27/2/15

Συνάντηση

                        

                        Η ψυχή μου παντιέρα
                        σ’ αγέρι - νεράντζι κυματίζει.
                        Λεπτό ανθάκι σε φως πλατύτερο.
                        Τα έργα των ανθρώπων αργότερα
                        σκοτάδι θα γνωρίσουν.
                        Άνοιξη…


                        Φλέβες πράσινες,
                        τριγμοί στα κλώνια.
                        Φουσκώνω και συστέλλομαι,
                        συστέλλομαι και φουσκώνω.


                         Γλυκό γλυκό γρατζούνισμα
                         η κατάνυξη κι εγώ
                         σωπαίνω.

                         Την Παναγιά πάω να χαιρετ ί σω.


                                                                    Ε. Ζ.

Σκέψεις, με αφορμή τον 102 ψαλμό…








 

Στην αρχή, μου άρεσε πολύ να τον ακούω στον ναό μας,
 μ’ αυτόν τον υπέροχο τρόπο που ψαλλόταν!

Μετά, ήθελα κι εγώ να τον τραγουδάω, 
ιδιαίτερα όταν ένοιωθα την ανάγκη να προσευχηθώ από την καρδιά μου…


Όταν, στο ξημέρωμα της μέρας βλέπω, να μου έχει χαριστεί

μια ακόμα ευκαιρία αλήθειας,

πριν ξεχαστώ και την αφήσω να χαθεί,

 όπως τόσες πολλές άλλες μέρες πριν στην ζωή μου…

Τότε, θέλω να ευλογήσει η ψυχή μου τον Κύριο

και να θυμηθώ τις ευεργεσίες Του

στις δικές μου αστοχίες…



Είναι Αυτός που δέχεται πρόθυμα να ξαλαφρώσει

τον πόνο και το βάρος της ψυχής μου,

και να γεμίσει την ύπαρξή μου με ειρήνη!



Εσύ ξέρεις Κύριε, πόσο αδύναμη είμαι,

πόσο εύκολα ξαστοχώ,

πόσο πολύτιμο χρόνο που μου χάρισες,

τον σπατάλησα μάταια και ανόητα…

Και ενώ εγώ έχω επιτιμήσει εύκολα,

ανόητο φέρσιμο άλλων,

Εσύ, όχι μόνο δεν με επιτιμάς,

αλλά, όσο απέχει η ανατολή από τη δύση,

απομακρύνεις από μένα,

το βάρος των λαθών μου…



Ανώτερα από τους επίγειους γονείς μου,

στοργικά με φροντίζεις και με ελεείς!

Κι εγώ τι κάνω;

Όπως το χορτάρι και το λουλούδι του αγρού

που γρήγορα ξεραίνονται,

έτσι κι εγώ, εύκολα ξεχνάω τις ευεργεσίες Σου

και πορεύομαι λησμονώντας ότι οι μέρες μου,

τελειώνουν…

Και αφήνω την ψυχή μου να διψά

και αργώ να τρέξω να Σου ανοίξω την καρδιά μου

να σε φωνάξω γρήγορα..



Εσύ όμως, είσαι πάντα δίπλα μου

και με περιμένεις…

Και ευτυχώς που οι δίκαιοι, οι άγιοι, οι άγγελοι

δεν ξεχνάνε να Σε δοξολογήσουν

και να ευλογήσουν το Άγιο Όνομά Σου!!!



…Ίσως κάποτε, να παρακινηθώ κι εγώ

να Σε ευλογήσω από την ψυχή μου…Αμήν!



Ζωή Π.

25/2/15

Περί νηστείας του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου


Και τι δεν κάμει η νηστεία! Ξεφουσκώνει το πρήξιμο του θυμού, μεταπλάσσει την σκληρότητα του φθόνου σε καλοσύνη, κάνει εγχείριση στους όγκους των ταπεινών επιθυμιών, αφανίζει τους πυρετούς των αισχρών ηδονών, διαλύει τις ψευδαισθησίες της κενοδοξίας, χαρίζει ήσυχον ύπνον σ’ αυτούς που ταράζονται την νύχτα από τις βιωτικές μέριμνες, καθαρίζει τις ανήθικες φαγάνες από τα μάτια. Η νηστεία μαθήτευσε κοντά στο Θεό και έχει για επιστήμη της την γιατρειά του ανθρώπου που είναι άρρωστος. Είναι αξία κάθε εμπιστοσύνης. Αυτός ο γιατρός της νηστείας, μετά τη θεραπεία που κάνει, δεν ζητεί ιατρικήν αμοιβήν. Μπορώ να βεβαιώσω μάλιστα πως πληρώνει τον άρρωστό της. Ζητάς να μάθεις τι μισθό δίνει; Καλόν είναι να μάθεις. Δίνει λοιπόν για μισθό όχι χρήματα αλλά σώφρονας λογισμούς, δε δίνει χρυσάφι αλλά άγιον βίον. Δε σωριάζει μπροστά σου ασήμι, αλλά σου παρέχει καθαρότητα ανώτερη από την καθαρότητα του ασημιού στα σωματικά σου μέλη, δε σου δωρίζει πολύτιμα πετράδια, αλλά κάνει το μυαλό σου να γεννά ευλαβείς λογισμούς. Δε σου ράβει λαμπρά φορέματα, σε ντύνει όμως με αδιάβλητες σωματικές αισθήσεις. Στις ανήθικες δίνει για μισθό τη σεμνότητα. 

ΕΔΩ ΟΛΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Αφιέρωμα στον Άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο






Ενεργοποιείστε τους ελληνικούς υπότιτλους στο βίντεο, πατώντας κάτω δεξιά το εικονίδιο που ονομάζεται Settings. Εκεί πηγαίνετε στο subtitles/cc και επιλέγετε Greek.



22/2/15

ΣΑΡΑΚΟΣΤΕΥΩ

                         
  
                        Η ψυχή τα σεμνά της ρούχα φορά

                        κι  αφτιασίδωτη  με το φυσικό της χρώμα

                        χαμογελά.

                        Περπατησιά μετρημένη ξεδιαλέγει δρόμους

                        πιο λεπτούς,

                        ξεδιαλέγει λόγους  πιο μεστούς.

                        Φορά τριβώνιο κατάψυχα,

                        τη συστολή κατάσαρκα.

                         Βυζαντινό μέλος απ’ της καρδιάς τα φύλλα

                        ανακρούεται,

                        κερί  που δέεται η  ύπαρξη  φλογίζεται.        
                 
                        Και γίνεται του σώματος  η ύλη

                        ταπεινό ολόφωτο καντήλι.



                        Ειρήνη Ζαμάνη

21/2/15

Εσπερινός της Συγγνώμης και Κατανυκτικοί Εσπερινοί



Oι κατανυκτικοί Εσπερινοί τελούνται κάθε Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Το απόγευμα της Κυριακής της Τυροφάγου τελείται ο Κατανυκτικός Εσπερινός της Συγνώμης. Κατανυκτικός λέγεται, διότι ψάλλονται κατανυκτικά τροπάρια από το Τριώδιο, που το περιεχόμενό τους διαποτίζεται από βαθιά συναίσθηση της αμαρτωλότητας, πένθος, συντριβή, μετάνοια και θερμή ικεσία για άφεση αμαρτιών. Εσπερινός Συγνώμης λέγεται, αυτός μόνον, από τους κατανυκτικούς, διότι στο τέλος της ακολουθίας ο λαός ασπάζεται το Ευαγγέλιο ζητώντας από τον Ιερέα συγγνώμη και στη συνέχεια και μεταξύ τους, ώστε συχωρεμένοι να αρχίσουν τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ένα άλλο χαρακτηριστικό των Εσπερινών αυτών είναι ότι μετά την Είσοδο και το «Εσπέρας Προκείμενον», αλλάζει ο διάκοσμος της Αγίας Τραπέζης και η στολή του Ιερέως. Από πασχαλινή, λόγω της Κυριακής, γίνεται πένθιμη, λόγω της Τεσσαρακοστής (αλλάζουν τα λευκά με πορφυρά - έφ' όσον τον Χριστό δεν Τον πενθούμε ως άνθρωπο, άλλ' ως Βασιλέα Θεό). Στο τέλος του Εσπερινού ψάλλονται τα τροπάρια «Θεοτόκε Παρθένε...», «Βαπτιστά του Χριστού...» κ.λπ. και κατακλείονται με την ευχή του Οσίου Έφραίμ του Σύρου: «Κύριε καί Δέσποτα της ζωής μου, πνεύμα αργίας, περιεργίας, φιλαρχίας και άργολογίας μη μοι δως. Πνεύμα δε σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης χάρισαί μοι τω σω δούλω. Ναι, Κύριε, Βασιλεύ, δώρησαί μοι του όράν τα έμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον άδελφόν μου ότι εύλογητός ει εις τους αίώνας των αιώνων. Αμήν». Λέγοντας την, κάνουμε και τρεις μεγάλες μετάνοιες. Ακολουθούν δώδεκα μικρές, ενώ λέμε μυστικώς το: «Ο Θεός ίλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» και στο τέλος επαναλαμβάνεται το: «Ναί Κύριε, Βασιλεύ...» κάνοντας και τετάρτη μεγάλη μετάνοια.

16/2/15

Εκδήλωση του Ναού μας


 Την Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2015 πραγματοποιήθηκε στο πνευματικό κέντρο του Ιερού Ναού μας η καθιερωμένη συνάθροιση των ενοριτών μας. 


Τό παράδοξο τῶν καιρῶν μας



Ἔγραφε ὁ George Carlin, ἀμερικανός κωμικός στίς δεκαετίες τοῦ '70 καί τοῦ ᾽80: 
«Τό παράδοξο τῶν καιρῶν μας εἶναι ὅτι: Ἐνῶ ἔχουμε οἰκοδομήσει οὐρανοξύστες, ἡ διάθεσή μας εἶναι χαμηλή, ὅσο ἕνα μονόροφο σπίτι. Ἐνῶ ἔχουμε κατασκευάσει δρόμους ταχείας κυκλοφορίας, οἱ ἀντιλήψεις μας εἶναι πιό στενές κι ἀπό ἕνα σοκάκι. Ἐνῶ καταναλώνουμε περισσότερα, διαθέτουμε λιγότερα. Ἐνῶ ἀγοράζουμε περισσότερα, τ' ἀπολαμβάνουμε λιγότερο. Ἐνῶ ἔχουμε μεγαλύτερα σπίτια, οἱ οἰκογένειές μας εἶναι μικρότερες. Ἐνῶ ἔχουμε στή διάθεσή μας περισσότερες εὐκολίες, ὁ ἐλεύθερος χρόνος μας εἶναι ἀνύπαρκτος. Ἐνῶ ὑπάρχουν περισσότεροι εἰδικοί, τά προβλήματά μας εἶναι περισσότερα. Ξενυχτάμε γιά νά χαλαρώσουμε, ἀλλά τό πρωί ξυπνάμε πιό κουρασμένοι. Δέν ἔχουμε χρόνο γιά διάβασμα, ἀλλά ἀρκετό γιά τήν τηλεόραση. Ἔχουμε μάθει πῶς νά ἐπιβιώνουμε, ἀλλά ὄχι νά ζοῦμε. Προσθέσαμε χρόνια στή ζωή μας, ἀλλά ὄχι ζωή στά χρόνια μας. Πήγαμε-ἤρθαμε στό φεγγάρι, ἀλλά δέν μποροῦμε νά διασχίσουμε τό δρόμο γιά νά συναντήσουμε τό νέο μας γείτονα. Κατακτήσαμε τό διάστημα, ἀλλά δέν ἔχουμε καταφέρει νά κατακτήσουμε τόν ἑαυτό μας. Προσπαθοῦμε νά καθαρίσουμε τήν ἀτμόσφαιρα, ἀλλά δηλητηριάζουμε τήν ψυχή μας. Βρισκόμαστε στήν ἐποχή τῶν γρήγορων τροφῶν, ἀλλά καί τῆς ἀργῆς χώνευσής τους. Εἴμαστε μεγαλόσωμοι, ἀλλά μικρόσωμοι στήν προσωπικότητα. Ζοῦμε στήν ἐποχή τῶν δύο μισθῶν, ἀλλά περισσοτέρων διαζυγίων, πολυτελή σπίτια, ἀλλά διαλυμένα σπίτια».

14/2/15

Σκέψεις περί Εσπερινού

The Good Lie (2014)

12/2/15

Η παραβολή του Ασώτου Υιού - Μέρος Β΄



Αρχιμ. Βασίλειος Γοντικάκης, Προηγούμενος Ιεράς Μονής Ιβήρων Αγίου Όρους

Το ανανεούμενο βάσανο του πατέρα.
Συνάντησι με τον πρεσβύτερο υιό

Από τον μακρινό αγρό, όπου έβοσκε χοίρους, γύρισε συντετριμμένος ο νεώτερος υιός και μπήκε στον Παράδεισο. Από τον αγρό του πατέρα επέστρεψε ορ­γισμένος ο πρεσβύτερος και φανέρωσε την κόλασι που κουβαλούσε μέσα του. «Ωργίσθη και ουκ ήθελεν εισελθείν», αφού πληροφορήθηκε από τους δούλους τι γι­νόταν στο σπίτι.

Είναι ανανεούμενο βάσανο η ζωή του πατέρα. Μόλις τελειώνει η μια δοκιμασία, αρχίζει η άλλη. Όταν ο νεώτερος επιστρέφη από την ασωτεία, ο πρεσβύτερος, που μένει στο σπίτι, αρνείται να μπη μέσα.


ΕΔΩ ΟΚΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

11/2/15

Coffee with Sister Vassa - Η Υπαπαντή του Ιησού

Η Ορθόδοξη μοναχή Vassa από τη Βιέννη, μας μιλάει με τον χιουμοριστικό της τρόπο για την Υπαπαντή του Ιησού. Παρακολουθήστε το τελευταίο επεισόδιό της ενεργοποιώντας τους ελληνικούς υπότιτλους στο βίντεο, πατώντας κάτω δεξιά το εικονίδιο που ονομάζεται Settings. Εκεί πηγαίνετε στο subtitles/cc και επιλέγετε Greek.


Η παραβολή του Ασώτου Υιού - Μέρος Α΄


Αρχιμ. Βασίλειος Γοντικάκης, Προηγούμενος Ιεράς Μονής Ιβήρων Αγίου Όρους



Η ανταρσία του νεώτερου υιού και η διαγωγή του πατέρα

Τον νεώτερο υιό της παραβολής τον σώζει η αίσθηση που έχει ότι είναι υιός του πατέρα. Αισθάνεται και εκφράζεται μ' αυτήν την ορολο­γία. Ζη σ' αυτόν τον οικογενειακό χώρο. Γι' αυτό λέει: «Πάτερ, δος μοι...»

Η αμαρτία, η αδυναμία του, είναι ότι όντας ανώριμος δεν έχει φτάσει στο να ξέρη ότι η ουσία του Πα­τρός είναι η ίδια με την ουσία του Υιού. Δεν ξέρει τούτη τη στιγμή αυτό που λέει παρακάτω ο πατέρας στον πρεσβύτερο υιό, «τα εμά πάντα σα εστί», γι' αυ­τό ζητά από τον πατέρα του να του δώση «το επιβάλ­λον μέρος της ουσίας», το κομμάτι που του ανήκει. Αυτός ο χωρισμός που γίνεται μέσα του είναι η αμαρ­τία του.

10/2/15

Boyhood (2014)

8/2/15

Πό­σο ἀγ­γί­ζει ἡ δι­δα­χή ὅ­ταν τήν βλέ­πεις ἁ­πτή, πα­ρά­δειγ­μα βί­ου!

Τῆς Ε­ρή­νης Κου­τρέ­τση

Μα­θη­τεί­α πλά­ι σέ κά­ποι­ον πού μι­λ διά τν ρ­γων. Τί σπου­δαί­α ε­και­ρί­α… ­φυ­δα­τώ­νει κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα, νι­ώ­θω, καί δι­ψ­με γιά πα­ρα­δείγ­μα­τα βι­ο­τς, γιά πα­ρα­τή­ρη­ση δο­ξο­λο­γούν­των. Ποι­ός βλέ­πει τήν ζω­ή λ­λι­ς, ποι­ός τήν ζε στά γε­μά­τα; ­χου­με ­νάγ­κη πα­ρα­δείγ­μα­τος, ­κό­μα κι ν κά­ποι­οι στήν ­φη­βεί­α δεί­χνου­με ­δι­ά­φο­ροι καί στήν μέ­ση ­λι­κί­α α­τάρ­κεις. Συ­νή­θως ε­ναι πού ο γη­ραι­ό­τε­ροι μς ­πο­γο­ή­τευ­σαν. ­λή­θεια, πό­σο πνι­γη­ρό φαν­τά­ζει τό γ­ρας ­ταν δέν συ­νο­δεύ­ε­ται ­πό κε­κτη­μέ­νη σο­φί­α… Πα­ραί­τη­ση, προ­θά­λα­μος το θα­νά­του.
­πό τήν λ­λη, « ­λιος βα­σι­λεύ­ει στήν δύ­ση του». Για­τί τά γη­ρα­τειά νά ε­ναι καί ψυ­χι­κά ­πο­στε­ω­μέ­να; «,τι ­γα­π γεν­νι­έ­ται ­δι­ά­κο­πα, ,τι ­γα­π βρί­σκε­ται στήν ρ­χή του πάν­τα». Τό ­να­φο­ρι­κό, θά τολ­μο­σα, ν­τι­κα­θί­στα­ται κι ­πό τό ρ­σε­νι­κό θη­λυ­κό του καί τό πρό­σω­πο γί­νε­ται τρί­το ­νι­κό. ­ποι­ος /-α ­γα­π γεν­νι­έ­ται ­δι­ά­κο­πα, ­ποι­ος/-α ­γα­π βρί­σκε­ται στήν ρ­χή του / της πάν­τα. Κι ν­τως ­γά­πη προ­ϋ­πο­θέ­τει τήν με­τά­νοι­α πού … μη­δε­νί­ζει τό κον­τέρ. Τό ε­δα, τό γνω­ρί­ζω, λ­πί­ζω νά τό ο­κει­ω­θ.
Δυ­ό κυ­ρί­ες ­τν 93 καί μιά στά 86 πα­ρα­δί­δουν ν ­γνοί­ τους μά­θη­μα ζω­ς. μιά, νε­ό­τε­ρη, μορ­φω­μέ­νη, πο­λυ­τα­ξι­δε­μέ­νη, γ­κρι­τη λο­γο­τέ­χνις, βα­πτι­σμέ­νη στήν ρ­χον­τιά τς ­στι­κς τά­ξης το πα­ρελ­θόν­τος. λ­λη, μι­κρο­παν­τρε­μέ­νο κο­ρί­τσι ­πό μιά μο­ρα­ΐ­τι­κη κω­μό­πο­λη, ση­μεί­ω­νε κά­θε δραχ­μή πού ξό­δευ­ε λό­γω δύ­στρο­που συν­τρό­φου, ε­δε κε­φά­λια ­ξω ­πό τό σπί­τι της στήν ­δεσ­σα κα­τά τόν μ­φύ­λιο, καί μιά Νέ­α Σμύρ­νη χω­ριό. τρί­τη, δα­σκά­λισ­σα Πο­λί­τισ­σα, ­χα­σε δυ­ό φο­ρές τήν πε­ρι­ου­σί­α της καί βα­σα­νί­στη­κε ­πό ­σθέ­νει­ες πο­λύ­χρο­νες. Κι ο τρες χάρ­μα ψυ­χς καί νο­ός.
Βλέ­πον­τας νέ­ες γι­α­γιά­δες χω­ρίς σο­φί­α καί ­λι­κι­ω­μέ­νους μέ­σα στήν γκρί­νια, α­τές ξε­χω­ρί­ζουν ς πο­λύ­τι­μοι, δυ­σεύ­ρε­τοι­ ­δο­δε­κτες. Κοι­νός πα­ρο­νο­μα­στής τά ­σα δι­α­φο­ρε­τι­κά δύ­σκο­λα πέ­ρα­σαν στά ­πο­α δέν πα­ρα­δό­θη­καν, ­γά­πη καί τό ο­σι­α­στι­κό ν­δι­α­φέ­ρον γιά τόν λ­λον, στέ­ρε­η πί­στη στόν Χρι­στό καί τό ­γα­θό. Φε­μι­νί­στρι­ες λ­λιώ­τι­κες, μαρ­τυ­ρον τήν δύ­να­μη καί τόν δυ­να­μι­σμό το φύ­λου κα­θώς ­νέ­στη­σαν ο­κο­γέ­νει­ες καί δι­δά­σκουν τα­πει­νά, μ­πρά­κτως.
μιά πρό μη­νν νο­ση­λευ­ό­ταν με­τά ­πό γ­κε­φα­λι­κό καί στά τη­λέ­φω­να πού συ­νε­χς χτυ­πο­σαν στό νο­σο­κο­με­ο ο­δέ­πο­τε τήν ­κου­σα νά γκρι­νιά­ζει. Το­ναν­τί­ον, μο­νί­μως ρω­το­σε μέ πραγ­μα­τι­κή ­γνοι­α τόν συ­νο­μι­λη­τή γιά τόν ­διο καί τήν ο­κο­γέ­νειά του. Τώ­ρα, τό μό­νο πού τήν στε­νο­χω­ρε ε­ναι πού τό χέ­ρι της πιά δέν τήν βο­η­θ νά κεντή­σει σεν­το­νά­κια γιά τά μω­ρά πού ­να­μέ­νου­με στήν πα­ρέ­α.
λ­λη, πα­ρό­τι θέ­ση της, ­λι­κί­α κι ­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τά της θά μπο­ρο­σαν νά τήν κα­θι­στον ­πό­μα­κρη, μέ­νει ­πλή καί προ­ση­νής, νά ­παν­τ σέ ­λε­κτρο­νι­κά μη­νύ­μα­τα, νά μοι­ρά­ζε­ται τήν ­στο­ρι­κή της μ­βρί­θεια, νά δι­ψ ­κό­μη νά μά­θει. 
Τήν τρί­τη, τύ­ποις κα­θη­λω­μέ­νη σέ ­να­πη­ρι­κό κα­ρο­τσά­κι, μο­νί­μως κά­τι τήν βρί­σκω νά μα­γει­ρεύ­ει γιά νά φι­λέ­ψει. ­χει τήν πε­ποί­θη­ση πώς Θε­ός τήν ­φή­νει νά ζε γιά νά μς ­πα­να­λαμ­βά­νει νά μα­χό­μα­στε, νά μήν πα­ραι­τού­μα­στε στίς δυ­σκο­λί­ες μπρο­στά στά λά­θη μας.
Πό­σες τέ­τοι­ες γι­α­γιά­δες ­πάρ­χουν γύ­ρω μας;
Προ­σω­πι­κά ε­τύ­χη­σα νά γνω­ρί­σω α­τές καί του­λά­χι­στον λ­λες δυ­ό, ­λες στήν ­νο­ρί­α (τυ­χα­ο;). μιά, ­πε­ραι­ω­νό­βια και μα­κα­ρί­τισ­σα πλέ­ον, ­ζη­σε τόν ξε­ρι­ζω­μό ­πό τόν Πόν­το, κή­δε­ψε νέ­α τρες συ­ζύ­γους (­φα­νες ­ρω­ες τς ­στο­ρί­ας το 1914, το 1922 καί το 1940) καί δυ­ό παι­διά. Ξυ­πνο­σε, ζο­σε καί κοι­μό­ταν δο­ξο­λο­γών­τας. λ­λη, ­πί­σης Ποντία, ­πέ­φε­ρε τούς διωγ­μούς ­πό τόν Στά­λιν καί τήν ­νυ­πό­φο­ρη ζω­ή κ­πα­τρι­σμέ­νη στό Κα­ζακ­στάν. Μέ­χρι σή­με­ρα κου­κου­λώ­νε­ται χει­μώ­να - κα­λο­καί­ρι στά μάλ­λι­να μά τό χα­μό­γε­λο κι μα­τιά της ζε­σταί­νουν τούς γύ­ρω.
… Καί με­τά μι­ζε­ριά­ζω για­τί δέν μο πέ­τυ­χε τό φα­ΐ, μέ ­νο­χλε τό σκυ­λί το γεί­το­να ­πει­δή περ­ν ­ω­ση μι­κρή μου.
ς δα­σκά­λα, πο­λύ θά ­θε­λα ο ­φη­βοι μα­θη­τές μου νά τίς ­κού­σουν, νά τίς ­φουγκρα­στον. ς Ε­ρή­νη, ε­χο­μαι νά φτά­σου­με τά χρό­νια τους μά κυ­ρί­ως νά ­χου­με τό φρό­νη­μά τους! Φρό­νη­μα πού δο­κι­μά­στη­κε σχε­δόν ­ναν α­ώ­να, ψή­θη­κε στήν δυ­σκο­λί­α καί τόν πό­νο καί ψη­λα­φε­ται στό νοι­ά­ξι­μο γιά τόν πλη­σί­ον, τήν ­κού­ρα­στη ­ρε­ξη νά ­ξι­στο­ρον μέ θυ­μο­σο­φί­α τά πα­ρελ­θόν­τα, τήν δια­ρκ ­να­σχό­λη­ση μέ τό Φς ς χα­ρά καί δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα, ς δο­ξο­λο­γί­α μά καί πα­ρά­κλη­ση. Κα­θί­σταν­ται, ­τσι, πιό νέ­ες ­πό ρ­κε­τούς ­πό ­μς, με­σο­πό­λιους δ­θεν νέ­ους.