30/7/07

ΔΕΝ ΜΕ ΤΡΟΜΑΖΕΙ ΤΟΣΟ Η ΦΩΤΙΑ, ΟΣΟ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ...

Δεν με τρομάζει τόσο η φωτιά όσο ο άνθρωπος. Η κτηνωδία και η διαστροφή του κινούνται ανεξέλεγκτα και τίποτα δεν φαίνεται ικανό να μπορεί να σταματήσει την φρενήρη πορεία του στην αυτοκαταστροφή.

Πιο απογοητευτική όμως και απελπιστική είναι η διαπίστωση της αδυναμίας, ακόμα και τώρα, του ανθρώπου να κατανοήσει την αιτία της καταστροφής, η οποία κατά την ταπεινή μου γνώμη δεν είναι τεχνολογική ή πολιτισμική ούτε βέβαια πολιτική ή διαχειριστική, αλλά βαθύτατα ανθρωπολογική και θ ε ο λ ο γ ι κ ή!!

Ο άνθρωπος πλασμένος από τον Θεό για την ομορφιά και το κάλλος, δεν αντέχει την ομορφιά έχοντας επιλέξει την πιο φριχτή παραμόρφωση .... τον εγωισμό του!

Παραποιεί δαιμονικά ό,τι του έχει δωρηθεί από τον Θεό. Το καταχράται σαν αρπάχτης δυνάστης. Βλέπει όλη την κτίση σαν κάτι που μπορεί να αρπάξει και όχι να προσφέρει.

Αιτία είναι η βίαιη εκρίζωση των σχέσεών μας τόσο με την κτίση όσο και με τους συνανθρώπους μας από το Μυστήριο της παρουσίας του μανικά ερωτευμένου με εμάς Θεού και η ένταξή τους σε μια νέα αυθαίρετη προοπτική, χρησιμοθηρική, με βάση τη λατρεία ενός νέου Θεού, του «εγώ».

Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από mail που κυκλοφορεί στην blogόσφαιρα, σχετικά με την πυρκαγιά της Πάρνηθας και που δημοσίευσε, μάλιστα επαινώντας το, η κ. Μαριλή Μαργωμένου σε άρθρο της στην «Καθημερινή της Κυριακής», της 8.7.07, σ.36, με τον πιασάρικο τίτλο: «Αφήστε τα pc-ιά και ελάτε στα βουνά» : «Είμαι θυμωμένος. Πενθώ, όχι για τις επόμενες γενιές που θα ζήσουν στα πλημμυρισμένα βαλτοτόπια του Μοσχάτου, αλλά για τις χαμένες ανοιξιάτικες βόλτες μου, που θα έκαναν ανεκτή την μιζέρια του καθημερινού τσιμέντου. Μαζί μου πενθούν και οι φίλοι μου. Και είναι κι εκείνοι οργισμένοι. Και κάθε φορά που θα μιζεριάζουν στο τσιμεντένιο τους γραφείο, θα θυμώνουν ξανά, που δεν μπορούν να ξεφύγουν. Κι αυτό θα γίνεται κάθε Παρασκευή για το υπόλοιπο της ζωής του».

Ο θυμός και το πένθος του συντάκτη δεν είναι για τον βιασμό της ομορφιάς, για την απώλεια ενός κομματιού από την σάρκα μας, για την αδυναμία μας να συνοδοιπορήσουμε με το κοσμικό κάλλος και την συμπαντική ομορφιά αλλά για ..... «τις χαμένες ανοιξιάτικες βόλτες μου» !!!

Θυμώνω δηλαδή, γιατί ενοχλείται η ξεκούραση και η απόλαυσή μου. Η καταστροφή του περιβάλλοντος δεν θα με ενοχλούσε καθόλου, αν γινόταν να μην με άγγιζε, να μην μου χαλούσε το διάλειμμα και την ανάπαυλά μου από την μίζερη και ανέραστη καθημερινότητα, στην οποία ΕΓΩ έχω βουλιάξει τη ζωή μου.

Είναι σαν κι αυτό που καμιά φορά ασυναίσθητα εκστομίζουμε προς την αγαπημένη μας: «...μα αν πεθάνεις, εγώ τι θα κάνω...;». Νομίζοντάς το σαν έκφραση αγάπης ουσιαστικά ομολογούμε, ότι το «εγώ» μας είναι το πρόβλημα και όχι η απώλεια της ανεπανάληπτης ερώμενης προσωπικής παρουσίας.

Τα πάντα και οι πάντες κρίνονται μέσα από την χρησιμότητα και την ωφελιμότητά τους για την δική μας, την ατομική, εγωιστική και ακόρεστη ζωή και αυτό συνιστά την απώλεια της ομορφιάς τους, τον θάνατό τους !

Η λύση του προβλήματς νομίζω πως βρίσκεται στην επώδυνη μ ε τ ά ν ο ι α. Στο κατόρθωμα εκείνο που σε ωθεί να εξέρχεσαι του εαυτούλη σου και να αγαπάς για να αγαπάς. Να ερωτεύεσαι γιατί έτσι μόνο ζεις. Να προσλαμβάνεις δοξολογικά την κτίση και τον συνάνθρωπο και ως σχέση ευχαριστιακή να τα αναφέρεις προς τον Θεό.

Αυτή την αλήθεια νομίζω ότι μαρτυρά και η τετρωμένη αγάπης καρδιά του μέγιστου Ντοστογιέφσκι: «Πουλάκια του Θεού, χαρούμενα πουλάκια συγχωρέστε με και σεις γιατί κι απέναντί σας είμαι αμαρτωλός. Όλη η δόξα του Θεού είναι τριγύρω μου, τα πουλάκια, τα δένδρα, τα λιβάδια, οι ουρανοί. Μονάχα εγώ τα ατίμασα όλα και δεν μπόρεσα να δω την ομορφιά και την δόξα..... ο Λόγος είναι για όλους, όλη τη δημιουργία, όλα τα πλάσματα, κάθε φυλλαράκι στρέφεται προς τον Λόγο, υμνεί τον Κύριο, κλαίει στον Χριστό, εκτελώντας όλα αυτά με το μυστήριο της αναμάρτητης ύπαρξής του......Κοιτάχτε τριγύρω τα δώρα του Θεού: το φωτεινό ουρανό, τον καθαρό αέρα, το απαλό χορτάρι, τα πουλάκια, όλη την πανώρια και αθώα φύση και μονάχα εμείς είμαστε άθεοι κι ανόητοι και δεν καταλαβαίνουμε πως η ζωή είναι παράδεισος....»

π. Β. Χ.

26/7/07

ΑΓΑΠΑΤΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΑΚΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ...

Ἐν μέσῳ τῶν πυρκαγιῶν πού κατακαίουν τήν Εὐρώπη καί τῶν ἀκραίων καιρικῶν φαινομένων σ' ὅλο τόν κόσμο (γιά τά ὁποῖα ὅλοι εἴμαστε συνυπεύθυνοι, κι ὄχι μόνο οἱ ἰσχυροί τῆς γῆς), ἄς θυμηθοῦμε τά λόγια τοῦ ἁγίου τῶν Ρωσικῶν γραμμάτων (κάποτε κάποιοι τόν θεωροῦσαν μηδενιστή) , τόσο ἐπίκαιρα ὅσο ποτέ, ἀπό τό κορυφαῖο μυθιστόρημά του (ἕνα ἀπό τά σπουδαιότερα τῆς παγκόσμιας λογοτεχνίας) :


- Αγαπάτε αλλήλους», δίδασκε ο στάρετς. «Αγαπάτε τον κοσμάκη του Θεού. Δεν είμαστε δα αγιότεροι εμείς απ' αυτούς που ζουν μες στον κο­σμάκη, μα απεναντίας, ο καθένας που 'ρθε δω (αλλά και ο κάθε Χριστιανός), μ' αυτή και μόνο την πράξη του απόδειξε πως παραδέχεται τον εαυτό του χειρότερον από κάθε άλλον που έμεινε στον κόσμο... Κι όσο περισσότερο θα ζει μο­ναχός μες στο κελί του (όσο πιό πολύ θέλει κάποιος να ζήσει πνευματικά), τόσο πιο πολύ αισθητό και συνειδητό θα πρέ­πει να του γίνεται αυτό. Γιατί, αν αυτό δεν γίνει, τότε άδικα ήρθε δω πέρα (άδικα λέει πως είναι Χριστιανός).

Και μόνο τότε θα επιτευχθεί ο σκοπός της ένωσης μας, όταν όχι μονάχα παραδεχτεί πως είναι χειρότερος απ' όλους τους ανθρώπους, μα και πως είναι ένοχος μπροστά στους ανθρώπους για όλα όσα γίνονται, για όλες τις ανθρώπινες αμαρτίες, τις παγκόσμιες και τις ατομικές. Γιατί να ξέρετε, καλοί μου, πως ο καθένας από μας είναι αναμφισβήτητα ένοχος για όλους και για το κάθε τι πάνω στη γη, όχι μονάχα μέτοχος του γενικού παγκόσμιου αμαρτήμα­τος, μα και προσωπικά ένοχος για τις πράξεις όλων των ανθρώπων και του καθενός χωριστά που ζει σε τούτη τη γη. Γιατί αυτή η συ­νείδηση είναι το στεφάνωμα της ζωής του μοναχού (του Χριστιανού), μα και κάθε άλ­λου ανθρώπου.

Γιατί οι μοναχοί (οι Χριστιανοί), δεν είναι τίποτα διαφορετικοί άνθρωποι μα είναι εκείνο που θα 'πρεπε να 'ταν κι όλοι οι άλλοι επί της γης. Μονάχα τότε η καρδιά μας θα γίνει άξια να περικλείσει την ατέλειωτη, την οικουμενική, την άσβεστη αγάπη. Τότε ο κάθενας από σας θα μπορεί ν' αποχτίσει ολόκληρο τον κόσμο με την αγάπη του και να ξεπλύνει με τα δάκρυά του τ’ αμαρτήματα του κόσμου…»


Φ. Ντοστογιέφκυ «Αδελφοί Καραμαζόβ»

(απόσπασμα)


21/7/07

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ...


ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ. Παρ' ὅτι πέρασαν τόσα χρόνια. Παρ' ὅτι ἡ διχοτόμηση εἶναι πιά τετελεσμένο γεγονός (τό ἔγραψε καί ἡ κ. Ρεπούση !). Παρ' ὅτι μέ τό περίφημο σχέδιο Ἀνάν διάφοροι ἐδῶ κι ἐκεῖ προσπάθησαν νά βάλουν καί τήν ταφόπλακα στήν Κύπρο. Παρ' ὅτι πολλοί νεοέλληνες ἔχουν τήν νοοτροπία τοῦ τύπου : "τί μέ νοιάζει γιά τήν Κύπρο, τήν ἡσυχία μου νά' χω". Παρ' ὅτι οἱ Ἄγγλοι παραμένουν κράτος ἐν κράτει στό νησί. Παρ' ὅτι οἱ Ἀμερικανοσύμμαχοι ὑποστηρίζουν τούς ἀπέναντι. Παρ' ὅτι οἱ πολιτικάντηδές μας μέ τίς κουμπαριές καί τά τσιφτετέλια παραμένουν ἀπαθεῖς γιά τήν Κύπρο. Παρ' ὅτι ἡ ἐξωτερική μας πολιτική ἦταν καί εἶναι καρπαζοεισπρακτική...


ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ. Τόν Ἰωαννίδη καί τήν συμμορία του. Τά λάθη τοῦ Μακάριου (κάποτε πρέπει νά τά ποῦμε κι αὐτά). Τόν πολιτικό φανατισμό καί τόν διχασμό πού ἔδωσε τήν εὐκαιρία γιά εἰσβολή. Τήν κτηνώδη βία τῶν Τούρκων. Τούς 1619 ἀγνοούμενους.
( ριθμός τν γνοουμένων χει μειωθε στούς 1588 μετά τήν νεύρεση λειψάνων. 613 γνοούμενοι εναι πολίτες, 116 γυναίκες. 484 γνοούμενοι πηρετούσαν στήν θνική Φρουρά, - κληρωτοί καί μόνιμοι, και 514 ταν φεδροι πού πιστρατεύθηκαν κενες τίς μέρες). Τήν ἠρωϊκή ἀντίσταση καί τά παλληκάρια, Ἑλλαδῖτες καί Ἐλληνοκύπριους πού ἔπεσαν στήν μάχη, 6.000 συνολικά. Τούς βετεράνους πολεμιστές πού ἀκόμα βασανίζονται ψυχολογικά.


ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ. Ὅτι ὁ φάκελος τῆς Κύπρου δέν ἔχει ἀνοίξει ἀκόμα. Ὅτι ἡ δημοκρατία στήν Ἑλλάδα, δόθηκε σάν ἀντάλλαγμα τῆς μισῆς Κύπρου. Ὅτι οἱ Ἀμερικανοί καί βέβαια οἱ Ἄγγλοι, ὑποστήριξαν τά συμφέροντα τῆς Τουρκίας. Ὅτι οἱ πολιτικοί μας τόσα χρόνια δέν τολμοῦν νά βγοῦν καί νά μᾶς ποῦν τήν ἀλήθεια. Ὅτι εἴχαμε 200,000 πρόσφυγες. Ὅτι τό 37 % τοῦ νησιοῦ εἶναι ὑπό κατοχή...


ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ. Ὅτι ἄμα ἄναφέρομαι στό θέμα αὐτό μέ χαρακτηρίζουν ἐθνικιστή, φασίστα ἤ ὀπαδό συγκεκριμένου κόμματος. Ὅτι δέν μοῦ ἀναγνωρίζουν τό δικαίωμα νά ἀγαπῶ τόν τόπο μου, πέρα ἀπό φανατισμούς καί κομματισμούς. Ὅτι ἡ λήθη εἶναι τό μεγαλύτερο ἁμάρτημα γιά τούς πατέρες τῆς Ἑκκλησίας, κι ὅτι ἄμα ξεχνᾶς κάτι συνήθως τό ξαναπαθαίνεις...

Ἕνας ἀνένταχτος Κύπριος...

Γιά ὑλικό καί ντοκουμέντα ἀπό τήν είσβολή: http://www.agrino.org/greeklibrary/projects/cyprus1974/index.htm

Ἐδῶ ἡ διήγηση ἑνός στρατιώτη τῆς ΕΛΔΥΚ:
http://users.hol.gr/~zeritis/kypros74.htm

17/7/07

ΕΑΝ ΑΓΑΠΩΜΕΝ ΑΛΛΗΛΟΥΣ...


Ἐάν ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, ὁ Θεός ἐν ἡμῖν μένει καί ἡ ἀγάπη αὐτοῦ τετελειωμένη ἐστίν ἐν ἡμῖν (Ἰωαν. Α΄ ἐπιστ. 4, 12).

γάπη φέρει τόν Θεό μέσα στήν ψυχή, στε πάντα ζεῖ ἐν Αὐτῷ καί μ' αὐτόν τόν τρόπο βλέπει τόν Θεό, πού κατά τά ἄλλα εἶναι ἀόρατος. Ὁ Θεός διά τῆς ἀγάπης ἔγινε ἄνθρωπος, ἐνσαρκώθηκε. Ἔτσι καί ὁ ἄνθρωπος διά τῆς ἀγάπης θεοῦται, θεοποιεῖται, γίνεται «θεός κατά χάριν». Ὁ ἀόρα­τος Θεός διά τῆς ἀγάπης γίνεται ἁπτός, ὁρατός. Ἐπειδή ἡ θεϊκή ἀγάπη εἶναι σαρκοποιητικη δύνα­μη μεταφέρει καί ἐνσαρκώνει τόν ἀγαπῶντα μέσα στόν ἀγαπώμενο. Οἱ ζωές τους ἐνώνονται σέ μία ζωή, οἱ ψυχές τους σέ μία ψυχή, οἱ καρδιές τους σέ μία καρδιά. Καί ἐκεῖνοι αἰσθάνονται τόν ἐαυτό τους ὡς ἕνα, ἄν καί παραμένουν δύο ξεχωριστά πρόσωπα. Αὐτό ἰσχύει γιά ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκληοίας. Μέ τήν ἀλληλοαγάπη ζοῦν ὁ ἕνας στόν ἄλλον, ὁ ἕνας σέ ὅλους καί ὅλοι σέ ἕναν κατά τόν ἴδιο τρό­πο σκέπτονται, αἰσθάνονται καί πράττουν συλλογικά, «σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις»(Ἐφ γ΄18). Εἶναι ἐκεῖνο πού εἰπώθηκε στίς Πράξεις: « Τοῦ δέ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καί ἡ ψυχή μία... ἀλλ’ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά».

Βιώνοντας τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἄνθρωπος ἐγκαθιστᾶ τόν Θεό στήν ψυχή του, ζεῖ μ' Αὐτόν, σκέπτεται μ' Αὐτόν, αἰσθά­νεται μ' Αὐτόν, πράττει μ' Αὐτόν μέ μία λέξη: «ὁ Θεός ἐν αὐτῷ μένει». Ὡς ἐκ τούτου ὁ Θεός γι' αὐτόν εἶναι τό πιό ἄμεσο βίωμα, ἡ πιο ἄμεση πραγματικότητα, ἡ πιό ὀφθαλμοφανῆς δοκιμή, ἡ πιό ἔμπρακτη ἐμπειρία. Καί ὅταν ὁ Θεός μένει στόν ἄνθρωπο τελειοποιεῖ καί τήν ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου. Ἐπειδή ἐξ Αὐτοῦ βαθμιαία ξεχύνεται στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἡ θεϊκή ἀγάπη, αὐξάνε­ται σέ ὁλο καί πιό τέλεια ἀγάπη μέσω τῶν ὑπολοί­πων ἁγίων ἀρετῶν, ἔως τελικά νά «ἀγαποποιήσει» ὅλο τό «εἶναι» του. Κι ἐκεῖνο τότε δέν γνωρίζει ὅριο στήν ἀγάπη, ἐπειδή «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν », γι' αὐτό ἡ θεϊκή ἀγάπη καί δέν ἔχει ὅρια.

π. Ἰουστῖνος Πόποβιτς, Ἐρμηνεῖα ἐπιστολῶν Ἁγ. Ἰωάννου Θεολόγου, ἐκδ. Ἐν πλῷ.

7/7/07

ΠΑΡΝΗΘΑ, ΘΕΣΗ ΜΟΛΑ...

Εἴχαμε πάει τήν ἄνοιξη, ὅπως κι ἄλλες φορές, παρέα ἀπό τούς Ταξιάρχες. Πάρνηθα, θέση Μόλα. Παντοῦ ἔλατα καί γρασίδι φυσικό. Τά παιδιά ἔπαιζαν καί οἱ μεγάλοι βόλταραν, τραγουδοῦσαν, ἀπολάμβάναν τόν ἥλιο. Οἱ κοπέλες εἶχαν μαγειρέψει καί φάγαμε στούς πάγκους πού ἦταν διάσπαρτοι στήν περιοχή. Τό γιόμα κάναμε ἀπόδειπνο σ' ἕνα μικρό ἐκκλησιδάκι.

Δέν θά ξαναπᾶμε, δέν μποροῦμε νά ξαναπᾶμε, γιατί ἡ θέση Μόλα, στήν Πάρνηθα δέν ὑπάρχει πιά ὅπως τήν ξέραμε. Ὅλα εἶναι καμμένα καί κατάμαυρα. Μαζί μέ πολλά ἀπό τά 23 εἴδη πτηνῶν, τά 17 εἴδη θηλαστικῶν καί τά 13 εἴδη ἐρπετῶν πού ζοῦν προστατευόμενα στήν Πάρνηθα...

Ἡ πίστη μας στόν Χριστό δέν μᾶς ἀφήνει νά ψυχοπλακωθούμε. Ὅμως θλιβόμαστε γιά ὅλη αὐτή τήν καταστροφή τοῦ περιβάλλοντος, γιά τά ζῶα καί τά φυτά πού χάθηκαν, γιά τήν πόλη μας πού θά'ναι πιό φτωχή καί προβληματική άπό δῶ καί πέρα. Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν...

6/7/07

Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ...

«Ἡ άγάπη τοῦ Θεοῦ» ζεῖ στόν ἄνθρωπο καί δρᾶ μέσα του καί γύρω ἀπ' αὐτόν διά τῶν ὑπολοί­πων θεϊκών ἀρετῶν καί τῶν Ἁγίων δυνάμεων. Μέσα ἀπ' αὐτές ἐμφανίζεται, πραγματώνεται, συγκεκριμενοποιεῖται· εἶναι τά ἔργα της, οἱ μαρτυ­ρίες της, ἡ ἀληθινότητά της. Ὡς προός αὐτήν τήν θεανθρώπινη δραστηριότητά της καί ἀληθινότητά της ἐκείνη διακρίνεται ἀπό τίς ὑπόλοιπες ἐπονομαζό­μενες ἀγάπες, ψευδοαγάπες: τίς ἀφηρημένες, τίς πρόσκαιρες, τίς φαντασμένες, τίς οὐμανιστικές, τίς ἀνθρωποειδεῖς. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἀληθινή, ὅταν πράττει γιά τούς ἀδελφούς ὅλα τά εὐαγγελικά ἔργα: τήν δικαιοσύνη, τήν ἐλεημοσύνη, την προ­σευχή κλπ. Αὐτά εἶναι τά χνάρια της, τά σημάδια τῆς ἰδιαιτερότητάς της, ἡ ζωή της.

Γι' αὐτό ὁ ἅγιος Θεολόγος εὐαγγελίζεται: Τεκνία μου, μή γαπμεν λόγ μηδέ τ γλώσση, λλ' ν ργ καί ληθεί.. και εν τούτω γινώσκομεν ὅτι ἐκ τῆς ἀληθείας ἐσμέν, καί ἔμπροσθεν αὐτοῦ πείσομεν τάς καρδίας ἡμῶν. (Ἰωαν. ἐπιστ. Α΄, 3,18-19)

Ἡ Θεία Ἀλήθεια εἶναι ψυχή τῆς Θείας ἀγάπης· καί σ' αὐτήν ὑπάρχουν ὅλες οἱ θεῖες τελειότητες. Αὐτό εἶναι ἐκεῖνο πού πράγματι παρηγορεῖ τήν ἀνθρώπινη καρδιά, πού ἀγαπᾶ καί θυσιάζεται γιά τούς ἀδελφούς. Ἐπειδή ὅλες αὐτές οἱ θεϊκές τελειότητες μέσα ἀπό τίς θεϊκές δυνάμεις ἀναπτύσσουν, πλουτίζουν, ἀπεγκλωβίζουν τήν ἀνθρώπινη αἴσθηση τῆς προσωπικῆς ἀθανασίας καί τῆς αἰώνιας ζωῆς καθώς καί τήν αἴσθηση τῆς ἀθα­νασίας καί τῆς αἰώνιας ζωῆς τῶν ἀδελφῶν.

π. Ἰουστῖνος Πόποβιτς ( 1894-1979), Ἐρμηνεῖα ἐπιστολῶν Ἁγ. Ἰωάννου Θεολόγου, ἐκδ. Ἐν πλῷ.

3/7/07

ΑΝΤΙΣΤΑΘΕΙΤΕ ... ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ !

Καθώς η εικόνα κυριαρχεί όλο και περισσότερο στην ζωή μας, καθώς η αποβλάκωση της τηλεόρασης και η διάχυση των χολλυγουντανών ταινιών, των ηλεκτρονικών παιχνιδιών και της άσκοπης παραμονής στο διαδίκτυο κουρσεύουν όλο και περισσότερο το μυαλό μας, λιγοστεύουν οι βιβλιόφιλοι και οι πραγματικοί αναγνώστες. Το μυαλό και η ψυχή μας γίνονται φτωχότερα. Αγαπητοί αναγνώστες, αντισταθείτε! Διαβάστε, διαβάστε, διαβάστε!
Ιδού ένα ωραίο κείμενο (απόσπασμα) με τίτλο "Η τέχνη της ανάγνωσης", από τη συλλογή δοκιμίων του Σωτήρη Τριβιζά, «Το Πνεύμα του Λόγου», εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2000.

O αναγνώστης διαλέγει ο ίδιος τα βιβλία του... Το βιβλιοπωλείο είναι ο φυ­σικός του χώρος, το δεύτερο σπίτι του. Όταν κάποιο βι­βλίο τραβήξει την προσοχή του, το κα­τεβάζει απ' το ράφι και το ξεφυλλίζει με ανυπόμονα χέρια. Διαβάζει το οπι­σθόφυλλο, το βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα, κάποιες τυχαίες περικο­πές. O αναγνώστης προσέχει ακόμα τα τυπογραφικά στοιχεία, την εικόνα καί το στήσιμο του εξωφύλλου, την ποιό­τητα του χαρτιού. Μερικοί αναγνώ­στες συνηθίζουν να βυθίζουν τη μύτη τους μέσα στίς σελίδες ενός βιβλίου καί ν' απολαμβάνουν το άρωμα της τυπω­μένης μελάνης. Μολονότι αυτό γίνεται συνήθως στα κρυφά, πρέπει να σημει­ώσουμε ότι αποτελεί μία καθ' όλα νό­μιμη πράξη. Το βιβλίο απευθύνεται σε όλες τις αισθήσεις μας, κι αυτό είναι κάτι πού το ξέρει καλά ο αναγνώστης.

Γι' αυτό ο αναγνώ­στης διαβάζει κατά μόνος στο ήσυχο περιβάλλον του σπιτιού του... O αναγνώστης διαβάζει αργά, προ­σπαθώντας να εναρμονίσει τον ρυθμό της ανάγνωσης με τους εσωτερικούς ρυθμούς της αφήγησης. Πολλές φορές απολαμβάνει δύο καί τρεις φορές την ανάγνωση κάποιας σελίδας ή αφήνεται σε μια μυστική ονειροπόληση, η οποία αποτελεί μέρος της σχέσης πού ανα­πτύσσεται μεταξύ εκείνου καί του συγ­γραφέα. O αναγνώστης έχει την ικα­νότητα να διαβάζει ακόμα καί ανάμεσα στίς γραμμές, γιατί ξέρει ότι αυτές οι μικρές σιωπές πού δημιουργούνται στα κενά της αφήγησης είναι αποκλειστικά δικός του χώρος: χώρος για να συλλογι­στεί, για να δημιουργήσει, για να ονει­ρευτεί...

O αναγνώστης ξέρει πώς ένα καλό βιβλίο πρέπει να διαβάζεται απνευστί, μέσα σε μια ιδιαίτερη κατάσταση πού λίγο απέχει από τον πυρετό ή τη μέθη. Εάν κάποιο βιβλίο, λόγω μεγέθους, δεν είναι δυνατόν να ολοκληρωθεί σε μία καί μόνη ανάγνωση, τότε ο αναγνώστης κατατρύχεται από μια παράξενη έξαψη, είναι απρόσεχτος στις καθημερινές ασ­χολίες του καί καταδιώκεται από την εμμονή ιδέα του βιβλίου. Με σπουδή βιάζεται ν' απαλλαγεί από τίς βιοτικές του μέριμνες καί να εξοικονομήσει τον απαραίτητο χρόνο για να ολοκληρώσει την ανάγνωση. Αρκετοί αναγνώστες προτιμούν να θυσιάσουν τον ύπνο τους προκειμένου να τελειώσουν την ανά­γνωση ενός συγκεκριμένου βιβλίου...

O αναγνώστης αγαπά καί φροντί­ζει τα βιβλία του. Διαβάζει προσεκτικά, αποφεύγοντας να διπλώσει τη ράχη τους ή να τσακίσει τίς σελίδες τους καί συχνά αντιστέκεται στον πειρασμό να υπογραμμίσει κάποια αποσπάσματα πού του προκαλούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ωστόσο, η βιβλιοθήκη του δεν αποτελεί μέρος της τυπικής επίπλωσης του σπιτιού. Είναι ένας ζωντανός χώρος, όπου συχνά συμβαίνει να βασιλεύει το χάος.

Ή ανάγνωση είναι μια τέχνη της απόλαυσης καί ως τέχνη ασκείται από τους μυημένους. Αυτοί, οι αληθινοί α­ναγνώστες, είναι οι τελευταίοι μιας φυλής πού σήμερα απειλείται με ε­ξαφάνιση. Γιατί ποιος είναι πρό­θυμος στίς μέρες μας να εντρυ­φήσει στα μυστικά μιας σχεδόν λησμονημένης τέχνης;