30/4/13

ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ ΔΙΑΚΟΝΟΥ...




Ένα κείμενο του Μιχάλη Σ. Ψαρά
Κυριακή των Βαΐων.

Ξεχωριστή ημέρα. Την επαύριο της εγέρσεως του Λαζάρου. Την ημέρα της ενδόξου, επί πώλου όνου, εισόδου του Ιησού στην Ιερουσαλήμ.

Στη μικρή Ενορία των Ταξιαρχών του Μοσχάτου, που μας αγκαλιάζει όλους.

Χειροτονία διακόνου. Του αδελφού μας Ζήση, που η χάρη του Αγίου Πνεύματος τον αναβαθμίζει σε πατέρα μας.

Συμμετέχουμε στη διαδικασία της χειροτονίας του. Προσπαθούμε να είμαστε μαζί του, όσο πιο ουσιαστικά μπορούμε. Με συναίσθηση της ιερότητας των στιγμών που ζούμε και με έλεγχο της συγκίνησης που μας διακατέχει. Νοερά επικοινωνούμε και ευχόμαστε, προσευχόμαστε και με την ένταση των συναισθημάτων μας νοιώθουμε, πως είμαστε μαζί του. Εκτός από τρεις περιόδους.

Η πρώτη, μετά από την ευλογία του Αρχιεπισκόπου, όταν τον οδηγούν μπροστά στην εικόνα του Χριστού. Μέχρι τον χερουβικό ύμνο. Με το μαύρο ράσο του θανάτου εσωτερικά και το λευκό της αναστάσιμης προσδοκίας εξωτερικά. Κρατώντας στα χέρια του τη διαδικασία της νήψης και έχοντας την κεφαλή του καλυμμένη με την περίσκεψη της. Αφανισμένος. Σαν τον Λάζαρο στην αναμονή του καλέσματος του Ιησού, «Δεύρο έξω!»...

28/4/13

ΕΝΑΣ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΣ ΔΙΑΚΟΝΟΣ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΑΣ...


 
Στον Ι­ε­ρό Να­ό Μας  σή­με­ρα, Κυ­ρια­κή των Βα­ϊ­ων, ο Αρ­χι­ε­πί­σκο­πος Α­θη­νών και πά­σης Ελ­λά­δος κ. Ι­ε­ρώ­νυ­μος, χει­ρο­τό­νη­σε στον πρώ­το βαθ­μό της ι­ε­ρω­σύ­νης, τον α­δελ­φό μας π. Ζή­ση Κτε­νί­δη.


Ο νέ­ος δι­ά­κο­νός μας εκ­φώ­νη­σε το­ν πα­ρα­κά­τω χει­ρο­το­νη­τή­ριο λό­γο:



Μα­κα­ρι­ώ­τα­τε,


Σας ευ­χα­ρι­στώ εκ βά­θους ψυ­χής για την με­γά­λη τι­μή που μου κά­νε­τε σή­με­ρα, τε­λών­τας το Με­γά­λο Μυ­στή­ριο της Χει­ρο­το­νί­ας μου εις Δι­ά­κο­νον.


Αι­σθά­νο­μαι την α­νάγ­κη σε αυ­τήν την τό­σο πο­λύ ση­μαν­τι­κή στιγ­μή της ζω­ής μου, να μοι­ρα­στώ μα­ζί σας, τον τρό­πο με τον ο­ποί­ο η πρό­νοι­α του Θε­ού ε­νήρ­γη­σε στην ζω­ή μου.


Α­να­τρά­φη­κα σε έ­να σπί­τι ό­που η α­γά­πη για το βι­βλί­ο, την τέ­χνη, την φι­λο­σο­φί­α και τον πο­λι­τι­σμό μού δό­θη­κε α­πλό­χε­ρα και που μα­ζί με αρ­χές και η­θι­κές α­ξί­ες, α­πο­τε­λούν την κλη­ρο­νο­μιά που μου έ­δω­σαν οι γο­νείς μου. 


Σπού­δα­σα οι­κο­νο­μι­κές ε­πι­στή­μες σε προ­πτυ­χια­κὀ και με­τα­πτυ­χια­κό ε­πί­πε­δο, πι­στεύ­ον­τας ό­τι θα α­κο­λου­θή­σω τον πα­τέ­ρα μου σε αυ­τόν τον ε­παγ­γελ­μα­τι­κό το­μέ­α. Ό­μως, ταυ­τό­χρο­να, μια βα­θειά α­να­ζή­τη­ση για τα καί­ρια και ση­μαν­τι­κά της ζω­ής ε­ξε­λισ­σό­ταν μέ­σα μου.


Με­γα­λώ­νον­τας, άρ­χι­σα να έρ­χο­μαι αν­τι­μέ­τω­πος με την σκλη­ρή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα του κό­σμου τού­του της φθο­ράς: την α­πο­τυ­χί­α στις σχέ­σεις, την έλ­λει­ψη νο­ή­μα­τος ζω­ής, την μο­να­ξιά, την αρ­ρώ­στια, τον θά­να­το.


Στα πολ­λά ε­ρω­τή­μα­τα που δεν έ­βρι­σκαν α­πάν­τη­ση μέ­σα μου, άρ­χι­σε να καρ­πο­φο­ρεί ο σπό­ρος που εί­χαν σπεί­ρει ο παπ­πούς και οι γι­α­γιά­δες μου, οι ο­ποί­οι ό­ταν ή­μουν μι­κρός, με πή­ραν α­πό το χέ­ρι και με ο­δή­γη­σαν στην εκ­κλη­σί­α, ό­που κα­τέ­φευ­γαν στις δύ­σκο­λες και στις χα­ρού­με­νες στιγ­μές τους.


Έ­τσι, α­να­ζη­τών­τας αυ­τήν την προ­σω­πι­κή σχέ­ση με τον Χρι­στό, ύ­στε­ρα α­πό μια σύν­το­μη πε­ρι­πλά­νη­ση, τα βή­μα­τά μου με ο­δή­γη­σαν σε αυ­τή την ε­νο­ρί­α, η ο­ποί­α μου δί­νει πνο­ή ζω­ής τα τε­λευ­ταί­α δέ­κα χρό­νια.




23/4/13

Συγχώρεση και Αγάπη, ο δρόμος προς την Ανάσταση


 

Μι­χα­ήλ Σ. Ψα­ράς*

  

Η συγ­χώ­ρε­ση εί­ναι η αρ­χι­κή έκ­φρα­ση της α­γά­πης, το πρώ­το ά­νοιγ­μα της αγ­κα­λιάς μας για να δε­χτού­με μέ­σα της, ό­λον τον κό­σμο. Το να α­γα­πά­με εί­ναι μια γι­ορ­τή συ­νάν­τη­σης, η δια­ρκής ευ­και­ρί­α μας να συμ­με­τέ­χου­με στη ζω­ή ευ­χα­ρι­στια­κά, αλ­λά και δι­καί­ω­μα α­κα­τά­λυ­το, που κα­νέ­νας δεν μπο­ρεί να μας το στε­ρή­σει. Το μο­να­δι­κό εμ­πό­διο εί­ναι ο α­νώ­ρι­μος ε­αυ­τός μας.


Μέ­σα στην α­γά­πη ό­μως, ω­ρι­μά­ζει και ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται ο άν­θρω­πος. Γι’ αυ­τό και η συγ­χώ­ρε­ση, εί­ναι κι έ­να ξε­κί­νη­μα για την ω­ρι­μό­τη­τα. Μέ­σα α­πό αυ­τή τη δι­α­δι­κα­σί­α και ε­νώ συν­δι­α­λέ­γε­ται κα­νείς με τη συ­νεί­δη­ση του, α­πο­κτά ον­τό­τη­τα, ε­νι­σχύ­ει με δι­αλ­λα­κτι­κό­τη­τα την προ­σω­πι­κό­τη­τα του, μα­θαί­νει να α­πευ­θύ­νε­ται με προ­σή­νεια στους άλ­λους“, κα­λών­τας τους, κοι­νω­νούς και μέ­το­χους στη ζω­ή του...

* Διαβάστε με προσοχή το διεισδυτικό αυτό κείμενο περί της συγχώρησης, που έγραψε πρόσφατα ο συνεργάτης του blog, αδελφός μας Μιχάλης Ψαράς, ψυχίατρος, ο οποίος διατηρεί το αδελφό ιστολόγιο ΔΕΥΤΕΡΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ



21/4/13

ΠΡΑΞΙΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ





 
 Σωτηρίου Ν. Κόλλια


 Οι ό­ροι πρά­ξις και θε­ω­ρί­α, α­νή­κουν στον θη­σαυ­ρό της αρ­χαί­ας ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας. Ο πρώ­τος προ­έρ­χε­ται α­πό το ρή­μα πράτ­τω που ση­μαί­νει κά­νω, ε­νερ­γώ, ε­νώ ο δεύ­τε­ρος α­πό τις λέ­ξεις θέ­α και ο­ρώ. Με το χρι­στι­α­νι­σμό ό­μως, α­πέ­κτη­σαν άλ­λες δι­α­στά­σεις, κα­θώς η πρά­ξη α­να­φέ­ρε­ται στην ά­σκη­ση σώ­μα­τος και ψυ­χής ε­νώ η θε­ω­ρί­α α­φο­ρά στη θέ­α του ί­διου του Θε­ού. 


 Προ­κει­μέ­νου να βι­ώ­σει κα­νείς τη θε­ω­ρί­α, προ­ϋ­πό­θε­ση εί­ναι να πε­ρά­σει πρώ­τα α­πό την πρά­ξη. Πρώ­τα εί­ναι η ά­σκη­ση και η κα­θα­ρό­τη­τα τής καρ­δί­ας και έ­πει­τα η θε­ο­πτί­α. Η ά­σκη­ση, ως δια­ρκής και α­κα­τά­παυ­στη προ­σπά­θεια κα­θάρ­σε­ως του αν­θρώ­που, α­πο­τε­λεί τη βα­σι­κό­τε­ρη προ­ϋ­πό­θε­ση της θεί­ας θε­ω­ρί­ας. Πρώ­τα πρέ­πει να ε­ξο­βε­λί­σου­με κά­θε σπί­λο α­πό μέ­σα μας και με­τά να κα­τα­στού­με ά­ξιοι λει­τουρ­γοί του α­γνού και α­μί­αν­του πνεύ­μα­τος της Εκ­κλη­σί­ας. 

 

18/4/13

Επ' ελπίδι Αναστάσεως 2




Α­πό­δει­πνο στο νε­κρο­τα­φεί­ο. Ο ή­λιος ε­τοι­μά­ζε­ται για βου­τιά πί­σω α­π’ το βου­νό κι εί­ναι τό­σο θελ­κτι­κό το φως του την ώ­ρα τού­τη που με προ­κα­λεί να κοι­τά­ξω α­πό το πλα­ϊ­νό μι­σο­γερ­μέ­νο πορ­τά­κι της εκ­κλη­σιάς. Φως ι­λα­ρόν πλημ­μυ­ρί­ζει τα μά­τια μου, δε­ή­σεις για τους α­δερ­φούς μου χα­ϊ­δεύ­ουν τ’ αυ­τιά μου. «Υ­πέρ των εν α­σθε­νεί­ας κα­τα­κει­μέ­νων…», η θύ­μη­ση στον πα­τέ­ρα μου και τους πο­λυ­ά­ριθ­μους κα­τοί­κους των νο­σο­κο­μεί­ων. Δά­κρυ­α στην ψυ­χή μου. «Δι’ ευ­χών» κι ό­σο να κοι­τά­ξω λί­γο ψη­λό­τε­ρα στα σύν­νε­φα χά­νε­ται κι η τε­λευ­ταί­α κου­κί­δα του η­λι­ά­το­ρα. Μέ­ρα α­κό­μα και οι λι­γο­στοί πι­στοί σκορ­πί­ζουν γρή­γο­ρα. Μό­νο η κυ­ρά Α­λε­ξάν­δρα, παίρ­νει τον κά­τω δρό­μο.  


- Που πας για­γιά; την ρω­τά­ω.


- Ε­μέ­να μ’ α­ρέ­σει α­πό ‘δω, μου α­παν­τά­ει. Να περ­νά­ω α­πό τον άν­τρα μου.


- Κι ε­μέ­να μ’ α­ρέ­σει α­πό ‘δω, συμ­φω­νώ μα­ζί της. Να θυ­μά­μαι πως θα πε­θά­νω κι ε­γώ μί­α μέ­ρα.


Κα­τη­φο­ρί­ζει στο κοι­μη­τή­ριο πί­σω α­πό το να­ό, φτά­νει στο μνή­μα. Το βή­μα της στα­θε­ρό, τα μά­τια της γε­μά­τα γλύ­κα κι η­ρε­μί­α. Ού­τε έ­να δά­κρυ. Το πα­ρα­μι­κρό τρε­μό­παιγ­μα στη φω­νή της. Μό­νο χα­ϊ­δεύ­ει και φι­λά­ει την φω­το­γρα­φί­α του α­γα­πη­μέ­νου της στο μαρ­μά­ρι­νο σταυ­ρό. «Να προ­σέ­χεις τα παι­διά», τού λέ­ει κι εί­ν’ η φω­νή της σί­γου­ρη πως ο άν­τρας της εί­ναι κον­τά στο Θε­ό και πρε­σβεύ­ει γι’ αυ­τούς με­τά των α­γί­ων. Ά­γιος άν­θρω­πος ο παπ­πούς, ξε­χω­ρι­στός. Πολλοί  μι­λά­νε α­κό­μα γι’ αυ­τόν, χω­ρίς να βρί­σκουν α­κρι­βώς λό­για για να πε­ρι­γρά­ψουν τις α­ρε­τές του. 


Ύ­στε­ρα την ρω­τά­ω για την Βαγ­γε­λι­ώ που έ­φυ­γε λί­γες μέ­ρες τώ­ρα κι ό­σοι την α­γά­πα­γαν μνη­μο­νεύ­ουν τα χω­ρα­τά και την κα­λή της την καρ­διά. Μου δεί­χνει το φρέ­σκο μνή­μα κι ό­πως κά­νου­με να φύ­γου­με με μπά­ζει στην κά­μα­ρα με τα λεί­ψα­να ό­λων των κε­κοι­μη­μέ­νων. 


- Ε­σύ ποι­ούς έ­χεις ε­δώ για­γιά;


- Ε­δώ εί­ν’ ο πα­τέ­ρας μου κι η μά­να μου μα­ζί. Ε­δώ ο γιος μου, ο Στέ­λιος μου. Ε­δώ ο α­δερ­φός μου. Ε­δώ εί­ναι η τε­λευ­ταί­α κα­τοι­κί­α, ο Θε­ός να μας σχωρ­νά­ει, ο­λο­νών μας. Ε­δώ θ’ α­να­παυ­τεί η ψυ­χού­λα μας. 


Τό­σο φυ­σι­κά μου τα λέ­ει ό­λα. Κι ό­μως μι­λά­ει για το φο­βε­ρό­τε­ρο γε­γο­νός, την ση­μαν­τι­κό­τε­ρη στιγ­μή της ζω­ής της, την πιο α­κα­τα­νό­η­τη και πα­ρά­λο­γη, που δεν εί­ναι άλ­λη α­πό το ξαφ­νι­κό πέ­ρα­σμα α­πό το κα­τώ­φλι του θα­νά­του και της ζω­ής. «Έ­σχα­τος ε­χθρός κα­ταρ­γεί­ται ο θά­να­τος…» Σί­γα­σε μέ­σα της ο πό­νος της χα­ρο­κα­μέ­νης μι­κρο­μά­νας τό­σα χρό­νια τώ­ρα, στέ­ρε­ψαν τα δά­κρυ­α α­π’ τα σκαμ­μέ­να της μά­γου­λα, μέ­ρε­ψε κι ο πό­νος του χα­μού των γο­νι­ών της. Κι η α­βά­στα­χτη θλί­ψη για την α­πώ­λεια του α­γα­πη­μέ­νου της συν­τρό­φου έ­γι­νε πα­ρη­γο­ριά κι ελ­πί­δα α­να­στά­σι­μη και για το δι­κό της τέ­λος που πλη­σιά­ζει. 


«Χρι­στός α­νέ­στη εκ νε­κρών θα­νά­τω θά­να­τον πα­τή­σας και τοις εν τοις μνή­μα­σι ζω­ήν χα­ρι­σά­με­νος», θα ψελ­λί­σου­με σε λί­γες μέ­ρες. Πό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο θα το πι­στέ­ψου­με αυ­τή τη φο­ρά; Χρό­νο με το χρό­νο που ο Ά­δης μας θυ­μά­ται πιο συ­χνά κα­τα­λα­βαί­νω πιο κα­λά τι πά­ει να πει «τοις εν τοις μνή­μα­σι». Εί­ναι μου φαί­νε­ται οι μυ­ριά­δες στρα­τι­ές α­πο­λύ­τως μο­να­δι­κών και α­νε­πα­νά­λη­πτων προ­σω­πι­κο­τή­των στην αγ­κα­λιά του Θε­ού, πλά­ι στους αγ­γέ­λους. Κι ό­σο κα­τα­λα­βαί­νω το «τοις εν τοις μνή­μα­σι», άλ­λο τό­σο με­γα­λώ­νει η ελ­πί­δα μου για την α­πέ­ραν­τη α­γά­πη του ου­ρά­νιου πα­τέ­ρα μας που πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τον κα­θέ­να μας α­γα­πά­ει και πο­νά­ει το κά­θε πλά­σμα του ξε­χω­ρι­στά. Άλ­λο τό­σο με­γα­λώ­νει η ελ­πί­δα μου για το υ­πέρλογο γε­γο­νός της Α­να­στά­σε­ως.



«Άν­τε παι­δί μου, την ευ­χή μου, την ευ­χή του Χρι­στού και της Πα­να­γί­ας»



Γεια σου κυ­ρά-Α­λε­ξάν­δρα! Μαυ­ρο­φο­ρε­μέ­νη ό­πως μα­κραί­νεις, με τη με­γά­λη σου καρ­διά που την λεί­α­νε ο πό­νος, βάλ­σα­μο έ­γι­νες στη ρου­τί­να της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τάς μου. Γεύ­ση αι­ω­νι­ό­τη­τας η μορ­φή σου σή­με­ρα. Άγ­γε­λος Κυ­ρί­ου το πέ­ρα­σμά σου απ  το διά­βα μου. Άμ­πο­τε ν’ αν­τα­μω­θού­με με κα­λό μί­α μέ­ρα και στον Πα­ρά­δει­σο… Α­μήν!

Αναστασία Χ''παύλου 

 (Αναδημοσίευση από παλιότερη ανάρτηση στο Αρχαγγέλων Τόπος)


16/4/13

Επ' ελπίδι Αναστάσεως...


Εις μνήμην Γρηγορίου...


Όταν ξεχνάς την ομορφιά της ζωής και σε κυριεύει η γκρίνια,
όταν τα δώρα του Θεού τα λησμονάς και σε κατακλύζει η αχαριστία,
όταν η απώλεια των υλικών σκοτίζει την διάνοιά σου,
όταν η εμπάθεια σε βυθίζει στον Άδη,
όταν μαυρίζεις την στιγμή με μέριμνες,
όταν το παρελθόν σού κλέβει το σήμερα,
όταν ο φόβος για το αύριο σου καταστρέφει την ψυχή, 
όταν δεν μαθαίνεις από τα λάθη σου,
όταν δεν συγχωρείς τον άλλον,
πήγαινε μια βόλτα στο κοιμητήριο.

Εκεί, ο Γρηγόρης και ο κάθε Γρηγόρης,
θα σε κοιτάξουν χαμογελώντας από την Βασιλεία του Θεού
και θα σου θυμίσουν την α-νοησία σου.

Γιατί είναι υπέροχη η ζωή όταν χαίρεσαι και Τον ευχαριστείς, 
πάντων ένεκεν...


14/4/13

Για τον Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς...



Ο επίσκοπος πρ. Ερζεγοβίνης Αθανάσιος Γιέφτιτς 
για τον Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς.

(από το Πεμπτουσία webtv)

8/4/13

Μ. ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ








Σω­τη­ρί­ου Ν. Κόλ­λια


   Με τη χά­ρη του Θε­ού συνεχίζεται το ταξίδι μας στην Με­γά­λη Τεσ­σα­ρα­κο­στή και προ­ε­τοι­μαζόμαστε να υ­πο­δε­χτού­με βι­ω­μα­τι­κά το πά­θος και την Α­νά­στα­ση του Χρι­στού. Η ι­ε­ρή, λοι­πόν, αυ­τή πε­ρί­ο­δος α­παι­τεί α­πό τους ευ­σε­βείς χρι­στια­νούς πνευ­μα­τι­κή ζω­ή και ε­ξά­σκη­ση των α­ρε­τών. Πως αλ­λι­ώς θα αν­τι­κρί­σου­με τον Κύ­ριο μας ε­πά­νω στο Σταυ­ρό Του, ο Ο­ποί­ος βα­σα­νί­στη­κε, τα­πει­νώ­θη­κε και πέ­θα­νε για ό­λους ε­μάς, ε­άν δεν Του δεί­ξου­με την ευ­γνω­μο­σύ­νη μας με το να α­γω­νι­στού­με στο ε­λά­χι­στο, σε σχέ­ση με τις δι­κές του ευ­ερ­γε­σί­ες; Άλ­λω­στε, οι θυ­σί­ες των αν­θρώ­πων, συ­νι­στούν αν­τα­πό­δο­ση και ο­φει­λή, ε­νώ ό,τι δί­δει ο Θε­ός εί­ναι χά­ρις και με­γα­λο­δω­ρί­α.








2/4/13

Το Ισλάμ κι εμεις...



Η καλή (και χειμαρρώδης στον λόγο) 
καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών, 
Ελένη Κονδύλη, Αραβολόγος και συγγραφέας,
 μας μίλησε την Κυριακή 30 Μαρτίου για το Ισλάμ 
και την ιστορική του εξέλιξη.

ΕΔΩ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ:
https://www.youtube.com/watch?v=VxhUzO1umSM