29/2/08

29 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ - ΓΕΝΝΗΣΗ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ

Ο Γιώργος Σεφέρης (πραγματικό όνομα Γιώργος Σεφεριάδης) γεννήθηκε στις 29 Φεβρουαρίου του 1900 στην Σμύρνη της Μικράς Ασίας. Γιος του Στυλιανού Σεφεριάδη, διακεκριμένου ακαδημαϊκού και καθηγητή του Διεθνούς Δικαίου στη Νομική Σχολή, συγγραφέα και διπλωμάτη ο οποίος μετέδωσε την αγάπη του για τη λογοτεχνία και στα τρία του παιδιά, Γιώργο, 'Αγγελο και Ιωάννα (μετέπειτα σύζυγο του Κωνσταντίνου Τσάτσου).

Το 1914, με την αρχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η οικογένεια Σεφεριάδη μετακομίζει στην Αθήνα, όπου ο Σεφέρης τελειώνει το γυμνάσιο το 1917. Κατόπιν θα μεταβεί στο Παρίσι όπου και θα σπουδάσει Νομικά ως το 1924. Ήδη από το 1918 θα εκδηλωθεί η αγάπη του για την ποίηση και θα αρχίσει να γράφει στίχους.

Στα χρόνια των σπουδών του στο εξωτερικό, έχει την ευκαιρία να έρθει σε άμεση επαφή με τα λογοτεχνικά ρεύματα της εποχής. Στο Παρίσι θα τον βρει και η Μικρασιατική Καταστροφή, η οποία θα τον επηρεάσει βαθύτατα και θα παραμείνει χαραγμένη στη μνήμη του:

...Γιατί να μην ήταν βολετό να είχα ξεκληριστεί κι’ εγώ, μαζί με τ’ άλλα τα παιδιά που ξεκληριστήκανε πέρα στους κάμπους της ντροπής, από βλακείες ηλιθίων εγωϊστών... όλοι μας είμαστε με δάκρυα στα μάτια, μα είναι δυνατόν να ξαναπέσει η Σμύρνη στα χέρια του Τούρκου, το χωράει το κεφάλι ανθρώπου· τώρα που σου γράφω το μισοφέγγαρο ίσως στο κονάκι, και ο ήλιος βασιλεύει ήσυχος σαν και πάντα... Είμαι δυστυχισμένος αδερφή μου...’

Το 1926 ο Γιώργος Σεφέρης θα αρχίσει την διπλωματική του σταδιοδρομία, ως ακόλουθος στο Υπουργείο Εξωτερικών. Μέχρι το 1962 που συνταξιοδοτήθηκε υπηρέτησε στο διπλωματικό σώμα και εργάστηκε ως ακόλουθος της Ελληνικής Κυβέρνησης, πρόξενος, πρέσβης, σύμβουλος πρεσβειών, διευθυντής τύπου, κ.λ.π. Το 1963 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Αφότου αποσύρεθηκε, αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στο λογοτεχνικό του έργο, μέχρι το θάνατό του, το 1971. Το 1969 κυκλοφορεί στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό η "διακήρυξή " του εναντίον της δικτατορίας.

Η ποίηση και το συνολικό πνευματικό έργο του Γιώργου Σεφέρη γνώρισε πολλές και διεθνείς διακρίσεις. Τιμήθηκε με το «Έπαθλο Παλαμά» (1946) και αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Cambridge (1960). Ακολούθησε το βραβείο Foyle στο Λονδίνο (1961) και το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1963. Επίσης αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (1964), στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης (1964) και στο Πανεπιστήμιο Princeton (1965). Εκλέχτηκε επίτιμο μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών (1966) και μέλος του Institute of Advanced Studies του Princeton (1968).

Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥ


«Παλιέ μου φίλε τι γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ' τον τόπο το δικό σου».

«Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μου έρχουνται ως τη μέση
κι' οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι' όμως σαν είμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κατω από τους μεγάλους ίσκιους
κι' έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος».

«Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά - σιγά θα συνηθίσεις·
θ' ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ' το θόλο των πλατάνων
σιγά - σιγά θα 'ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι' οι πλαγιές σου».


«Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ' αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ' τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπώ σ' αυτή τη στάνη;
οι στέγες μου έρχονται ως τους ώμους
κι' όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους».

«Παλιέ μου φίλε δε μ' ακούς;
σιγά -σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι' αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι' οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν».

«Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τι μου λες
όσο μιλάς τ' ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεται στο χώμα».

«Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σου έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ' τη γης κι' απ' τους ανθρώπους».

«Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι' ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα».


Αναδημοσίευση (δείτε περισσότερα) από το: http://www.mmb.org.gr/page/default.asp?id=1090&la=1

25/2/08

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Σε παλιότερες εποχές, όταν οι Χριστιανοί βρίσκονταν πλησιέστερα στη φοβερή και συνταρακτική εμπειρία της μεταστροφής τους, μιλούσαν για το θάνατο ως μια γέννηση στην αιώνια ζωή. Δεν τον αντιλαμβάνονταν ως τέλος, ως μια έσχατη ήττα, αλλά ως μια αρχή. Θεωρούσαν τη ζωή ως άνοδο προς την αιωνιότητα και το θάνατο ως την πύλη που ανοίγει και μας αφήνει να εισέλθουμε σ' αυτήν. Αυτό μάλιστα εξηγεί και το γιατί, τόσο συχνά, οι πρώτοι Χριστιανοί συνήθιζαν να υπενθυμίζουν ο ένας στον άλλο το θάνατο με φράσεις όπως «έχε μνήμη θανάτου», ενώ στις ευχές που μας άφησε ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ως πολύτιμη κληρονομιά υπάρχει μια αίτηση, με την οποία ζητούμε από τον Θεό να μας δώσει «μνήμη θανάτου».
Όταν αναφέρονται αυτές οι λέξεις στον σύγχρονο άνθρωπο, η αντίδρασή του είναι συνήθως η απόρριψη και η αποστροφή. Μήπως σημαίνουν αυτές οι λέξεις ότι θα πρέπει να θυμόμαστε πως ο θάνατος είναι σαν τη Δαμόκλειο σπάθη, που κρέμεται από μια τρίχα πάνω από τα κεφάλια μας και πως, ανά πάσα στιγμή, μπορεί το συμπόσιο της ζωής να τερματιστεί τραγικά; Σημαίνουν μήπως πως oποτεδήποτε βρούμε μια χαρά, θα πρέπει αμέσως να συνειδητοποιούμε ότι αυτή θα έχει ένα τέλος; Πρέπει μήπως να επιθυμούμε να συσκοτίζεται το φως κάθε μέρας με το φόβο ενός επικείμενου θανάτου;

Όχι, δεν αισθάνονταν έτσι οι πρώτοι Χριστιανοί. Aυτό που αισθάνονταν είναι ότι ο θάνατος αποτελεί μια αποφασιστική στιγμή, όταν όσα μπορούμε να κάνουμε πάνω στη γη φθάνουν σ'ένα τέλος.

Πρέπει λοιπόν να βιαστούμε να επιτύχουμε πάνω στη γη όσα μπορούμε να επιτύχουμε. Η μνήμη του θανάτου αποτελεί, κατά έναν παράδοξο τρόπο, ένα σκοπό για να επιτύχουμε στη ζωή, για να γίνουμε το αληθινό πρόσωπο που κληθήκαμε από τον Θεό να γίνουμε, για να πλησιάσουμε όσο περισσότερο μπορούμε αυτό που ο απόστολος Παύλος αποκαλεί «μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού», για να γίνουμε όσο το δυνατόν καλύτερα μια απαραμόρφωτη εικόνα του Θεού.

Αντώνιος (Μπλουμ)
Μητροπολίτης Σουρόζ ( † 2003 )


ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΘΩΝΙΤΟΥ

Αγίου Νικολάου Βελιμήροβιτς

Στά γραπτά του ο π. Σιλουανός περιγράφει πώς αυτός ο πόλεμος τον έφερε στην απόγνωσι καί σχεδόν μέχρι την αυτοκτονία Η Πανα­γία Θεοτόκος φανερώθηκε σ' αυτόν όταν περνούσε τον δυσκολώτερο πόλεμο κατά των παθών καί τον απεκάθηρε από τις ακαθαρσίες, τις σαρκικές επιθυμίες καί τους λογισμούς. Ό Χριστός φανερώθηκε σ' αυ­τόν καί τον ενδυνάμωσε, ώστε να νικήση καί να βασιλεύση επάνω στους γήινους λογισμούς καί τα πονηρά πνεύματα. Καί έτσι αφού πέρα­σε ένα τέταρτο αιώνος με δυνατό καί κοπιαστικό πόλεμο, έφθασε στην νίκη. Ενώ μέχρι τότε αναζητούσε τον Θεό, έφθασε στην θεογνωσία, καί από μαθητής, έγινε διδάσκαλος.

Ό Γέροντας Σιλουανός ήταν καί δικός μου διδάσκαλος. Μία φορά τον ρώτησα: «Πάτερ Σιλουανέ, μήπως αυτός ο πολύς κόσμος φέρνει τα­ραχή στον νου σας καί στην προσευχή σας; Δεν θα ήταν καλλίτερα για σας να πάτε σ' ένα ασκητήριο στα Καρούλια καί εκεί να ζήτε μέσα στην ειρήνη, όπως ο π. Θεοδόσιος, ο π. 'Αρτέμιος, ο π. Δωρόθεος καί ο π. Καλλίνικος; Είτε να ζήτε σ' ένα απομονωμένο σπήλαιο, όπως ο π. Γοργόνιος;» «Εγώ ζω στο σπήλαιο», μου απήντησε ο π. Σιλουανός. «Το σώμα μου είναι το σπήλαιο της ψυχής μου. Καί η ψυχή μου είναι σπή­λαιο του Αγίου Πνεύματος. Καί εγώ αγαπώ τον λαό του Θεού καί τον διακονώ, χωρίς να βγαίνω από το σπήλαιο μου».

Παρά την προθυμία του να διακονεί τον κάθε ένα καί την θαυμαστή μετριοφροσύνη καί πρόθυμη φιλοστοργία του, μιλούσε για τον Θεό με εξαίρετο ενθουσιασμό καί με την παρρησία πού θα μιλούσε κάποιος για έναν φίλο του: «Εγώ γνωρίζω τον Θεό. Αυτός είναι φιλόστοργος, αγαθός, ταχύς εις βοήθειαν». Όταν τα έλεγε αυτά ο Γέροντας, κάποιος μο­ναχός, ο π. Θεοφάνης, τα άκουγε με φόβο καί σκεπτόταν ότι ο Σιλουανός έχει χάσει τον φόβο του Θεού. Αργότερα όμως, όταν διάβασε τα συγγράμματα του π. Σιλουανοΰ, ο π. Θεοφάνης άλλαξε γνώμη καί είπε: «ο π. Σιλουανός προχώρησε καί έφθασε στα μέτρα των Πατέρων της Εκκλησίας».

Εγώ νομίζω ότι τα κείμενα του πατρός Σιλουανού θα έπρεπε να πά­ρουν θέση ανάμεσα στα βιβλία της ψυχολογίας. Αν καί για κανένα άλλο λόγο, τουλάχιστον για να επιβεβαιώσουν ότι (ο συγγραφέας τους) ήταν ένας πνευματικός πολεμιστής του 20ου αιώνος καί για να ε­πικυρώσουν όσα εδίδαξαν καί έγραψαν δοξασμένοι Πατέρες της Εκ­κλησίας.

Υπάρχει καί κάτι καινούργιο ανάμεσα στίς διδαχές του πατρός Σιλουανού: «Κράτα τον νου σου στον Άδη καί μη απελπίζεσαι». Εκφρά­ζει (με τον λόγο αυτό) μία παρότρυνσι καί υπόμνησι κατά της μελαγχο­λίας καί της ακηδίας. Εγώ προσωπικά ποτέ δεν άκουσα τέτοια λόγια.

Σπουδαία είναι καί η άλλη έκφρασις: «η αγάπη είναι ανώτερη από την γνώσι (γνωσιολογία)». Αυτή ήταν η καθημερινή καί θεμελιώδης διδα­σκαλία του αγίου Σιλουανού.

Με την αγάπη του, πού συνοδευόταν από την μετά δακρύων προ­σευχή του, συγχωρούσε τίς αμαρτίες των αμαρτωλών, στήριζε τους αδυ­νάτους, διόρθωνε αυτούς πού έκαναν πονηρά έργα, θεράπευε τους αρ­ρώστους, ειρήνευε τους ανέμους. Στό μοναστήρι έκανε κοπιαστική ερ­γασία. Είχε την αποθήκη με τα βαριά αντικείμενα. Κάποτε του είπα ότι οι Ρώσοι μοναχοί βρίσκονταν σε μεγάλη ταρα­χή, λόγω της τυραννίας των μπολσεβίκων στην Ρωσική Εκκλησία του Θεού. Τότε αυτός απήντησε: «Καί εγώ στην αρχή είχα ταραχή γι' αυτό το θέμα. Μετά όμως από πολλή προσευχή μου ήλθαν οι εξής λογισμοί: "Ο Κύριος αγαπά ανέκφραστα όλους". Εκείνος γνωρίζει τα σχέδια ό­λων καί τον καιρό του καθενός. Ό Κύριος επέτρεψε τον διωγμό στον Ρωσικό λαό για κάποιο μελλοντικό καλό. Εγώ δεν μπορώ να το κατα­λάβω ούτε να το σταματήσω. Μου μένει μόνο η προσευχή και η αγάπη. Αυτά λέγω εγώ στους αδελφούς πού έχουν ταραχή: "Εσείς μπορείτε να βοηθήσετε την Ρωσία μόνο με την προσευχή καί την αγάπη. Ό θυμός και οι κραυγές εναντίον των άθεων δεν διορθώνουν τα πράγματα"».


Μετάφραση: Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου

22/2/08

ΤΙ ΕΙΠΑΜΕ ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟ

Πολλοί θά μιλοῦσαν γιά τήν δύναμη τοῦ διαδικτύου, κι ἄλλο γιά τά ὀφέλη του. Μᾶς κάνει ἐντύπωση πάντως πώς ἕνα μικρό post πού γράφτηκε ἀπό καρδίας, εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά δεχτοῦμε πολλά τηλεφωνήματα ἀπό δημοσιογράφους καί νά μεταδοθεῖ ἡ εἴδηση τῆς παρουσίας τοῦ Ἀρχιεπισκόπου σέ ἔντυπα καί ραδιόφωνα. Δέν θελήσαμε νά ποῦμε πολλά, ἀφοῦ ὅμως τό γεγονός διαδόθηκε ( τά ΝΕΑ ἔκαναν καί ρεπορτάζ), ἄς ποῦμε δυό συμπληρωματικά λόγια.

Μᾶς ἔκανε ἐντύπωση τό ἦθος καί τό ὕφος τῶν ἀπαντήσεων τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Δέν προσπαθοῦσε νά ἐντυπωσιάσει, ἀλλά νά προβληματίσει. Τά λόγια του δέν ἦταν «πιασάρικα», ἀλλά ἀπόσταγμα σοφίας καί ὡριμότητας.

Τά παιδιά τῆς παρέας τοῦ Ἁγ. Δημητρίου Λουμπαρδιάρη κατέγραψαν στην ιστοσελίδα τους, μέρος τῆς κουβέντας πού εἴχαμε μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπο, τό βράδυ πού πήγαμε νά μιλήσουμε ἐκεῖ (μαζί μέ ἀρκετούς νέους ἀπό τόν Ναό τῶν Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν Μοσχάτου).

Διαβάστε τί περίπου εἰπώθηκε στό ΑΡΧΑΓΓΕΛΩΝ ΚΕΙΜΕΝΑ http://taxiarhes.blogspot.com/


π.Χριστόδουλος Μ.

20/2/08

ΜΙΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ !

Καλεσμένος νά μιλήσω σέ σύναξη νέων, σέ Ναό ὅπου διακονεῖ φίλος ἱερέας, εἶχα τήν χαρά νά μοιραστῶ μαζί μέ τά παιδιά μιά μεγάλη ἔκπληξη: μεσούσης τῆς ὁμιλίας, ἄνοιξε ἡ πόρτα τοῦ Ναοῦ καί μπῆκε ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἰερώνυμος!

Ἦλθε ἀπροειδοποίητα, γιά νά ἀκούσει τούς νέους καί τά προβλήματά τους. Χωρίς συνοδεία καί ἀρχιεπισκοπικό αὐτοκίνητο - τόν ἔφερε ἕνας ἱερέας ἀπό τό γραφεῖο νεότητος – πρότεινε νά τελειώσω τήν ὁμιλία μου κι ὕστερα μίλησε μέ τούς νέους. Μέ λόγο λιτό καί ἀπέριττο, σάν ἁπλός παπάς, ἀπάντησε σέ ὅλους χωρίς στόμφο κι ἐπιτήδευση. Ὅπως εἶπε μέ ἐνθουσιασμό μία κοπέλα, τῆς φάνηκε σά νά ἄκουγε τόν καλό παπά τῆς ἐνορίας της.

Ὁ ἀρχιεπίσκοπος ζήτησε ἀπό τά παιδιά νά τοῦ ποῦν τί περιμένουν ἀπό ἐκεῖνον καί τήν ἐκκλησία καί ἐπανέλαβε τήν πρόθεσή του νά δημιουργήσει ἕνα συμβούλιο μέ νέους πού τακτικά θά τοῦ μεταφέρει προβληματισμούς κι αἰτήματα.

Ὅλοι ἐνθουσιαστήκαμε μέ τόν τρόπο καί τόν λόγο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου κι ἐλπίζουμε κι εὐχόμαστε ὅλη ἡ ἀρχιερατεία του νά εἶναι ἔτσι, κοντά στούς ἱερεῖς στούς νέους καί στόν λαό καί νά τού δίνει ὁ Θεός ὑγεία καί δύναμη στό ἔργο του.


Υ.Γ.: Το post αὐτό δέν εἶναι κολακεία, οὔτε «γλύψιμο», ἀλλά μιά καρδιακή μαρτυρία...

π. Χριστόδουλος Μ.

19/2/08


ΔΕΙΤΕ ΣΤΟ http://pammtax.blogspot.com/

ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ ΜΑΣ !

16/2/08

ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΦΩΣ ΜΟΥ;


«Ποῦ εἶσαι, Φῶς μου; Ποῦ εἶσαι, χαρά μου;

Ἵνα τι ἐγκατέλιπες ἐμέ, καί ὀδυνάται ἡ καρδία μου;

Ἵνα τι ἐκρύβης ἀπ' ἐμοῦ, καί θλίβεται ἡ ψυχή μου;

Ὅτε ἦλθες εἰς τήν ψυχήν μου, κατέκαυσας τάς ἁμαρτίας μου.

Ἐλθέ καί νῦν εἰς αὐτήν καί φλέξον ἐκ νέου τάς ἁμαρτίας μου,

αἵτινες Σέ κρύπτουν ἀπ’ ἐμοῦ,

ὡς τά νέφη κρύπτουν τόν ἥλιον.

Ἐλθέ καί χαροποίησόν με διά τς λεύσεώς Σου.

να τί βραδύνεις, Κύριε; Σύ βλέπεις τι ταλαιπωρεῖται

ψυχή μου καί μετά δακρύων Σέ ναζητῶ. Ποῦ κρύπτεσαι;

Πς ψυχή μου δέν βλέπει Σέ, τόν πανταχο παρόντα,

καί μετά πόνου Σέ ζητ

γιος Σιλουανός θωνίτης



14/2/08

Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ

Θα ἐπρεπε να βάλουμε το κείμενο στις 30 Ιανουαρίου, αλλά οι Άγιοι είναι ... πέραν του χρόνου, κι έτσι το αναρτούμε τώρα!

Στο παράστημα και στη μορφή οι Άγιοι ήταν περίπου έτσι: Ό Μέγας Βασίλειος ήταν πολύ ψηλός, στητός, ξερακια­νός και πολύ αδύνατος, μαυριδερός στο χρώμα, καί το πρόσω­πο του είχε μία κιτρινάδα. Ή μύτη του ήταν μεγάλη καί είχε σμι­χτά φρύδια. Με συνοφρυωμένη την όλη μορφή έμοιαζε με περίφροντι άνθρωπο. 'Ηταν μακρυπρόσωπος, με αρκετές ρυτίδες, βαθουλούς κροτάφους, με στρωτά μαλλιά καί με γενειάδα αρκε­τά μεγάλη καί μισοάσπρη. Στούς λόγους ξεπέρασε όχι μονάχα τους συγχρόνους του, αλλά καί τους παλαιούς. Κι αυτό, γιατί μορφώθηκε πολύπλευρα καί η επιβολή του ήταν αναμφισβήτητη. Εξίσου ασκήθηκε καί στην έμπρακτη φιλοσοφία καί μ' αυτή προχώρησε στη θεωρία των όντων.

Ό ιερός Γρηγόριος ο Θεολόγος στο παράστημα ήταν μέτριος, λίγο ωχρός, αρκετά συμπαθής, με κυρτή μύτη, ίσια φρύδια καί ήρεμο καί γεμάτο προσήνεια βλέμμα. Το ένα από τα δύο μάτια, το δεξί, έδειχνε πιο αυστηρό, γιατί στα βλέφαρα σταματούσε κά­ποια ουλή. Τα γένεια δεν ήταν βαθιά, εξωτερικά όμως ήταν πυ­κνά, ήταν αρκετά φαλακρός καί με άσπρα μαλλιά, ενώ τα άκρα της γενειάδας του φαίνονταν σαν καπνισμένα. Αξίζει να πούμε γι' αυτόν τούτο: "Αν επρόκειτο να προβληθεί ανάμεσα στους ανθρώπους ένα πρότυπο, πού ν' αποτελείται από όλες τις αρε­τές, αυτό είναι ο μέγας Γρηγόριος, πού ξεπέρασε στη λαμπρότη­τα της ζωής όλους εκείνους, πού είχαν διακριθεί έμπρακτα στη ζωή. Προχώρησε σε τέτοιο σημείο της Θεολογίας, ώστε όλοι νικώνταν από τη σοφία του καί στους λόγους καί στα δόγματα. Γι' αυτό άλλωστε απόκτησε καί την προσωνυμία «θεολόγος».

Ό θείος Χρυσόστομος ως προς το σώμα ήταν πολύ κοντός στο ανάστημα, με μεγάλο κεφάλι επάνω στους ώμους, ισχνός στην κυριολεξία. Είχε μεγάλη μύτη καί πλατιά ρουθούνια, ήταν ωχρόλευκος, με βαθουλωμένες τις κόγχες των ματιών καί με τους βολβούς τους μεγάλους. Συνέβαινε να λάμπει το πρόσωπο του, μολονότι η λοιπή εμφάνιση έδειχνε πώς υπέφερε. Ήταν φαλακρός καί το μεγάλο του μέτωπο ήταν χαραγμένο με πολλές ρυτίδες. Τα αυτιά του ήταν αρκετά μεγάλα καί τα γένεια του κο­ντά, αραιά καί ξανθόλευκα. Τα σαγόνια του ήταν πιεσμένα προς τα μέσα, εξαιτίας της αυστηρότατης νηστείας. Ερμήνευσε την Αγία Γραφή με τόση εμβρίθεια, όσο κανένας άλλος. Υπήρξε πηγή της ελεημοσύνης καί της αγάπης, καί πάρα πολύ ζηλευτός για την αγάπη προς τον συνάνθρωπο καί για τη διδασκαλία του. (Migne P.G., τ. 29).

(Νεοελληνική απόδοση Σοφοκλή Δημητρακόπουλου)

«ΤΟΛΜΗ» τ.37, Ιανουάριος 2004, σ.39


11/2/08

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ

Εικοστή ενάτη Φεβρουαρίου, μία ημέρα... ξέμπαρκη στο χάος του Σύμπαντος. Ενα «παζλ» με 24 ώρες που συμπληρώνεται κάθε τέσσερα χρόνια από τα «υπολείμματα» των ετών, για να ξαναφέρει τη Γη και τον Ηλιο στη... θέση τους. Η bis sextus - «δις έκτη» ημέρα που ξεπήδησε μέσα στον Φεβρουάριο από τους υπολογισμούς του έλληνα αστρονόμου Σωσιγένη, έμελλε να γίνει ο μεγαλύτερος «πονοκέφαλος» για τους προληπτικούς στο (έτσι και αλλιώς όπως πιστεύουν) δυσοίωνο-δίσεκτο έτος που χαρακτηρίζει, αλλά και για εκείνους τους φανατικούς Χριστιανούς που μπέρδεψαν το ημερολόγιο με το δόγμα. Και να που ήρθε πάλι η σειρά του κουτσοφλέβαρου που «τραβάει», και έτσι εφέτος ο «τιμωρημένος» Αγιος Κασσιανός θα μνημονευθεί την ημέρα της εορτής του.

«Αν θέλαμε να εξηγήσουμε απλά τι συμβαίνει στα ημερολόγιά μας κάθε τέσσερα χρόνια και προσθέτουμε 24 ώρες, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι χρησιμοποιούμε στα ημερολόγιά μας δύο διαφορετικά χρονικά διαστήματα, το έτος και την ημέρα, για να μετράμε τον χρόνο που περνάει» λέει ο κ. Χ. Βάρβογλης, αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Φυσικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και εξηγεί: «Η ημέρα είναι ο χρόνος που χρειάζεται σε γενικές γραμμές για να κάνει η Γη μια περιστροφή γύρω από τον εαυτό της και το έτος είναι ο χρόνος που κάνει η Γη μια περιφορά γύρω από τον Ηλιο. Ενα έτος έχει 8.765 ώρες, 48 λεπτά και 46 δευτερόλεπτα ­ σε τόσο χρόνο δηλαδή η Γη κάνει μια πλήρη περιφορά γύρω από τον Ηλιο. Αν αυτόν τον αριθμό τον διαιρέσουμε με το 24 ­ τις ώρες μιας ημέρας ­ μας βγαίνουν 365 ημέρες και μένει ένα υπόλοιπο χρόνου περίπου έξι ωρών το οποίο και προσθέτουμε μία φορά στα τέσσερα έτη, όταν αυτές οι ώρες γίνουν ένα 24ωρο».

Υπολογίζοντας τον χρόνο

Πρώτοι οι Αιγύπτιοι κατάφεραν να προσδιορίσουν με ακρίβεια ότι η διάρκεια του έτους ήταν 365,25 ημέρες και δημιούργησαν ένα ετήσιο ημερολόγιο 365 ημερών (που περιείχε 12 μήνες των 30 ημερών και πέντε ημέρες που αφιέρωναν στους θεούς τους), αφήνοντας «έξω» το υπόλοιπο των 0,25 ημερών. Στο πέρασμα των αιώνων όμως η διαφορά αυτών των 0,25 ημερών που υπολείπονταν από κάθε έτος συσσωρεύτηκε και άρχισε να γίνεται αισθητή στις αλλαγές των εποχών ­ γεγονός που οδήγησε σε αλλεπάλληλες μεταρρυθμίσεις που συνεχίστηκαν ως τον 1 π.Χ. αιώνα. Εκείνη την περίοδο στη Ρώμη (το 44 π.Χ.), ο Ιούλιος Καίσαρ για να διορθώσει τις χρονικές αυτές αποκλίσεις στο ημερολόγιο της Ρώμης, ζήτησε τη βοήθεια του έλληνα αστρονόμου Σωσιγένη και εγκαθίδρυσε το Ιουλιανό ημερολόγιο το οποίο φέρει και το όνομά του (προσθέτοντας 90 ημέρες στο έτος 45 π.Χ. που ήδη είχαν «χαθεί» από τους λάθος υπολογισμούς των επτά προηγούμενων αιώνων).

Ο Σωσιγένης υπολογίζοντας τότε ότι η διάρκεια του έτους ήταν ίση με 365 ημέρες και έξι ώρες, όρισε στο Ιουλιανό ημερολόγιο τα έτη να έχουν 365 ημέρες και σε κάθε τέταρτο έτος πρόσθεσε μία ακόμη ημέρα μετά την «έκτη προ των καλένδων του Μαρτίου», η οποία και ονομάστηκε «δις έκτη» (bis sextus), επειδή μετριόταν δύο φορές, και τα έτη που την είχαν «δίσεκτα».

Οι υπολογισμοί όμως του Σωσιγένη είχαν και αυτοί μια μικρή απόκλιση: «Νεότερες και πιο ακριβείς μετρήσεις έδειξαν ότι δεν ήταν τελικά έξι οι ώρες που περίσσευαν κάθε έτος αλλά 5 ώρες, 48 λεπτά και 46 δευτερόλεπτα, δηλαδή ο Σωσιγένης έκανε το έτος μεγαλύτερο κατά 11 λεπτά και 14 δευτερόλεπτα» επισημαίνει ο κ. Χ. Βάρβογλης, μια απόκλιση που φαίνεται ασήμαντη, αλλά κάθε 129 χρόνια πρόσθετε μία πλασματική ημέρα στα ημερολόγια, κάτι που με το πέρασμα των αιώνων άρχισε να γίνεται και πάλι αισθητό καθώς η εαρινή ισημερία μετατοπιζόταν όλο και πιο νωρίς.

Η λύση βρέθηκε τελικά 11 αιώνες αργότερα, το 1572 από τους αστρονόμους Λουίτζι Λίλιο και Χριστόφορο Κλάβιους με τη μεταρρύθμιση του Νέου ή Γρηγοριανού ημερολογίου (όπως ονομάστηκε προς τιμήν του Πάπα Γρηγορίου ΙΓ' που εξελέγη τότε), σύμφωνα με την οποία για να διορθωθεί το λάθος των ημερών που είχαν συσσωρευτεί στα χρόνια, η 5η Οκτωβρίου του 1582 ονομάστηκε 15η Οκτωβρίου. «Τότε αποφασίστηκε ακόμη για να μη διαιωνίζεται αυτό το λάθος να αρχίσουμε και να βγάζουμε πότε πότε κάποιες ώρες» συνεχίζει ο κ. Βάρβογλης. «Ετσι έγινε κανόνας να αφαιρούμε τρεις ημέρες κάθε 400 χρόνια και ορίστηκε να μην είναι δίσεκτη η τελευταία χρονιά κάθε αιώνα, τα ψηφία της οποίας δεν διαιρούνται ακριβώς με τον αριθμό 4».

Η Εκκλησία

Το Γρηγοριανό ημερολόγιο δεν έγινε άμεσα αποδεκτό και ειδικά στα ορθόδοξα κράτη, όπου η αντίδραση της Εκκλησίας ήταν οξεία και η μεταρρύθμιση ξεκίνησε να εφαρμόζεται σταδιακά σχεδόν τρεις αιώνες αργότερα, το 1895. Η ελληνική πολιτεία μάλιστα ανακίνησε το ημερολογιακό θέμα μόλις το 1919, οπότε ύστερα από μια γνωμάτευση ειδικής επιτροπής η Ιερά Σύνοδος αποφάσισε παμψηφεί ότι η μεταβολή του ημερολογίου δεν προσκρούει στους δογματικούς κανόνες. Ετσι με νομοθετικό διάταγμα της 18ης Ιανουαρίου 1923 (που δημοσιεύτηκε στις 23 Ιανουαρίου), αντικαταστάθηκε και στη χώρα μας το ως τότε ισχύον Ιουλιανό ημερολόγιο με το Γρηγοριανό. Η έναρξη της εφαρμογής του νέου ημερολογίου στη χώρα μας ορίστηκε στις 16 Φεβρουαρίου που έγινε 1η Μαρτίου (καθώς το λάθος των λεπτών είχε συσσωρευτεί πλέον σε 13 ήμερες). Η «καθυστέρηση» της αλλαγής είχε ως αποτέλεσμα η χρονιά του 1923 στην Ελλάδα να είναι ένα έτος με 352 ημέρες, κατά το οποίο δεν υπάρχει κανένα πιστοποιητικό γέννησης ή άλλο δημόσιο έγγραφο με ημερομηνία από 16 ως 28 Φεβρουαρίου 1923!

«Αυτές οι 13 ημέρες που χάθηκαν το 1923 είναι και η διαφορά εκείνων που ακολουθούν το λεγόμενο παλαιό ημερολόγιο με το ισχύον» λέει ο κ. Βάρβογλης. «Στα επόμενα χρόνια μάλιστα, όσοι μετρούν τον χρόνο με το παλιό ημερολόγιο, με το λάθος στους υπολογισμούς του Σωσιγένη θα απομακρύνονται όλο και πιο πολύ από το Γρηγοριανό ημερολόγιο». Ακόμη όμως και με τις όποιες μεταρρυθμίσεις του Γρηγοριανού ημερολογίου με τον κανόνα της «αφαίρεσης» των τριών ημερών κάθε 400 χρόνια μας περισσεύουν και πάλι τρεις ώρες. Το «πρόβλημα» αυτό όμως φαίνεται ότι θα απασχολήσει τις ημερολογιακές μεταρρυθμίσεις της τρίτης χιλιετίας, καθώς όπως υπολογίζεται οι τρεις αυτές ώρες που χάνονται κάθε τέσσερις αιώνες θα συσσωρευτούν σε μία περίπου ημέρα το έτος 3081.

Το ΒΗΜΑ, 27/02/2000 , Σελ.: A58

7/2/08

ΑΞΙΟΣ !


Ἰερωνύμου τοῦ Μακαριωτάτου καί θεοπροβλήτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος, πολλά τά ἔτη!




ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Θηβών & Λεβαδείας κ. Ιερώνυμος (κατά κόσμον Ιωάννης Λιάπης), γεννήθηκε στα Οινόφυτα Βοιωτίας το 1938. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής (Τμήμα Αρχαιολογίας) και της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διετέλεσε υπότροφος του Ι.Κ.Υ. (1ος σε πανελλαδική κλίμακα) στις βυζαντινές σπουδές. Μετέβη για μεταπτυχιακές σπουδές στο Gratz Αυστρίας και στο Regensburg και το Μόναχο της Γερμανίας.


Εργάσθηκε ως πανεπιστημιακός βοηθός στην Αρχαιολογική Εταιρεία στην Αθήνα δίπλα στον Ορλάνδο και ως φιλόλογος στη Λεόντειο Σχολή της Νέας Σμύρνης, στο 9ο Νυκτερινό Γυμνάσιο Αθηνών, καθώς και στο Γυμνάσιο της Αυλώνος. Εγκατέλειψε την πανεπιστημιακή του καριέρα μετά την ένταξή του στον ιερό κλήρο.

Υπηρέτησε ως Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Θηβών & Λεβαδείας (1967-1978), ως Ηγούμενος των Ιερών Μονών Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σαγματά (1971-1977) και του Οσίου Λουκά (1977-1981), ως Γραμματεύς και κατόπιν Αρχιγραμματεύς της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος (1978-1981). Το 1981 εξελέγη παμψηφεί Μητροπολίτης Θηβών & Λεβαδείας. Συμμετείχε στις Επιτροπές Εκκλησιαστικής Εκπαιδεύσεως, Εκκλησιαστικής Περιουσίας, Σχέσεων Εκκλησίας - Πολιτείας, Υποτροφιών και εργάστηκε ως Αντιπρόεδρος του Ραδιοφωνικού Σταθμού της Εκκλησίας της Ελλάδος. Υπήρξε μέλος μεικτών επιτροπών Πολιτείας και Εκκλησίας για την μελέτη θεμάτων για την μοναστηριακή περιουσία (1986-1998) και την εκκλησιαστική εκπαίδευση (1986-1998) και Πρόεδρος της επιτροπής Διαλόγου Κοινωνίας-Εκκλησίας (2005-2007).

Με την φροντίδα του αναπαλαιώθηκαν, επανδρώθηκαν και λειτουργούν έξι ανδρικές Ιερές Μονές (σύνολο Μοναχών 45) και δεκαεπτά γυναικείες (σύνολο Μοναχών 110). Ανάμεσα στις Μονές αυτές συγκαταλέγονται οι ιστορικές Μονές του Οσίου Λουκά, Σαγματά, Οσίου Σεραφείμ, Μακαριωτίσσης, Ευαγγελιστρίας, και Ιερουσαλήμ.

Στο συγγραφικό του έργο συγκαταλέγονται πολλά άρθρα, μελέτες και βιβλία θεολογικού, κοινωνικού και ιστορικού περιεχομένου, εκ των οποίων αυτό με τον τίτλο «Μεσσαιωνικά Μνημεία της Ευβοίας» βραβεύθηκε το 1970 με πρώτο βραβείο από την Ακαδημία Αθηνών. Το 2006 εξεδόθη ο πρώτος από τους τρεις τόμους έργου του με τον τίτλο «Χριστιανική Βοιωτία».

Στο κοινωνικό του έργο ξεχωρίζουν η δημιουργία: οικοτροφείων, ορφανοτροφείου με μορφή ανάδοχης οικογένειας (Θήβα), Στέγες Ηλικιωμένων (Θήβα, Λιβαδειά), Κέντρου Επανένταξης Ψυχικώς Πασχόντων (Λιβαδειά), του Εκπαιδευτηρίου Δημιουργικής Απασχόλησης Παίδων με Ειδικές Ανάγκες σε συνεργασία με άλλους φορείς του Νομού (Λιβαδειά), του Κέντρου Πρόληψης για τα ναρκωτικά (Λιβαδειά), Συσσίτια Απόρων συμπεριλαμβανομένων και οικονομικών μεταναστών (Θήβα), Συμβουλευτικούς Σταθμούς (Θήβα), Κέντρο Ιστορικών και Αρχαιολογικών Ερευνών (Ζάλτσα - Ιερά Μονή Λυκούρεση), ενώ ως πρώην εκπαιδευτικός έχει αναπτύξει μία ιδιαίτερη σχέση με την εκπαιδευτική κοινότητα της Βοιωτίας.

Στην Μητρόπολή του φρόντισε περαιτέρω για την δημιουργία και λειτουργία ενοριακών πνευματικών κέντρων, κέντρων νεότητας στις περισσότερες των ενοριών της Μητροπόλεώς του καθώς και προτύπων κατασκηνωτικών εγκαταστάσεων στο Παρνασσό. Με πρωτοβουλία του ιδρύθηκε και λειτουργεί το Κέντρο Ερευνών της Ιστορίας και του Πολιτισμού της Βοιωτίας, το οποίο συνεργάζεται με τα Πανεπιστήμια του Durham, Cambridge.

Στο Συνεδριακό Κέντρο της Ιεράς Μητροπόλεως στην Αλίαρτο Βοιωτίας, κοντά στην Ιερά Μονή Ευαγγελιστρίας, διεξάγονται κατά καιρούς διάφορα συνέδρια. Έχει ξεκινήσει συνεργασία με το τμήμα Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Πανεπιστημίου ήδη έχουν υλοποιηθεί τρεις κύκλοι μεταπτυχιακών σπουδών σχετικά με το περιβάλλον, γίνεται προσπάθεια να δημιουργηθεί Ερευνητικό Κέντρο για το περιβάλλον στην υπο ανακαίνηση Ιερά Μονή Ταξιαρχών (Δομβραίνα).

Πρωτοστάτησε για την δημιουργία στην γενέτειρά του, στα Οινόφυτα- του Κέντρου Ευαισθητοποιήσεως Πληθυσμού σε θέματα περιβάλλοντος και οικονομικών μεταναστών.

Οι αγώνες του και η συνεχής επαγρύπνησή του είχαν ως αποτέλεσμα: α) την ματαίωση των σχεδίων των μαρτύρων του Ιεχωβά για την λειτουργία διεθνούς χιλιαστικού κέντρου στην επαρχία του και β) την αξιοποίηση των εγκαταστάσεών του για τη λειτουργία Εθνικού Κέντρου Απεξάρτησης.
Για την συμβολή του στο φιλανθρωπικό έργο της Μητροπόλεώς του που σχετίζεται με την υγεία τιμήθηκε από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Κραϊόβας στη Ρουμανία με την απονομή του τίτλου του επιτίμου Διδάκτορα του εκεί Πανεπιστημίου.
Επίσης είναι Πρόεδρος της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας (ΕΛΙΚΑΡ).



πηγή βιογραφικοῦ : http://www.e-tipos.com/newsitem?id=25015


4/2/08

ΠΕ­ΡΙ ΤΗΣ ΔΙ­ΚΑΙ­Ο­ΣΥ­ΝΗΣ ΤΟΥ ΘΕ­ΟΥ

Τό για­τί βλέ­που­με νά πε­θαί­νουν ἤ νά ὑ­πο­φέ­ρουν ἄνθρωποι δί­και­οι, ἐ­νῶ πολλοί ἄ­δι­κοι εὐ­η­με­ροῦν, εἶ­ναι ἕ­να ἐ­ρώ­τη­μα πού συ­χνά προ­βλη­μα­τί­ζει. Κάποιοι ἀδελφοί μας, ἀ­δύ­να­τοι στήν πί­στη, σκαν­δα­λί­ζον­ται δι­καίολογημένα ἀ­φοῦ δέν ἀ­να­ζη­τοῦν τήν ἀ­πάν­τη­ση στό Φῶς τῆς Γρα­φῆς, ἀλ­λά προ­σπα­θοῦν μέ κο­σμι­κό τρό­πο νά βροῦν ἀ­πάν­τη­ση.

Κα­τ' ἀρ­χάς πρέ­πει νά το­νί­σου­με ὅ­τι τό ἐ­ρώ­τη­μα αὐ­τό εἶ­ναι λαν­θα­σμέ­νο. Ζοῦ­με σέ ἕ­να κό­σμο ὅ­που βα­σι­λεύ­ει ἡ φθο­ρά καί ὁ θά­να­τος ἐξ αἰ­τί­ας τῆς πτώ­σε­ως τοῦ ἀν­θρώ­που καί τό νά ἀ­να­ρω­τι­ό­μα­στε για­τί πε­θαί­νουν οἱ Χρι­στια­νοί εἶ­ναι προ­φα­νῶς ἀ­φε­λές. Κα­νείς δέν γνω­ρί­ζει τό σχέ­διο τοῦ Θε­οῦ καί κα­νείς δέν γνω­ρί­ζει τήν ὥ­ρα τῆς ἐ­ξό­δου του. Τό μό­νο μέ­λη­μά μας θά πρέ­πει νά εἶ­ναι νά εἴ­μα­στε ἔ­τοι­μοι, γιά νά μήν βρε­θοῦ­με ἔ­ξω τοῦ νυμ­φῶ­νος.

Οἱ πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, μᾶς ἐ­ξη­γοῦν ρ­μη­νεύ­ον­τας τήν πα­ρα­βο­λή τοῦ πλου­σί­ου καί τοῦ Λα­ζά­ρου, ὅ­τι τήν δι­και­ο­σύ­νη τοῦ Θε­οῦ θά πρέ­πει νά τήν ἀ­να­ζη­τή­σου­με στήν ἄλ­λη ζω­ή, τήν πέ­ρα ἀ­πό τόν τά­φο. Ὅ­πως ὁ Λά­ζα­ρος, οἱ δί­και­οι θά ὁ­δη­γη­θοῦν εἰς τόν κόλ­πον Ἀ­βρα­άμ καί οἱ ἁ­μαρ­τω­λοί θά ζη­τοῦν λί­γη πα­ρη­γο­ριά, ὅ­πως ὁ πλού­σιος ἀ­πό τόν πρώ­ην τα­λαί­πω­ρο ὑ­πη­ρέ­τη του.

Οἱ θλί­ψεις τῆς πα­ρού­σης ζω­ῆς ὁ­δη­γοῦν τόν πι­στό στήν αἰ­ώ­νιο τρυ­φή ὅ­πως μᾶς λέ­γει ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, καί μά­λι­στα τήν χα­ρά τήν νοι­ώ­θου­με ἀ­πό αὐ­τή τήν ζω­ή: Μπο­ρεῖ ἐ­ξω­τε­ρι­κά νά βα­δί­ζου­με στό θά­να­το, ἐ­σω­τε­ρι­κά ὅ­μως, μέ­ρα μέ τήν ἡ­μέ­ρα, ἡ ζω­ή μας ἀ­να­νε­ώ­νε­ται. Ὅ­τι προ­σω­ρι­νά μᾶς ἀ­σκεῖ μιά ἐ­λα­φρή πί­ε­ση πά­νω μας, μᾶς προ­ε­τοι­μά­ζει γιά ὁ­λο­έ­να με­γα­λύ­τε­ρο πλοῦ­το αἰ­ώ­νιας δό­ξας. (Β΄Κορ. 4.16-17)

Πρέ­πει νά μά­θου­με νά σκε­φτό­μα­στε μέ ἄλ­λο τρό­πο ἀ­πό αὐ­τόν τοῦ κό­σμου τού­του. Ζη­τᾶ­με δι­και­ο­σύ­νη καί δέν κα­τα­λα­βαί­νου­με ὅ­τι ἄν ὁ Θε­ός ἦ­ταν δί­και­ος σύμ­φω­να μέ τά δι­κά μας μέ­τρα, θά μᾶς εἶ­χε ἐ­ξον­τώ­σει πρό πολ­λοῦ. Μι­λᾶ­με γιά ἄ­δι­κο θά­να­το καί δέν σκε­φτό­μα­στε ὅ­τι ὅ­λοι οἱ μάρ­τυ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας ἄ­δι­κα ἀ­πε­βί­ω­σαν κι οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι Ἅ­γιοι ἀ­δι­κή­θη­καν στήν ζω­ή τους. Κι ὅ­πως λέ­γει ὁ Ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος, εἶ­ναι πο­λύ δυ­στυ­χής καί ἀ­πε­ρί­σκε­πτος ὅ­ποι­ος θά προ­τι­μοῦ­σε ἕ­να δί­και­ο θά­να­το κι ὄ­χι ἄ­δι­κο. Ὁ δί­και­ος θά­να­τος ση­μαί­νει ὅ­τι δι­α­πρά­ξα­με τό­σο με­γά­λη ἁ­μαρ­τί­α ὥ­στε νά ἐ­πι­σύ­ρου­με τήν ὀρ­γή τοῦ Θε­οῦ.

Με­ρι­κοί ἀ­δελ­φοί προ­σπα­θοῦν νά κα­τα­λά­βουν μέ τό νοῦ, τί κρύ­βε­ται πί­σω ἀ­πό τίς ἐ­νέρ­γει­ες τοῦ Θε­οῦ καί ἀ­να­λί­σκον­ται σέ συ­ζη­τή­σεις πού μᾶλ­λον σέ πει­ρα­σμούς ὁ­δη­γοῦν καί σέ ἀρ­γο­λο­γί­α. Θά τούς θυ­μί­σου­με τά λό­για τοῦ ἀβ­βᾶ Ζή­νω­να ἀ­πό τό γε­ρον­τι­κό: Ἄ­φη­σαν οἱ ἄν­θρω­ποι τίς ἁ­μαρ­τί­ες τους καί ἐ­ρευ­νοῦν τά οὐ­ρά­νια. Οἱ ἅ­γιοι τό μό­νο πού ζη­τοῦ­σαν ἀ­πό τόν Θε­ό ἦ­ταν τό ἔ­λε­ός του, γνω­ρί­ζον­τας ὅ­τι τούς πει­ρα­σμούς τούς πα­ρα­χω­ρεῖ ὁ Θε­ός γιά τήν σω­τη­ρί­α μας.

Τήν δι­και­ο­σύ­νη τοῦ Θε­οῦ λοι­πόν δέν τήν γνω­ρί­ζου­με, ὅ­μως ἐ­κεῖ­νο πού σί­γου­ρα γνω­ρί­ζου­με, εἶ­ναι πώς ὁ­δη­γεῖ στήν σω­τη­ρί­α μας. Μό­νο πού πρέ­πει νά μά­θου­με νά βλέ­που­με τόν κό­σμο μέ ἄλ­λο τρό­πο, νά ἀ­νοί­ξου­με τούς ὀ­φθαλ­μούς τῆς καρ­διᾶς μας, γιά νά κα­τα­λά­βου­με τί κρύ­βε­ται πί­σω ἀ­πό κά­θε γε­γο­νός τοῦ βί­ου μας. Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ σκο­πός τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς, νά ἀ­νοί­ξου­με τά μά­τια ὥ­στε νά ἐ­πι­στρέ­ψου­με ἀ­πό τό σκο­τά­δι στό φῶς κι ἀ­πό τήν ἐ­ξου­σί­α τοῦ σα­τα­νᾶ στόν Θε­ό, ὅ­πως εἶ­πε ὁ Κύ­ριος στόν Σα­ούλ στό δρό­μο γιά τήν Δα­μα­σκό (Πρ. 26,18). Κι αὐ­τό μπο­ρεῖ νά γί­νει μό­νο μέ τήν τή­ρη­ση τῶν ἐν­το­λῶν, μέ τήν με­λέ­τη τοῦ Λό­γου τοῦ Θε­οῦ, μέ τήν ἄ­σκη­ση, μέ τήν συμ­με­το­χή μας στά μυ­στή­ρια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Θά τε­λει­ώ­σου­με μέ μί­α ἱ­στο­ρί­α ἀ­πό τό γε­ρον­τι­κό : Κά­ποι­ος ἀ­πό τούς πα­τέ­ρες δι­η­γή­θη­κε ὅ­τι στήν ἔ­ρη­μο Νει­λου­πό­λε­ως ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­να­χω­ρη­τής καί ὅ­τι τόν ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε ἕ­νας εὐ­σε­βῆς λα­ϊ­κός. Στήν πό­λη ζοῦ­σε ἕ­νας ἄν­θρω­πος πλού­σιος καί ἀ­σε­βής. Ὅ­ταν αὐ­τός πέ­θα­νε, τόν ξε­προ­βό­δι­σε ὁ­λόκ­λη­ρη ἡ πό­λη καί ὁ ἐ­πί­σκο­πος μέ λαμ­πά­δες καί θυ­μι­ά­μα­τα.

Ὁ δι­α­κο­νη­τής τοῦ ἀ­να­χω­ρη­τῆ βγῆ­κε νά τοῦ πά­ει ψω­μί, ὅ­πως συ­νή­θι­ζε, καί βρί­σκει τόν ἀ­να­χω­ρη­τή κα­τα­σπα­ραγ­μέ­νο ἀ­πό ὕ­αι­να. Ἔ­πε­σε μέ τό πρό­σω­πο ἐ­νώ­πιον τοῦ Θε­οῦ κι ἔ­λε­γε: " Κύ­ρι­ε, δέν ση­κώ­νο­μαι μέ­χρις ὅ­του μέ πλη­ρο­φο­ρή­σεις πῶς ἐ­ξη­γοῦν­ται αὐ­τά: Ἐ­κεῖ­νος ὁ ἀ­σε­βής κη­δεύ­τη­κε μέ τό­ση με­γα­λο­πρέ­πεια καί ὁ ἐ­νά­ρε­τος πού σέ ὑ­πη­ρέ­τη­σε νύ­χτα – μέ­ρα νά πε­θά­νει μέ τέ­τοι­ο τρό­πο."

Ἦρ­θε ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου καί τοῦ εἶ­πε : " Ἐ­κεῖ­νος ὁ ἀ­σε­βής εἶ­χε κά­ποι­ο μι­κρό κα­λό καί πῆ­ρε τήν ἀν­τα­μοι­βή του έ­δῶ, ἐ­νῶ δέν θά ἔ­χει ἐ­κεῖ καμ­μιά ἄ­νε­ση. Αὐ­τός ὁ ἀ­σκη­τής ἦ­ταν βέ­βαι­α ἄν­θρω­πος στο­λι­σμέ­νος μέ κά­θε ἀ­ρε­τή, ὅ­μως καί αὐ­τός εἶ­χε σφά­λει λί­γο. Καί πλή­ρω­σε ἐ­δῶ, γιά νά βρε­θεῖ ἐ­κεῖ κα­θα­ρός μπρο­στά στόν Θε­ό".

Πῆ­ρε τήν πλη­ρο­φο­ρί­α αὐ­τή κι ἔ­φυ­γε, δο­ξά­ζον­τας τόν Θε­ό γιά τήν δι­και­ο­σύ­νη του.­..

π. Χ. Μ.