30/11/11

Поп [Ο Ιερέας, Ρωσία – 2010]

 


 Η ταινία ΠΟΠ, σε σκηνοθεσία του Vladimir Khotinenko, βασίζεται σε αληθινά γεγονότα στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1941 κατά τη Γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση, υπήρξε κάποια χαλάρωση λόγω του πολέμου, της από δεκαετίες επίσημης σοβιετικής αντιθρησκευτικής πολιτικής και παράλληλη ενθάρρυνση από πλευράς των Γερμανών του Ορθόδοξου ρωσικού κλήρου, για επαναλειτουργία των ναών στα σοβιετικά εδάφη που είχαν καταλάβει. Ήταν ένα μέτρο των κατακτητών ναζί, να εμφανισθούν σαν απελευθερωτές του ρωσικού λαού από τον άθεο κομμουνισμό των μπολσεβίκων...

Η συνέχεια της φιλμοκριτικής του Μ.Ψ., 


23/11/11

Η Παναγία, ως πρότυπο ζωής...




(Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Χριστοδούλου)

 Κάθε φορά που γιορτάζει η Παναγία, οι περισσότεροι από εμάς αισθανόμαστε μια χαρά, αισθανόμαστε την ημέρα να’ναι ξεχωριστή. Ούτως ή άλλως, τις εορτές της Παναγίας που τις αποκαλούμε Θεομητορικές, η Εκκλησία μας τις περιέβαλε με πολύ μεγάλη  αγάπη και δόξα για να τιμήσει την δυνατότητα του ανθρώπου - μέσω Εκείνης - να μπορέσει να φτάσει τον Θεό, να υπερβεί τον εαυτό του, να αξιωθεί την αγιότητα. Γιορτάζουμε, λοιπόν, και χαιρόμαστε τις εορτές της Παναγίας, πρώτ' απ' όλα γι' αυτήν ακριβώς την ελπίδα. Ότι όπως εκείνη, η ΠΑΝ-αγία, η περισσότερο αγία όλων μπόρεσε από ένας απλός άνθρωπος, μια γυναίκα του λαού που ήταν να φτάσει σε τέτοια μεγάλη δόξα και τιμή, έτσι κι εμείς συν θεώ θα μπορέσουμε να αξιοωθούμε την αγιότητα. 


 Χαίρονται οι γυναίκες ιδιαίτερα, γιατί εκείνη την εποχή, αλλά και για πολλούς αιώνες πριν μετά η θέση της γυναίκας στον κόσμο ήταν ευτελισμένη. Ένα όργανο για παιδοποιία, ένα αντικείμενο πολλές φορές, ένα σκεύος ηδονής των ανδρών. Διά της Παναγίας στό διάβα του χρόνου τιμήθηκε η γυναίκα πάρα πολύ. Πολύ περισσότερο απ' ότι ήθελαν να την τιμήσουν οι κοινωνίες και τα λόγια των απλών ανθρώπων. Και οι άντρες από την άλλη πλευρά, μέσα στο πρόσωπο και στην τιμή της Παναγίας βλέπαμε πάντα την μάνα μας, την δυνατότητα της αγκαλιάς, της προστασίας, της σκέπης, της φροντίδας. Αυτό το ορμέμφυτο που υπάρχει μέσα στον άνθρωπο, που γυρεύει συνεχώς κάποιον να τον φροντίζει. Αυτό νιώθαμε μαζί με όλα τ' άλλα για την Παναγία.

 
Όμως θα πρέπει να μην ξεχνάμε κάτι βασικό. Ξεχνάμε κάτι. Η Παναγία δεν ήταν μια «καθώς πρέπει» γυναίκα. Η Παναγία ήταν μια γυναίκα του λαού. Γέννησε μέσα σε μια σπηλιά, διώχτηκε και καταδιώχτηκε σαν πρόσφυγας, μιας και θέλαν να της σκοτώσουν το παιδί. Η Παναγία έζησε φτωχικά σαν γυναίκα ενός μαραγκού. Η Παναγία δεν ήταν η καθώς πρέπει κυρία μιας καθεστηκυίας τάξης, κάποιου Φαρισαίου, κάποιου ανώτερου ιερέα. Η Παναγία γύρναγε την Παλιαστίνη μαζί με τους άλλους μαθητές, δίπλα στον γιό της και συνάμα Δάσκαλό της, που φορούσε ένα απλό χιτώνα και σανδάλια και ζούσε σε εκούσια πτωχεία. Και που συνεχώς συγκρουόταν με το κατεστημένο της εποχής Του. Το ξεχνάμε αυτό. Και φτιάχνουμε ψεύτικα πρότυπα. Λες και η Παναγία ήταν εκπρόσωπος των Φαρισαίων. Λες και σήμερα είναι εκπρόσωπος μιας εξουσίας, ενός καθωσπρεπισμού. Η Παναγία είχε πολύ μεγάλη ευσέβεια. Είχε πολύ μεγάλη αγάπη στον Θεό. Γι' αυτό την αφιέρωση που της έγινε την κράτησε σ' όλη της την ζωή. Η Παναγία είχε μεγάλη υπομονή, γιατί έβλεπε το παιδί της να κάνει πράγματα που μια μάνα δεν θέλει να κάνει. Έβλεπε τον γιο της να πηγαίνει προς τον θάνατο να ρισκάρει την ζωή Του, να συγκρούεται με κάθε κατεστημένο, με κάθε αντίληψη θρησκευτική, με κάθε εξουσία πολιτική. Και συγκλονιζόταν συνεχώς από το γεγονός ότι υπερφυσικά πράγματα συνέβαιναν μπροστά της. Πολλές φορές την ξεπερνούσαν. Δεν μπορούσε να τα χωρέσει ο νους της. Η Παναγία ήταν πολύ διαφορετική από αυτό που πλάθουμε εμείς στο μυαλό μας. Ήταν μια γυναίκα με πάρα πολύ μεγάλο θάρρος, με πάρα πολύ μεγάλη τόλμη.Η Παναγία είδε τον γιο της στο σταυρό και κλήθηκε να κάνει το δάκρυ της προσευχή, να κάνει την αγάπη της για τον γιο της θέλημα του Θεού. Και να Τον λατρέψει κατευθείαν ως Θεό. 

Εσείς οι γυναίκες αγαπάτε πολύ την Παναγία. Όμως, κάθε φορά που κάνετε μια παρατήρηση στον γιο σας, στο παιδί σας, στον άντρα σας. Κάθε φορά που ηθικολογείτε και λέτε λόγια, καλά μεν, αλλά πολλές φορές αδιάκριτα στους άλλους. Σκεφτείτε: Η Παναγία πήγε πέρα από όλ' αυτά. Η Παναγία ζούσε μέσα σε μια σιωπή, που προερχόταν από μεγάλη εμπιστοσύνη στον Θεό. Από την μεγάλη εμπιστοσύνη στον γιο της κι από την μεγάλη αγάπη που είχε στον άνθρωπο. Σκεφθείτε. Η Παναγία δεν ήταν μια απλή γυναικούλα, χαζή, που ό,τι έλεγε ο γιος της το δεχόταν. Είχε αποδεχτεί ένα λόγο που συγκρουόταν με ο,τιδήποτε είχε διδαχτεί. Ένα λόγο διαφορετικό. Η Παναγία ήταν ένας άνθρωπος τολμηρός, μια γυναίκα που ακολούθησε την ζωή στα όρια. Η Παναγία ήταν μέσα στην ακολουθία των αποστόλων, των διαφορετικών, των εβδομήκοντα και των άλλων. Και κάθε φορά που πήγαιναν σ' ένα χωριό, σ' ένα τόπο άκουγαν διδασκαλίες άλλες απ’όσα ήξεραν μέχρι τότε στην ζωή τους. Πρότυπο ο Σαμαρείτης, ο αιρετικός στην μια περίπτωση. Αποδοχή μιας γυναίκας πόρνης σε μια άλλη. Συνέτρωγε μαζί με τελώνες, με πρώην κλέφτες και ληστές. Δεχόταν την χλεύη όλων αυτών, που με καλές προθέσεις μεν, με την πλάνη τους δε, κατηγορούσαν τον Χριστό. 

Όταν φέρνουμε, λοιπόν, στο νου μας την Παναγία όλοι μας, άντρες και γυναίκες, να σκεφτόμαστε ένα πράγμα. Δεν μας καλεί να τηρήσουμε και να κρατήσουμε αυτά που έχουμε. Δεν ήταν η Παναγία μια γυναίκα συντηρητική που έλεγε, όπως πολλές φορές λέμε εμείς, "πω, πω χάθηκαν όλα, πως κατάντησε ο κόσμος". Η Παναγία ακολουθούσε τον λόγο του Χριστού. Εκείνη που ταυτιζόταν μ' εκείνο το "αφήνουμε τα 99 πρόβατα να τρέξουμε για το ένα". Ήταν εκείνη που ταυτιζόταν με το θέλημα του Θεού που έλεγε ότι θέλει όλοι οι άνθρωποι να σωθούν. Ήταν εκείνη που προσπαθούσε να ζει την ζωή της, "εν πνεύματι και αληθεία". 

Όταν τιμούμε την Παναγία, όλοι μας άντρες και γυναίκες, θα πρέπει να σκεφτόμαστε την υπέρβαση. Την υπέρβαση του εαυτού μας. Όχι το βόλεμα σ' αυτά που έχουμε, σ' όσα κατακτήσαμε κι όσα μας δώρησε ο Θεός, αλλά στο παραπέρα. Σε αυτό που δεν χωράει ο νους πολλές φορές. Όπως και σ' εκείνην δεν χωρούσε ο νους της όλ' αυτά που συνέβησαν. Γιατί η ζωή της πήγαινε από έκπληξη σε έκπληξη. Μετά την αποδοχή εκείνου του μηνύματος που της έφερε ο άγγελος, η ζωή της ήταν μια διαρκής αναμονή μέχρι το σημείο που άρχισε να διδάσκει ο Κύριος. Και μετά άνοιξε το μυαλό της, άνοιξε η ψυχή της. Έμαθε από τον γιο της - τι φοβερό πράγμα αυτό- πράγματα που δεν τα φανταζόταν. Που όμως η αγάπη η μεγάλη που είχε μπόρεσε να την κάνει να υπερβεί όσα ήξερε και να μπορέσει να 'ρθει σε κόντρα και με την θρησκεία των προγόνων της. 

Όταν τιμούμε την Παναγία, λοιπόν, τιμούμε πολύ περισσότερα πράγματα απ' ό,τι νομίζουμε. Τιμούμε την δυνατότητα της ανθρώπινης φύσης να ξεφεύγει απ' αυτό που η φύση η πεπτωκυία μας αναγκάζει να είμαστε. Να φύγουν οι γυναίκες από τον ρόλο της μάνας για να κατευθυνθούν στον ρόλο της αγίας. Να φύγουν οι άντρες από τον ρόλο απλώς του δήθεν δυνατού και αγέρωχου ανθρώπου και να πάνε εκεί που προστάζει ο νόμος της αγάπης. Να πάει το ανθρώπινο γένος να ξαναβρεί την ελπίδα του, στο ότι μπορεί να επικρατεί σε αυτό τον κόσμο και κάτι διαφορετικό ως νόημα πέρα απ' την αιώνια νεότητα, τον  πλούτο, το χρήμα, την καλοπέραση. Η σοφία, η αγιότητα, η χαρά μιας άλλης θέασης της ζωής. 

Τιμώντας την Παναγία, τιμάμε στην ουσία την ελπίδα στην ζωή μας. Αν δεν το καταλαβαίνουμε αυτό μένουμε στα ίδια, σε μια χλωμή γιορτή που απλώς γιορτάζουμε μια γυναίκα που κάποτε έζησε. Δεν είναι όμως έτσι. Ας χαρούμε κι ας ελπίζουμε ότι όσο και να καταρρέει ο κόσμος γύρω μας, όσο και να βαδίζουμε προς τα έσχατα, για τον καθένα από εμάς υπάρχει ελπίδα. Αυτή την ελπίδα φέρνουν όλες αυτές οι γιορτές που κάνουν την ζωή μας πιο όμορφη μέσα στην ερημιά και την ξεραΐλα της σημερινής εποχής. Ο Θεός, δια πρεσβειών της αγίας Θεοτόκου να μας δίνει δύναμη. Αμήν!  
         

17/11/11

Ο ΚΑΛΟΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΗΣ ΚΙ ΕΜΕΙΣ...



 

 (Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Χριστοδούλου)

 Για μια ακόμη φορά ένας νομοδιδάσκαλος πλησιάζει τον Κύριο με σκοπό να Τον ντροπιάσει, να Τον εκθέσει μπροστά στους παρευρισκομένους αφού η διδασκαλία του Χριστού, έρχεται σε αντίθεση με την παράδοση που διδάσκουν οι Φαρισαίοι και οι Γραμματείς και οι νομοδιδάσκαλοι. Του κάνει λοιπόν, μία ερώτηση: "Τι πρέπει να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή;" Ο Χριστός αντιστρέφει την ερώτηση: "Εσύ τι νομίζεις ότι πρέπει να κάνεις; Ποια είναι η σημαντικότερη εντολή που πρέπει να τηρήσεις;"

  Ο νομοδιδάσκαλος αυτός δεν είναι τυχαίος. Από την απάντησή του φαίνεται ότι είναι πολύ καταρτισμένος. Διότι απ' όλες τις εντολές που υπάρχουν μέσα στον νόμο διαλέγει ένα στίχο που επαναλαμβάνεται στο Λευϊτικό και στο Δευτερονόμιο, το "αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου και τον πλησίον σου ως εαυτόν". Αυτή ακριβώς είναι και η εντολή την οποία είχε διδάξει ο Κύριος ως πρώτη και σπουδαία εντολή. Πιθανόν να το ήξερε και ο νομοδιδάσκαλος. Ίσως επειδή άκουγε τον Χριστό να επιλέγει αυτή την φράση ανάμεσα από όλο το νόμο για να συγκεφαλαιώσει την διδασκαλία Του, μπορεί επίτηδες να λέει αυτή την απάντηση. Το γιατί θα το δούμε αμέσως μετά. 

 
 
Του λέει ο Χριστός "Συγχαρητήρια, αυτή είναι η απάντηση. Αν μπορέσεις να κάνεις πράξη αυτό, δηλαδή να αγαπάς τον Θεό, να είσαι αφιερωμένος σ' Εκείνον, να αγαπάς τον πλησίον σου μ' όλη σου την καρδιά, αλλά να αγαπάς και τον εαυτό σου, τότε θα σωθείς." Του κάνει, λοιπόν, ο νομοδιδάσκαλος την ερώτηση που είναι, θα λέγαμε, ερώτηση-παγίδα. "Ποιος είναι ο πλησίον;" Η ερώτηση, λοιπόν, δεν είναι τυχαία, και είπα λίγο πριν ότι μπορεί επίτηδες ακούγοντας το κήρυγμα του Χριστού να την είχε επιλέξει, διότι εδώ βρισκόταν και η μεγάλη διαφωνία για την έννοια του "πλησίον" ανάμεσα σε αυτό που εννοούσε ο Χριστός και σε αυτό που εννοούσαν οι Εβραίοι. 

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η έννοια του "πλησίον" χωριζόταν σε τρεις κατηγορίες, ανάλογα με το ποιος την πίστευε. Πρώτ' απ' όλα για το σύνολο του εβραϊκού λαού, "πλησίον"  ήταν μόνο οι Εβραίοι. Όλοι οι άλλοι ήταν ειδωλολάτρες και δεν ήθελαν να έχουν καμία σχέση μαζί τους. Ειδωλολάτρες, αιρετικοί, εθνικοί. 

Μετά ήταν η τάξη των Φαρισαίων, των νομοδιδασκάλων και των Γραμματέων, άνθρωποι μορφωμένοι, καταρτισμένοι στον νόμο, και αυστηροί τηρητές του. Εκείνοι θεωρούσαν ότι "πλησίον" μπορεί να είναι μόνο όποιος έχει μια ανώτερη κατάρτιση, ανήκει στους Σαδδουκαίους ή τους Φαρισαίους και συνεπώς δεν μπορεί "πλησίον" να είναι ο όχλος, οι αγράμματοι και ασήμαντοι φτωχοί. 

Η τρίτη αντίληψη, ακόμα πιο σκληροπυρηνική θα λέγαμε, ήταν αυτή της αιρέσεως των Εσσαίων. Οι Εσσαίοι ήταν μια αίρεση ακόμα πιο αυστηρή από τους Φαρισαίους, οι οποίοι είχαν φύγει από τα κατοικημένα μέρη κι είχαν πάει να ζήσουν στην έρημο του Εν-Γαδί της Ιουδαίας, στη Δυτική πλευρά της Νεκράς Θαλάσσης  και αριθμούσε κάποια περίοδο μέχρι και 4.000 μέλη. (Είναι γνωστά τα χειρόγραφα που βρέθηκαν εκεί, τα χειρόγραφα του Κουμράν, που βρέθηκαν στα μέσα του προηγούμενου αιώνα, τα παλαιότερα χειρόγραφα που αναφέρονται στην Γραφή.) Οι Εσσαίοι, λοιπόν, ήταν άνθρωποι αφιερωμένοι, θα λέγαμε σαν μέλη μιας πολύ ακραίας θρησκευτικής οργάνωσης, ζούσαν στην έρημο, δεν έκαναν παιδιά, περίμεναν το τέλος του κόσμου και γι' αυτούς ο "πλησίον" ήταν μόνο τα μέλη των Εσσαίων, κανείς άλλος. 

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι σύμφωνα με τις αντιλήψεις της εποχής και όχι μόνο, γιατί εδώ υπάρχει κάτι που μας ενδιαφέρει κι εμάς, ο "πλησίον" περιοριζόταν ανάλογα με τις αντιλήψεις της κάθε κάστας, τάξης ή φυλής. Πρώτα η έννοια η ρατσιστική, η ράτσα, η φυλή, ο πολύς λαός. Δεύτερον, η έννοια των εκλεκτών, που είχαν οι Φαρισαίοι και οι Γραμματείς, των εκλεκτών, του καλού γένους, των καταρτισμένων. Και τρίτη είχαμε την πολύ στενότερη αντίληψη, των δικών μας (όλοι οι άλλοι θα χαθούν και θα τιμωρούνται στην κόλαση), των Εσσαίων και των ομοίων με αυτούς. 

Ο Χριστός κομίζει στην ιστορία μια άλλη αντίληψη για το ποιος είναι ο πλησίον. Γι' αυτό αντιστρέφει το θέμα. Ενώ ο νομοδιδάσκαλος ρωτάει "ποιος είναι ο πλησίον", ο Χριστός το θέμα το βάζει αλλιώς. Ποιος ενεργεί ως πλησίον. Όχι ποιον θεωρούμε εμείς πλησίον ανάλογα με την δική μας αντίληψη. Αλλά ποιος πραγματικά ενεργεί ως πλησίον. 

Η ιστορία στην συνέχεια είναι γνωστή. Ένας ιερέας κι ένας Λευίτης περνούν δίπλα από τον πεσμένο άνθρωπο, τραυματισμένο από τους ληστές. Ο Χριστός δεν θέλει σε καμία περίπτωση να πολεμήσει τον κλήρο. Δεν είναι αυτός ο σκοπός του. Το λέω αυτό γιατί υπάρχουν κάποιες ερμηνείες επιφανειακές σήμερα "οι ιερείς ίδιοι ήταν πάντα" κ.λπ. Όχι. Και ο ιερέας και ο Λευίτης ήταν άνθρωποι του νόμου. Αυτό που κάνουν, να προσπεράσουν δηλαδή αντί να πλησιάσουν, είναι γιατί θέλουν να τηρήσουν το νόμο μέχρι τελευταίας γραμμής. 

Και ο νόμος έλεγε (το γράφει στο Δευτερονόμιο) ότι ένας ιερέας ή ένας Λευίτης όπου ήταν οι άνθρωποι που κατεξοχήν έμπαιναν σ' όλα τα σπίτια για τις θρησκευτικές ανάγκες του λαού κι όχι μόνο (και για ιατρικές ανάγκες) δεν έπρεπε να πλησιάσουν πτώμα. Με την ζέστη που επικρατούσε στην περιοχή της Παλαιστίνης μεταφέρονταν πάρα πολύ εύκολα μολύνσεις. Κι έτσι, λοιπόν, μέσα στην Γραφή για λόγους υγιεινής, υπήρχε αυτή η διάταξη που δεν αφορούσε μόνο τους ιερείς, αφορούσε όλους. Όποιος πλησιάσει πτώμα θεωρείται ακάθαρτος, μένει μακριά απ' την συναγωγή, από το ναό, χρειάζεται καθαρισμό, να μπει σε καραντίνα, χρειάζεται να βεβαιωθεί ότι είναι καλά πριν πλησιάσει τους άλλους ανθρώπους. Ο ιερέας, λοιπόν, κι ο Λευίτης βάζουν την καρδιά τους, το ενδιαφέρον για τον πλησίον στην άκρη και τηρούν το νόμο. Δεν θα πλησιάσω ούτε θα διακινδυνεύσω για έναν άνθρωπο που φαίνεται να είναι πεθαμένος. Ας τον βρουν άλλοι. 

Ο Σαμαρείτης είναι ένα πρόσωπο κατακριτέο από τους Εβραίους. Και από τις τρεις τάξεις που αναφέραμε πριν. Και από τον λαό, γιατί είναι μιγάς και αιρετικός και από τους Φαρισαίους και τους Εσσαίους βέβαια, οι οποίοι θεωρούν ότι έχει διαστρέψει λόγω του συγκρητισμού την πίστη του από τις αιχμαλωσίες των προηγούμενων αιώνων. Αυτός, λοιπόν, ο αιρετικός, για τον οποίο δεν ξέρουμε τίποτα πέρα από το ότι δεν εμπίπτει σε καμία από τις προηγούμενες τρεις κατηγορίες, αδιαφορεί για τον νόμο και βάζει την καρδιά του πάνω απ' όλα. Πλησιάζει, διαπιστώνει ότι ο άνθρωπος δεν έχει πεθάνει, του δένει πρόχειρα τις πληγές, τον παίρνει μαζί του, πάει σ' ένα πανδοχείο, αφήνει και χρήματα για να τον γιατροπορἐψουνε και διαβεβαιώνει τον ξενοδόχο ότι στην επιστροφή του θα δώσει και όσα χρήματα χρειάζονται γι' αυτό τον άγνωστο σ' εκείνον άνθρωπο, φτάνει να γίνει καλά.

Ο Καλός Σαμαρείτης, δεν ζητά καμία επιβράβευση, καμία ανταμοιβή, δεν ευεργετεί για να πάρει ανταπόδωση και αναγνώριση. Έχει αγάπη, πέρα και πάνω από το νόμο και την υποχρέωση.

Ο Χριστός τελειώνοντας την διήγηση ρωτάει τον νομοδιδάσκαλο: "Ποιος είναι ο πλησίον;" Κι εκείνος απαντάει.  Είναι νικημένος. Έχει καταλάβει: "Έχεις δίκιο, είναι εκείνος που έδειξε έλεος, όχι αυτό που εννοούσα εγώ." 

Θα πει κάποιος "εμάς πόσο μας αφορά αυτή η παραβολή;" Η απάντηση είναι εύκολη. Όσο μας αφορούν όλες. Εδώ κάτι παραπάνω, γιατί αυτή η παραβολή του καλού Σαμαρείτη μαζί με την παραβολή του Ασώτου, νομίζω ότι αποτελούν δυο από τις βασικότερες παραβολές της διδασκαλίας του Κυρίου. Η αγάπη στον συνάνθρωπο είναι αυτό που λείπει από αυτό τον κόσμο. Αντίθετα, η αγάπη για τους οικείους (το αναφέρει αλλού ο Χριστός αυτό), για τους ομοεθνείς μας ή τους ομόθρησκούς μας είναι το εύκολο. Ειδικά σε εποχές οι οποίες έχουν ένταση, όπως είχαν εκείνη την εποχή στο Ισραήλ, λόγω της Ρωμαϊκής κατοχής, αλλά και προηγουμένως λόγω των επανειλημμένων αιχμαλωσιών από Έλληνες, Βαβυλώνιους, Ασσύριους μέσα στους αιώνες, ήταν επόμενο ο εθνικός παράγοντας, ο φυλετικός παράγοντας να είναι πάρα πολύ ενισχυμένος στο νου των Ιουδαίων. 

Κατά ένα τρόπο βρισκόμαστε σε μια παρόμοια εποχή. Η δύσκολη κατάσταση που περνάει η Ελλάδα σήμερα με την μετανάστευση και ταυτόχρονα οι μεγάλες κακουχίες και σφαγές που έχει αντιμετωπίσει ο λαός μας στον προηγούμενο και στον προ-προηγούμενο αιώνα από τους γείτονες, μάς κάνει να αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα πιο στενά για την έννοια του πλησίον. 

Η χριστιανική πίστη ὀμως επιτάσσει κάτι διαφορετικό. Πρώτα βάζουμε τον Χριστό και μετά βάζουμε την πατρίδα. Δεν υποτιμούμε την πατρίδα, αλλά ονειρευόμαστε την ουράνια πατρίδα. Αγαπάμε την πατρίδα μας και την υπερασπίζουμε απέναντι σε οποιονδήποτε θέλει με διάφορα ιδεολογήματα και ανοησίες να εξαλείψει την σημασία της, μα πάνω απ' όλα θυμόμαστε τον λόγο και την διδασκαλία του Χριστού. 

Πλησίον μας είναι ο κάθε άνθρωπος, χωρίς να κάνουμε διάκριση φυλής, θρησκείας ή ό,τιδήποτε άλλο. Και πάνω απ' όλα, πλησίον μας είναι κάθε άνθρωπος που καταλαβαίνουμε ότι είναι πλάσμα του Θεού σαν κι εμάς. Που στα μάτια του Θεού, ό,τι και να πιστεύει είναι το ίδιο παιδί Του. Αν έχουμε την πίστη της αληθείας (όσοι την έχουμε γιατί πια), την αληθινή πίστη στον Υιό του Θεού, αυτό πρέπει να το θεωρούμε προνόμιο, δώρο και ευεργεσία του Θεού. Κι όχι να το χρησιμοποιούμε για να επιτεθούμε στους άλλους. Όταν εμείς γνωρίζουμε την αλήθεια, κάποιον που δεν την γνωρίζει δεν του θυμώνουμε. Προσευχόμαστε γι' αυτόν, νοιαζόμαστε γι' αυτόν, παρακαλούμε τον Θεό να τον ελεεί και να τον ενισχύει.

Η παραβολή του Καλού Σαμαρείτη είναι χαρακτηριστική για να καταλάβουμε τι θα πει ορθόδοξη πίστη, αγάπη άνευ όρων για όλα. Όλους τους ανθρώπους να τους βλέπουμε ως εικόνες Θεού, για να αισθανόμαστε κι εμείς εικόνες Θεού. Με το μίσος, την μισαλλοδοξία και την εμπάθεια χάνουμε αυτή την δυνατότητα, να νιώθουμε εικόνες Θεού. Μικραίνει η ψυχή μας, σκοτεινιάζει ο νους μας, γινόμαστε κι εμείς ρατσιστές σαν τους Εβραίους εκείνης της εποχής, υποτασσόμαστε στο μικροσυμφέρον. Ας ξαναθυμηθούμε τον λόγο του Χριστού: Δεν έχει αξία να αγαπάς μόνο τους οικείους σου, αυτό το κάνουν και οι άλλοι. Ο Χριστός διευρύνει με αυτή την παραβολή και με όλη Του την διδασκαλία την έννοια του πλησίον. Τοποθετεί την χριστιανική πίστη στο κέντρο όλου του κόσμου με την έννοια της αγάπης. 

Αυτό το ξέχασαν οι άνθρωποι. Το ξέρουμε πάρα πολύ καλά. Αν κάτσουμε και καταμετρήσουμε πόσοι πόλεμοι έγιναν από τότε μέχρι σήμερα στο όνομα του Χριστού και πόσα θύματα υπήρξαν θα φρίξουμε. Αν σκεφτούμε ότι κατά την διάρκεια του πρώτου καί τοῦ Β' Παγκοσμίου πολέμου είχαμε χριστιανικούς λαούς να πολεμούν μεταξύ τους και ιερείς τής κάθε ομολογίας να ευλογούν τα όπλα για να πάνε να σκοτώσουν Χριστιανοί άλλους Χριστιανούς, θα αισθανθούμε-όπως πολλοί άνθρωποι κατηγορούν-ότι η χριστιανική πίστη έχει αποτύχει. Όμως αυτό είναι λάθος. Δεν έχει αποτύχει η χριστιανική πίστη. Εμείς αποτύχαμε.

Το μήνυμα του Κυρίου παραμένει ζωντανό, επίκαιρο και ελπιδοφόρο για τον κάθε άνθρωπο. Εκείνο που απέτυχε είναι το ότι οι άνθρωποι προτίμησαν το σκοτάδι μάλλον παρά το φως, όπως λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης. Και συνεχίζουν να το προτιμούν. Και βλέπουμε στην παρούσα κατάσταση να βυθίζεται πάλι η οικουμένη σ' ένα σκοτάδι, σ' ένα εκβαρβαρισμό. Το μίσος βασιλεύει παντού. Παντού γύρω μας, καθώς η χριστιανική πίστη υποχωρεί, ο κόσμος, παρά τον Διαφωτισμό και την προσπάθεια για ανθρωπισμό, κινείται από στενά συμφέροντα. Κάθε χώρα ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό της. Και τα πονηρά παιχνίδια των καιροσκόπων φαίνεται κάθε μέρα πόσο μεγάλη επίπτωση έχουνε και στην δυτική οικονομία και στην παγκόσμια. 

Για μας που 'μαστε χριστιανοί, μοναδική ελπίδα μας είναι ο δρόμος του Ευαγγελίου. Χαρά φέρνει στην ψυχή του ανθρώπου και ελπίδα μεγάλη ότι το Ευαγγέλιο δεν διαψεύστηκε. Χαρά και ελπίδα μεγάλη φέρνει ότι το μήνυμα του Χριστού παραμένει ως μοναδική ελπίδα για τον κόσμο τούτο. Να αγαπάς τον πλησίον σου πέρα απ' τα στενά σου συμφέροντα. Να αγαπάς τον Θεό γιατί αυτό σου δίνει την δυνατότητα να κοιτάς προς τα πάνω. Να έχεις μια ελπίδα ότι μπορείς να υπερβείς τον εαυτό σου. Δεν μπορεί ο άνθρωπος να προχωρήσει έχοντας ως αναφορά τον εαυτό του. Είναι αδύνατον αυτό. Και για να τα κάνεις όλα αυτά πρέπει να αγαπάς τον ίδιο σου τον εαυτό. Δηλαδή, να μην κάνεις αυτά που η φύση η πεπτωκυία σου σε οδηγεί να κάνεις. Το άδικο, το κακό, να μην είσαι εμπαθής. Και όλα τα άλλα που ξέρουμε και δεν είναι της ώρας να τα πούμε. 

Με την παραβολή του καλού Σαμαρείτη στον νου, ας πορευόμαστε στην ζωή μας προσπαθώντας να τον μιμηθούμε. Με την παραβολή του καλού Σαμαρείτη που είναι ο ίδιος ο Χριστός, ας πορευτούμε αυτά τα δύσκολα χρόνια, αλλά με την ελπίδα ότι αυτό για το οποίο μας διαβεβαίωσε, ότι θα ζήσουμε, είναι πραγματικότητα. Το βεβαιώνουν οι άγιοι της εκκλησίας και η παράδοσή μας. Κάθε ένας από εμάς καθώς μεγαλώνει, διαπιστώνει πως ακόμα κι αν στην εφηβεία του ή στα νιάτα αμφισβήτησε έντονα την χριστιανική πίστη, ότι η ζωή χωρίς νόημα δεν πηγαίνει, δεν βγαίνει. Διαπιστώνει ότι ακόμα κι αν προσπαθήσει να αγκιστρωθεί από τα υλικά, τα χρήματα, αυτά είναι πεπερασμένα, τελειώνουν ή καταρρέουν. 

Με την ελπίδα και τον λόγο του Χριστού στην καρδιά μας ας πορευτούμε προς τη νηστεία της Σαρακοστής των Χριστουγέννων. Να ευχηθούμε απ' όλη αυτή την περίοδο εμείς να βγούμε ενισχυμένοι. Να ευχηθούμε ότι παρά τα όσα γίνονται γύρω στην πολιτεία μας τα δυσάρεστα, εμείς θα πορευτούμε στα Χριστούγεννα γεμάτοι ελπίδα και χαρά, ικετεύοντας τον Θεό να μας δίνει φώτιση, όχι απλώς να αντέχουμε, αλλά και να μεταδίδουμε το ευαγγέλιο του Χριστού σε όποιον μπορούμε. Πάντα μ' ένα λόγο καλοσύνης, γλυκύτητος, ειρήνης και αγάπης. Αμήν!   
                       

7/11/11

Ο ΑΡΧΙΣΥΝΑΓΩΓΟΣ, Η ΑΙΜΟΡΡΟΟΥΣΑ ΚΙ ΕΜΕΙΣ...


               



(Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Χριστοδούλου)

Στη ση­με­ρι­νή πε­ρι­κο­πή του ευ­αγ­γε­λί­ου α­κού­σα­με δύ­ο δι­η­γή­σεις, οι ο­ποί­ες σχε­τί­ζον­ται με­τα­ξύ τους τό­σο χρο­νι­κά, (συ­νέ­βη­σαν πε­ρί­που το ί­διο δι­ά­στη­μα) ό­σο και α­πό πλευ­ράς νο­ή­μα­τος. Έ­χουν να κά­νουν με τον θά­να­το, την αρ­ρώ­στια και την φθο­ρά.

Στο πρώ­το πε­ρι­στα­τι­κό, έ­νας δι­α­πρε­πής Ι­ου­δαί­ος, έ­νας ε­πι­κε­φα­λής της συ­να­γω­γής, προ­φα­νώς νο­μο­δι­δά­σκα­λος, τα­πει­νω­μέ­νος και συν­τε­τριμ­μέ­νος α­π' την θα­νά­σι­μη αρ­ρώ­στια τού παι­διού του, α­φή­νει στην ά­κρη τα προ­σχή­μα­τα, τις γνώ­σεις του πά­νω στον νό­μο, την «ορ­θο­δο­ξί­α» του αν θέ­λε­τε και πη­γαί­νει να πα­ρα­κα­λέ­σει αυ­τόν τον δι­α­φο­ρε­τι­κό δι­δά­σκα­λο, πα­ρό­τι ή­δη, ό­πως γνω­ρί­ζου­με, για τους πε­ρισ­σό­τε­ρους νο­μο­μα­θείς ο Χρι­στός ή­ταν έ­νας αι­ρε­τι­κός. Πέ­φτει στα πό­δια του και Τον πα­ρα­κα­λεί. Μπρο­στά στον βέ­βαι­ο κίν­δυ­νο να πε­θά­νει το παι­δί του δεν δι­στά­ζει για τί­πο­τα. Κά­τι μέ­σα στην ψυ­χή του, βα­θιά, μυ­στι­κά, φαί­νε­ται να τον πλη­ρο­φο­ρεί ό­τι ό­λα ό­σα κύ­ρητ­τε ο Χρι­στός εί­χαν να κά­νουν με την ου­σί­α κι ό­χι με τον τύ­πο που  ο ί­διος κή­ρυτ­τε και ά­κου­γε μέ­σα στην συ­να­γω­γή του. Κά­τι βα­θιά μέ­σα στην ύ­παρ­ξή του κα­θώς τα­πει­νώ­θη­κε α­κού­σια τον ο­δη­γεί σε μια ε­κού­σια τα­πεί­νω­ση, ού­τως ώ­στε να α­να­γνω­ρί­σει στον λό­γο της α­γά­πης του Κυ­ρί­ου την α­λή­θεια. 

 
Ο άν­θρω­πος αυ­τός λε­γό­ταν Ι­ά­ει­ρος. Κι ό­πως λέ­νε οι ερ­μη­νευ­τές πρό­κει­ται «Ο Θε­ός φω­τί­ζει» ή «ο Θε­ός α­νι­στά». Και γι' αυ­τό οι ερ­μη­νευ­τές ει­κά­ζουν ό­τι το ό­νο­μα αυ­τό του δό­θη­κε αρ­γό­τε­ρα, ό­ταν έ­γι­νε χρι­στια­νός. Για­τί με­τά α­πό μί­α τέ­τοι­α ο­μο­λο­γί­α, με­τά α­πό έ­να τό­σο με­γά­λο θαύ­μα (α­π' τα λι­γο­στά θαύ­μα­τα ό­που έ­χου­με α­νά­στα­ση νε­κρού) σί­γου­ρα η ζω­ή του άλ­λα­ξε.

Στο δεύ­τε­ρο πε­ρι­στα­τι­κό, έ­χου­με μί­α α­πό­κλη­ρο της κοι­νω­νί­ας, μί­α γυ­ναί­κα που ζει σε μια βα­θύ­τα­τη μο­να­ξιά. Κι αυ­τό για­τί μια χρό­νια αρ­ρώ­στια (δώ­δε­κα χρό­νια ή­ταν αι­μορ­ρο­ού­σα), που ό­πως λεν οι ερ­μη­νευ­τές και κά­ποι­οι για­τροί, ή­ταν έ­να σο­βα­ρό­τα­το γυ­ναι­κο­λο­γι­κό πρό­βλη­μα ή έ­νας καρ­κί­νος της μή­τρας, την εί­χε κά­νει ταυ­τό­χρο­να να αι­σθά­νε­ται στο πε­ρι­θώ­ριο της κοι­νω­νί­ας. Δεν εί­ναι η ώ­ρα να α­να­λύ­σου­με το για­τί και το πώς της Πα­λαι­άς Δι­α­θή­κης, να πού­με α­πλώς πως ό­τι δεν μπο­ρού­σε να ε­ξη­γή­σει ο αρ­χαί­ος άν­θρω­πος το δαι­μο­νο­ποι­ού­σε ή το ι­ε­ρο­ποι­ού­σε αν­τί­στοι­χα. Έ­τσι ε­θε­ω­ρεί­το α­κά­θαρ­τη μια γυ­ναί­κα η ο­ποί­α εί­χε ρύ­ση αί­μα­τος-πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο δε ό­ταν αι­μορ­ρο­ού­σε τό­σα πολ­λά χρό­νια-για­τί σύμ­φω­να με τήν δι­ά­τα­ξη του Λευ­ι­τι­κού βρι­σκό­ταν στο πε­ρι­θώ­ριο της κοι­νω­νί­ας ως α­κά­θαρ­τη.

Συν­τε­τριμ­μέ­νη α­πό την α­σθέ­νεια αυ­τή που τό­σα χρό­νια την τα­λαι­πω­ρού­σε, μπαί­νει μέ­σα στο πλή­θος που α­κο­λου­θεί τον Χρι­στό. Ντρέ­πε­ται. Ού­τως ή άλ­λως, η θέ­ση της γυ­ναί­κας στην κοι­νω­νί­α ε­κεί­νη την ε­πο­χή ή­ταν πο­λύ υ­πο­δε­έ­στε­ρη των αν­δρών και ε­ξαι­τί­ας και της αν­τι­με­τώ­πι­σης του νό­μου δεν τολ­μού­σε να δει κα­τά πρό­σω­πο τον Χρι­στό. Πη­γαί­νει, λοι­πόν, να Του αγ­γί­ξει την ά­κρη των ρού­χων Του. Εί­ναι τό­σο συν­τε­τριμ­μέ­νη και αυ­τή. Μέ­σα στην α­πελ­πι­σί­α της δεν σκέ­φτε­ται τί­πο­τε άλ­λο πα­ρά να Τον αγ­γί­ξει. Φαί­νε­ται ό­τι ό­πως και στον Αρ­χι­συ­νά­γω­γο και σ' αυ­τήν κά­τι λει­τουρ­γεί μυ­στι­κά. Κά­τι την πλη­ρο­φο­ρεί. Σί­γου­ρα μέ­σα στον μι­κρό χώ­ρο της Ι­ε­ρου­σα­λήμ έ­χει α­κού­σει τον Κύ­ριο να δι­δά­σκει, να κη­ρύτ­τει. Κι ο λό­γος αυ­τός, ο δι­α­φο­ρε­τι­κός, που βά­ζει την α­γά­πη πά­νω α­πό τον τύ­πο, τον άν­θρω­πο πά­νω α­πό τον νό­μο, την ου­σί­α πά­νω α­πό τα προ­σχή­μα­τα την κά­νει να Τον πλη­σιά­σει.

Κα­νείς δεν παίρ­νει εί­δη­ση ό­τι α­κουμ­πά­ει το ρού­χο του Χρι­στού, ού­τε οι μα­θη­τές. Ο Κύ­ριος γυρ­νά­ει ό­μως. Θέ­λει να α­να­δεί­ξει το γε­γο­νός, θέ­λει να το δουν ό­λοι. Θέ­λει να α­να­δεί­ξει και την πί­στη της γυ­ναί­κας. Θέ­λει να μι­λή­σει για την πί­στη που σώ­ζει. Θέ­λει να δεί­ξει ό­τι εί­ναι ο Κύ­ριος του θα­νά­του και της ζω­ής. Ποι­ος με α­κούμ­πη­σε; λέ­ει. Οι μα­θη­τές δεν έ­χουν πά­ρει εί­δη­ση. Κα­νείς, λέ­νε. Κι ό­μως γυρ­νά­ει προς την γυ­ναί­κα αυ­τή. Της α­πευ­θύ­νει τον λό­γο, σ' αυ­τήν την πε­ρι­θω­ρια­κή. Κι ε­κεί­νη, που δεν χρει­ά­ζε­ται να πει πολ­λά για­τί ο Κύ­ριος τα κα­τα­λα­βαί­νει ό­λα, ε­κεί­νη πέ­φτον­τας στα πό­δια Του σώ­ζε­ται. Έ­χει ή­δη θε­ρα­πευ­τεί. Κι ο Χρι­στός της λέ­ει μί­α φρά­ση, αρ­κεί μό­νο αυ­τή. "Η πί­στη σου σε έ­σω­σε, να έ­χεις θάρ­ρος. Πή­γαι­νε στο κα­λό".

            Η πί­στη σώ­ζει δυ­ο αν­θρώ­πους, που κι οι δυ­ο εί­χαν λό­γους πά­ρα πολ­λούς για να έ­χουν δι­α­λυ­θεί α­πό την θλί­ψη, να έ­χουν βυ­θι­στεί στην α­πελ­πι­σί­α, στην κα­τά­θλι­ψη. Η πί­στη τους σώ­ζει, αλ­λά πώς; Ε­νερ­γά, χει­ρο­πια­στά, ό­χι θε­ω­ρη­τι­κά. Η πί­στη μάς σώ­ζει, για­τί ό­ταν α­πο­φα­σί­σου­με να βά­λου­με στην ά­κρη το ε­γώ μας, να νι­ώ­σου­με συν­τρι­βή και να τα­πει­νω­θού­με ε­κου­σί­ως με­τά την ό­ποι­α α­κού­σια τα­πεί­νω­ση, α­νοί­γει η ψυ­χή μας, α­νοί­γει το μυα­λό μας και βλέ­που­με τα πράγ­μα­τα κα­θα­ρά. Ας το προ­σέ­ξου­με και πά­λι. Ο έ­νας εί­χε κά­θε λό­γο να εί­ναι ε­χθρός τού Χρι­στού, πο­λέ­μιός Του. Και η άλ­λη να μι­σεί κά­θε θρη­σκευ­τι­κό άν­θρω­πο. Την εί­χαν κά­νει πέ­ρα. Κι ό­μως πι­στεύ­ουν και σώ­ζον­ται.

            Και, να, που στε­κό­μα­στε ε­μείς ε­δώ, δυ­ο χι­λιά­δες χρό­νια με­τά, α­πέ­ναν­τι στον θά­να­το, στην φθο­ρά. Ό,τι και να κά­νου­με, ό­σο κι αν φω­νά­ζου­με, ό­σο κι αν πα­ρα­πο­νι­ό­μα­στε και φο­βό­μα­στε για τα οι­κο­νο­μι­κά και για ο,τι­δή­πο­τε άλ­λο, στο βά­θος ο φό­βος εί­ναι έ­νας. Φο­βό­μα­στε την αρ­ρώ­στια και τον θά­να­το. Υ­πάρ­χει γύ­ρω μας σε τε­ρά­στιο βαθ­μό. Κά­θε τό­σο κά­ποι­ος δι­κός μας άν­θρω­πος αρ­ρω­σταί­νει. Αρ­ρω­σταί­νει θα­νά­σι­μα, αρ­ρω­σταί­νει α­πό μα­κρο­χρό­νι­ες α­σθέ­νει­ες. Κά­θε τό­σο κά­ποι­ος άν­θρω­πος δι­κός μας πε­θαί­νει και μά­λι­στα σε νε­α­ρή η­λι­κί­α. Πό­λε­μοι γί­νον­ται παν­τού κι έ­νας φό­βος υ­πάρ­χει μην γί­νει ξα­νά και στον δι­κό μας τό­πο που '­ναι πο­τι­σμέ­νος α­πό αί­μα­τα. Έ­νας φό­βος που στρέ­φει πολ­λούς α­πό ε­μάς στο κε­νό, στο τί­πο­τα. Μας έ­στρε­ψε χρό­νια τώ­ρα να κυ­νη­γά­με τα υ­λι­κά. Άλ­λους μας στρέ­φει στην θρη­σκεί­α αλ­λά δυ­στυ­χώς γε­μί­ζου­με με ψευ­δο­βε­βαι­ό­τη­τες και δεν α­νοί­γου­με την καρ­διά μας. Πα­ρι­στά­νου­με ό­τι έ­χου­με νι­κή­σει τον θά­να­το και μι­λά­με με στόμ­φο για την α­νά­στα­ση, πολ­λές φο­ρές κι ε­μείς οι ι­ε­ρείς. Αλ­λά κά­θε βρά­δυ που πά­με να κοι­μη­θού­με η ψυ­χή μας σφίγ­γε­ται α­π' τον φό­βο του θα­νά­του, μή­πως αύ­ριο έρ­θει η δι­κή μας σει­ρά.

Πώς νι­κι­έ­ται ο θά­να­τος ά­ρα­γε; Ό­χι σί­γου­ρα με βε­βαι­ό­τη­τες. Ού­τως ή άλ­λως η χρι­στι­α­νι­κή μας πί­στη δεν μι­λά­ει για βε­βαι­ό­τη­τες. Στο σύμ­βο­λο της πί­στε­ως λέ­με "προσ­δο­κώ α­νά­στα­ση νε­κρών". Πώς την προσ­δο­κώ; Ό­ταν προ­σα­να­το­λί­ζω ό­λη μου την ζω­ή προς την α­λή­θεια. Ό­ταν θυ­μά­μαι ό­τι υ­πάρ­χει θά­να­τος και δεν τον α­πω­θώ. Δεν τον ξε­χνώ. Δεν κά­νω πως δεν υ­πάρ­χει. Ό­ταν θυ­μά­μαι κά­θε μέ­ρα ό­τι γύ­ρω μου υ­πάρ­χει τό­σο πο­λύ α­δι­κί­α, τό­σο πο­λύ πό­νος, τό­σο πο­λύ μο­να­ξιά σαν την μο­να­ξιά της αι­μορ­ρο­ού­σας. Τό­σοι άν­θρω­ποι στο πε­ρι­θώ­ριο της ζω­ής που συ­νή­θως εύ­κο­λα τους κα­τη­γο­ρώ. Αύ­ριο μπο­ρεί να εί­μαι στην θέ­ση τους, ά­νερ­γος, χω­ρίς χρή­μα­τα, χω­ρίς βο­ή­θεια. Αύ­ριο μπο­ρεί να '­χω κά­νει έ­να τε­ρά­στιο λά­θος και η κοι­νω­νί­α να με βά­λει στο πε­ρι­θώ­ριο. Αύ­ριο μπο­ρεί να σα­πί­ζει το κορ­μί μου κι ε­μέ­να α­πό μια αρ­ρώ­στια. Ποι­α εί­ναι η λύ­ση α­πέ­ναν­τι στον θά­να­το; Ό­χι σί­γου­ρα τα με­γά­λα λό­για.

Προσ­δο­κού­με α­νά­στα­ση νε­κρών, αλ­λά πάν­τα υ­πάρ­χει έ­νας τρό­πος. Έ­νας και μο­να­δι­κός γι’ αυ­τή την α­νά­στα­ση των νε­κρών. Πρώ­τ' α­π' ό­λα να θυ­μό­μα­στε ό­τι θα πε­θά­νου­με και να μην πα­ρι­στά­νου­με τους αι­ώ­νιους. Να έ­χου­με την ε­πί­γνω­ση ό­τι κά­θε μέ­ρα μας εί­ναι ση­μαν­τι­κή και α­νε­πα­νά­λη­πτη και δεν θα 'ρ­θει άλ­λη. Να την ζού­με αυ­τή την μέ­ρα με ευ­χα­ρι­στί­α. Να μην ξε­χνι­ό­μα­στε σαν τον ά­φρο­να πλού­σιο σκε­πτό­με­νοι ό­λη την ώ­ρα τις δι­κές μας α­πο­θή­κες, έ­στω κι αν εί­ναι μι­κρού­λες. Δεν μας σώ­ζει αυ­τό, εί­τε μι­κρές ή με­γά­λες οι α­πο­θή­κες, ό­ταν ξε­χνι­ό­μα­στε και πέ­φτει ο νους κι η ψυ­χή σε μια τεμ­πε­λιά, σε μια α­κη­δί­α πε­ρί­ερ­γη και χά­νε­ται ο χρό­νος και χα­νό­μα­στε κι ε­μείς μα­ζί. Αυ­τό δεν εί­ναι ζω­ή.

Ού­τε να μοι­ά­ζου­με σαν ε­κεί­νο τον άλ­λο πλού­σιο της πα­ρα­βο­λής, που οι Λά­ζα­ροι ή­ταν έ­ξω α­πό την πόρ­τα του, πει­νού­σαν, υ­πέ­φε­ραν, κι ε­κεί­νος κα­θό­ταν ι­κα­νο­ποι­η­μέ­νος μέ­σα με τα κα­λά του ρού­χα. Πολ­λές φο­ρές μοι­ά­ζου­με κι ε­μείς μ' αυ­τόν τον πλού­σιο. Και κά­ποι­οι ι­ε­ρείς με τα πο­λυ­τε­λή μας άμ­φια. Κι οι υ­πό­λοι­ποι με τα πο­λυ­τε­λή μας ρού­χα και σπί­τια και αυ­το­κί­νη­τα, που τώ­ρα φο­βό­μα­στε τό­σο πο­λύ ό­τι θα τα χά­σου­με. Κι ό­μως δεν σκε­φτό­μα­στε ό­τι υ­πάρ­χουν Λά­ζα­ροι, που κα­θώς ε­μείς θα χά­νου­με πα­ρα­πά­νω την βο­λή μας ε­κεί­νοι δεν θα '­χουν ού­τε έ­να πιά­το φα­ΐ να φά­νε.

Και πά­νω α­π' ό­λα μας φο­βί­ζει ο θά­να­τος. Ο θά­να­τος ο ο­ποί­ος βα­σα­νί­ζει την ψυ­χή και το μυα­λό κά­θε αν­θρώ­που. Λέ­νε οι ει­δι­κοί κι εί­ναι με­γά­λη γνώ­ση και της εκ­κλη­σί­ας αυ­τό, ό­τι δεν υ­πάρ­χει άν­θρω­πος στον κό­σμο α­πό την στιγ­μή που θα κα­τα­λά­βει τον ε­αυ­τό του μέ­χρι να φτά­σει στο τέ­λος της ζω­ής του που να μην φο­βά­ται τον θά­να­το έ­στω και α­συ­νεί­δη­τα. Έ­να σω­ρό πρά­ξεις, αν­τι­δρά­σεις προ­κύ­πτουν α­κρι­βώς α­πό έ­ναν φό­βο θα­νά­του που υ­πάρ­χει μέ­σα μας. Το άγ­χος που μας βα­σα­νί­ζει στην ου­σί­α εί­ναι βα­θύ­τε­ρα έ­να άγ­χος μην πά­θου­με κά­τι. Και σί­γου­ρα το άγ­χος για τον α­φα­νι­σμό μας. Ο φό­βος για το σκο­τά­δι που έ­χουν πολ­λοί α­πό ε­μάς κι έ­να σω­ρό φο­βί­ες, μι­κρό­τε­ρες ή με­γα­λύ­τε­ρες που πολ­λές τις κρύ­βου­με. Φό­βος θα­νά­του και α­νυ­παρ­ξί­ας εί­ναι.

            Και να που στε­κό­μα­στε ε­μείς σή­με­ρα ε­δώ και κά­θε φο­ρά και κά­θε μέ­ρα, στε­κό­μα­στε και α­να­ρω­τι­ό­μα­στε. Τι θα κά­νου­με; Θα πε­ρά­σει η ζω­ή μας με το να φω­νά­ζου­με για έ­να σω­ρό άλ­λα πράγ­μα­τα και ν' α­φή­νου­με το έ­να και ου­σι­α­στι­κό; Για να το θυ­μό­μα­στε και να πα­νι­κο­βαλ­λό­μα­στε ό­ταν φύ­γει κα΄ποι­ο κον­τι­νό μας πρό­σω­πο και να πλαν­τά­ζει η ψυ­χή μας στον πό­νο; Τι θα κά­νου­με για να νι­κή­σου­με αυ­τό τον θά­να­το που δεν νι­κι­έ­ται με τί­πο­τα; Για­τί ως έ­σχα­τος ε­χθρός, μας πε­ρι­μέ­νει να μας κερ­δί­σει ο θά­να­τος, αλ­λά δια της Α­να­στά­σε­ως του Ι­η­σού Χρι­στού ό­πως λέ­ει ο Α­πό­στο­λος Παύ­λος, θα κα­ταρ­γη­θεί και θα νι­κη­θεί. Ο πι­στεύ­ων σω­θή­σε­ται.

Οι αρ­χι­συ­νά­γω­γος και η αι­μορ­ρού­σα προ­σεγ­γί­ζουν τον Χρι­στό συν­τε­τριμ­μέ­νοι, τα­πει­νω­μέ­νοι. Ο έ­νας χά­νει το παι­δί του, η άλ­λη έ­χει χά­σει στην ου­σί­α την ζω­ή της. Και οι δυ­ο βρί­σκον­ται σε μί­α κα­τά­στα­ση ό­που ο άν­θρω­πος μπο­ρεί να τρελ­λα­θεί, να αλ­λο­φρο­νή­σει, αλ­λά ταυ­τό­χρο­να μπο­ρεί και να σω­θεί.

Η εμ­πει­ρί­α της εκ­κλη­σί­ας μας εί­ναι σα­φής. Εμ­πει­ρί­α μέ­σα α­π’ τις ζω­ές αν­θρώ­πων κι ό­χι α­πό λό­για. Μέ­σα στη κα­τά­στα­ση της τα­πεί­νω­σης (μα­κά­ρι να '­ναι και ε­κού­σια, συ­νή­θως α­κού­σια εί­ναι) ε­λευ­θε­ρώ­νε­ται ο άν­θρω­πος α­π' ό­λες την φί­λαυ­τία του. Α­π' ό­λα αυ­τά που τον κά­νου­νε να πα­ρι­στά­νει τά­χα ό­τι εί­ναι σπου­δαι­ό­τε­ρος α­πό τους άλ­λους, κα­λύ­τε­ρος, δι­α­φο­ρε­τι­κός. Α­πε­λευ­θε­ρώ­νε­ται α­πό τον φό­βο που μπο­ρεί να έ­χει για τους άλ­λους. Πό­σες φο­ρές δεν νι­ώ­σα­με σ' έ­να νο­σο­κο­μεί­ο κον­τά στους άλ­λους αν­θρπώ­πους, ε­νώ με­ρι­κές μέ­ρες πριν, προ­τού εκ­δη­λω­θεί η α­σθέ­νεια η δι­κή μας ή κά­ποι­ου δι­κού μας, τους φο­βό­μα­σταν κι­ό­λας, ή τους κοι­τού­σα­με κα­χύ­πο­πτα. Πό­σες φο­ρές μπρο­στά σ' έ­να νε­κρο­τα­φεί­ο δεν κοι­τά­ξα­με τους άλ­λους στα δι­πλα­νά μνή­μα­τα και νι­ώ­σα­με τό­σο πο­λύ αλ­λη­λέγ­γυ­οι μα­ζί τους, ε­νώ με­ρι­κές μέ­ρες πριν κλεί­να­με βι­α­στι­κά την πόρ­τα του α­σαν­σέρ ή του δι­α­με­ρί­σμα­τος ξέ­νοι κι α­δι­ά­φο­ροι;

Η ελ­πί­δα του αν­θρώ­που βρί­σκε­ται στην ε­λευ­θε­ρί­α του α­π' τον ε­γω­ι­σμό του. Η ελ­πί­δα του αν­θρώ­που βρί­σκε­ται στην α­νάγ­κη του να α­πε­λευ­θε­ρώ­σει μέ­σα του την πεί­να και την δί­ψα για το ε­πέ­κει­να, την υ­παρ­ξια­κή α­γω­νί­α και να μην την θά­βει μπρο­στά στα με­γά­λα ε­ρω­τή­μα­τα "ποι­ος εί­μαι, α­πό πού προ­έρ­χο­μαι, που θα πά­ω;"

Η ελ­πί­δα μας εί­ναι να θυ­μό­μα­στε κά­θε μέ­ρα τον θά­να­το για να ζού­με κά­θε μέ­ρα την ζω­ή. "Πάν­το­τε χαί­ρε­τε, εν παν­τί ευ­χα­ρι­στεί­τε" λέ­ει ο α­πό­στο­λος Παύ­λος προ­σα­να­το­λί­ζον­τας την ζω­ή σ' έ­ναν άλ­λο τρό­πο ύ­παρ­ξης. Θα πει κά­ποι­ος: "τι θα πει να ευ­χα­ρι­στώ, τι θα πει να χαί­ρο­μαι;" Το λέ­με συ­νε­χώς, θα το λέ­με α­στα­μά­τη­τα και στα χρό­νια τα δύ­σκο­λα που έρ­χον­ται σε κά­θε Θεί­α Λει­τουρ­γί­α. Θα πει να α­να­γνω­ρί­σω πως το με­γά­λο δώ­ρο που μου έ­δω­σε ο Θε­ός, την ζω­ή, πρέ­πει με έ­ναν τρό­πο να Του την αν­τι­προ­σφέ­ρω, να Του την γυ­ρί­σω πί­σω ως ευ­χα­ρι­στί­α. Πώς; Με το να χαί­ρο­μαι και να α­γα­πώ τον Κύ­ριο και τόν πλη­σί­ον κά­θε στιγ­μή.

Κά­θε στιγ­μή, κά­θε λε­πτό, κά­θε ώ­ρα, κά­θε μέ­ρα εί­ναι έ­να δώ­ρο του Θε­ού πο­λύ­τι­μο, που μας το έ­δω­σε ό­χι για να ο­νει­ρευ­ό­μα­στε πλού­τη, τα­ξί­δια, με­γα­λεί­α. Να το χαι­ρό­μα­στε με τους αν­θρώ­πους που α­γα­πά­με, με τον ε­αυ­τό μας. Και να κά­νου­με ό­λη αυ­τή την χα­ρά, προ­σφο­ρά και στους άλ­λους, ό­σο μπο­ρεί ο κα­θέ­νας. Πολ­λές φο­ρές α­πο­γο­η­τευ­ό­μα­στε και λέ­με «ή ό­λα ή τί­πο­τα». Δεν εί­ναι έ­τσι. Α­νοί­γο­μαι λί­γο, έρ­χε­ται η χά­ρις του Θε­ού και α­να­πλη­ρώ­νει. Δεν α­νοί­γο­μαι κα­θό­λου, κλεί­νο­μαι στον ε­αυ­τό μου, με τρώ­ει η κα­τά­θλι­ψη. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό ε­μάς εί­μα­στε κλει­σμέ­νοι στην κυ­ρι­ο­λε­ξί­α στα σπί­τια μας. Οι νε­ό­τε­ροι μ' έ­να μη­χά­νη­μα μπρο­στά τους, οι με­γα­λύ­τε­ροι με μια τη­λε­ό­ρα­ση μπρο­στά τους. Κι ο και­ρός περ­νά­ει και χά­νε­ται.

            Ο Χρι­στός λέ­ει στην αι­μορ­ρο­ού­σα "να έ­χεις θάρ­ρος, η πί­στη σου σε έ­σω­σε". Σ' ε­μάς λέ­ει, "η πί­στη σας θα σας σώ­σει. Πη­γαί­νε­τε στο κα­λό. Πο­ρευ­τεί­τε την ζω­ή σας δι­α­φο­ρε­τι­κά. Ό­σοι κα­τα­λά­βα­τε, ό­σοι εί­δα­τε την μα­ται­ό­τη­τα του δι­κού σας βί­ου αλ­λά αν­τι­λαμ­βά­νε­στε και την μα­ται­ό­τη­τα του βί­ου γύ­ρω, αλ­λοι­ω­θεί­τε, πο­ρευ­θεί­τε προς το α­γα­θό." Αυ­τή εί­ναι η δι­δα­σκα­λί­α της εκ­κλη­σί­ας μας. Δεν σώ­ζε­ται κα­νείς με α­φη­ρη­μέ­νες προ­σευ­χές. Δεν σώ­ζε­ται κα­νείς με ψευ­δαι­σθή­σεις. Ο Κύ­ριος μας κα­λεί σ' έ­να τρό­πο σκέ­ψης, σ' έ­να τρό­πο αν­τί­λη­ψης, σ' έ­να τρό­πο να ζού­με την κά­θε μέ­ρα. Ήρ­θε για να κά­νει την ζω­ή Του, ζω­ή μας. Ας μην την σπα­τα­λά­με. Εί­ναι τό­σο ση­μαν­τι­κή, εί­ναι τό­σο σπου­δαί­α, που κά­θε φο­ρά που το '­χου­με νι­ώ­σει Τον ευ­χα­ρι­στού­με πραγ­μα­τι­κά.

Να δί­νει ο Θε­ός να πο­ρευ­ό­μα­στε έ­τσι και τον υ­πό­λοι­πο βί­ο μας. Να δί­νει να α­πο­κτού­με αυ­τιά και μά­τια για να κα­τα­λα­βαί­νου­με τα λό­για της Γρα­φής. Για­τί ξέ­ρε­τε, πολ­λά μπο­ρεί να δι­α­ψεύ­στη­καν στα χρό­νια που πέ­ρα­σαν. Το κή­ρυγ­μα του Χρι­στού πα­ρα­μέ­νει πάν­τα μπρο­στά. Μας ε­λέγ­χει. Α­κό­μα κι ε­μάς τους αν­θρώ­πους της εκ­κλη­σί­ας. Και μας κα­λεί στην χα­ρά της βα­σι­λεί­ας Του. Ο έ­χων ώ­τα α­κού­ειν α­κου­έ­τω.