο στην Ελλάδα, πόσο ορθή ήταν η απόφασή μου να παραιτηθώ από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο πριν από 11 χρόνια.

Έκλεισα το τηλέφωνο με ένα αίσθημα μελαγχολίας. Σκεπτόμουν ότι ο συνομιλητής μου είναι καθηγητής Ιατρικής παγκόσμιας ακτινοβολίας. Πλήθος διεθνών βραβείων και διακρίσεων κοσμούν το γραφείο του. Το ερευνητικό του έργο είναι σημείο διεθνούς αναφοράς. Σε διεθνή συνέδρια είναι περιζήτητος ομιλητής. Ξένα πανεπιστήμια επιζητούν τη συμμετοχή του σε διαλέξεις και σεμινάρια. Φαρμακευτικές εταιρίες είναι διατεθειμένες να τον χρυσοπληρώσουν για μερικά λεπτά συνομιλίας που ενδεχομένως τους δώσουν νέες ιδέες για φάρμακα. Ασθενείς από όλο τον κόσμο ζητούν τις συμβουλές του.

Όλοι ζητούν λίγο από τον πολύτιμο χρόνο του. Όλοι, εκτός από τους φοιτητές του! Οι ψευδο-φοιτητικές τσογλανοπαρέες που διαφεντεύουν τα ελλαδικά πανεπιστήμια κάνουν ό,τι μπορούν για να μην προφέρει τις πολύτιμες υπηρεσίες του στους φοιτητές και στην κοινωνία ένας άνθρωπος με το δικό του αναγνωρισμένο τάλαντο. Είναι σα να έχεις στα χέρια σου ένα θησαυρό και να τον πετάς γιατί δεν ξέρεις την αξία του. Τι αυτοκαταστροφική μανία: να απαξιώνεις τους θεσμούς σου, να σπαταλάς δυσεύρετο ανθρώπινο ταλέντο, να τρως τις σάρκες σου… 
Τσούκας Χαρίδημος, 12/2009, http://htsoukas.blogspot.com/