15/11/12

Πραγματικότητες καί διαπιστώσεις ποιμαντικῆς ἀκροβασίας...


π. Κων. Ν. Καλ­λια­νός


 Γιά νά γρά­ψου­με ἤ ἔ­στω γιά νά κα­τα­θέ­σου­με στό χαρ­τί τό λο­γι­σμό, τόν προ­βλη­μα­τι­σμό καί τίς προ­τά­σεις μας, ὁ­πωσ­δή­πο­τε χρει­ά­ζον­ται καί τά ἀ­νά­λο­γα ἐ­ρε­θί­σμα­τα, τά ὁ­ποῖ­α συμ­βάλ­λουν στήν ἀ­να­ζή­τη­ση, ὕ­στε­ρ' ἀ­πό σω­στή καί ἔγ­κο­πο ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α, ἰ­κα­νῶν συμ­πε­ρα­σμά­των.

Ἀ­πό κά­ποι­α με­λέ­τη πού πού συ­νέ­δρα­με τόν συλ­λο­γι­μό μου, δα­νεί­ζο­μαι τά πα­ρα­κά­τω, τά ὁ­ποῖ­α στή συ­νέ­χεια θά σχο­λιά­σω μέ τό δι­κό μου τρό­πο καί, φυ­σι­κά, μέ βά­ση τήν ποι­μαν­τι­κή ἐμ­πει­ρί­α τῶν εἰ­κο­σι­ε­φτά μου  χρό­νων: ἔ­στω κι ἄν αὐ­τά τά χρό­νια τά θή­τευ­σα στήν ἐ­παρ­χί­α…τῆς ἐ­παρ­χί­ας[1].

Ἄν δέν θέ­λου­με νά αὐ­τα­πα­τώ­με­θα, θά πρέ­πει μᾶλ­λον νά τεί­νου­με πρός τήν πα­ρα­δο­χή ὅ­τι στήν Ἑλ­λά­δα ὑ­πάρ­χουν δύ­ο θρη­σκεῖ­ες: Ὁ Ὀρ­θό­δο­ξος Χρι­στι­α­νι­σμός (ὁ ὁ­ποῖ­ος κοι­νω­νι­κά μει­ο­ψη­φεῖ) καί κά­τι ἄλ­λο πού ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται ὅ­τι εἶ­ναι Ὀρ­θό­δο­ξος Χρι­στι­α­νι­σμός ἀλ­λά ἀ­πο­τε­λεῖ συ­νο­θύ­λευ­μα ἀν­τι­χρι­στι­α­νι­κῶν πλα­τω­νι­κῶν δι­δα­σκα­λι­ῶν, πα­γα­νι­στι­κῶν ἀν­τι­λή­ψε­ων, φολ­κλο­ρι­κῶν στοι­χεί­ων, ἀ­το­μι­κοῦ εὐ­σε­βι­σμοῦ κ.λ.π. Αὐ­τό συ­νι­στᾶ τήν κοι­νω­νι­κά κυ­ρί­αρ­χη θρη­σκεί­α."[2]

Φο­βᾶ­μαι, πώς ἡ δι­α­πί­στω­ση αὐ­τή ἀ­πό κά­ποι­ους ἔ­χει ὁ­πωσ­δή­πο­τε πα­ρε­ξη­γη­θεῖ. Κι ἀ­να­φέ­ρο­μαι στούς αἰ­θε­ρο­βά­μο­νες ἐ­κεί­νους, πού στέ­κον­ται στό γε­γο­νός τῆς εἰ­σέ­τι εὐ­λά­βειας τοῦ νε­ο­έλ­λη­να, κα­θώς μέ στα­τι­στι­κές καί μέ ἔ­ρευ­νες προ­σπα­θοῦν νά τή συμ­πε­ρά­νουν ἤ ἔ­στω νά τήν πα­ρα­δε­χτοῦν. Ὡ­στό­σο τά πράγ­μα­τα δι­α­φο­ρε­τι­κά δεί­χνουν, ἐ­νῶ ἐ­μεῖς, ὡς ἄ­με­σοι γνῶ­στες τοῦ ζη­τή­μα­τος-ὅ­σοι δη­λα­δή δέν ἐ­πι­θυ­μοῦ­με νά κλεί­νου­με τά μά­τια μας ἤ νά ὀ­νει­ρευ­ό­μα­στε-προ­σπα­θοῦ­με νά βά­λου­με μιά τά­ξη μέ­σα μας καί, φυ­σι­κά, νά βλέ­που­με τά  πράγ­μα­τα ὥς ἔ­χουν καί λει­τουρ­γοῦν, γιά νά ξέ­ρου­με πώς θά πλεύ­σου­με. Θά πῶ ἀ­μέ­σως τί ὑ­πον­νο­ῶ.

Ἐ­μεῖς οἱ ἱ­ε­ρεῖς τῶν χω­ρί­ων-κα­τά τόν Πα­πα­δι­α­μάν­τη- μπο­ρεῖ νά ζή­σα­με καί νά συ­ναν­τη­θή­κα­με μέ στιγ­μές καί Μορ­φές ὡ­σάν κι αὐ­τές πού δι­α­βά­ζου­με στά Σκι­α­θί­τι­κα κυ­ρί­ω­ς  δι­η­γή­μα­τά του,  ὅ­μως αὐ­τά, ὕ­στε­ρα ἀ­πό τή λε­γό­με­νη "του­ρι­στι­κή ἀ­ξι­ο­ποί­η­ση καί ἀ­νά­πτυ­ξη", ἀ­πο­τρα­βή­χτη­καν στήν ἀν­τί­πε­ρα ὄ­χθη κι ἀ­πό­μει­ναν γιά τόν σύγ­χρο­νο ἐ­παρ­χι­ώ­τη μου­σεια­κά ἀν­τι­κεί­με­να, τά ὁ­ποῖ­α σερ­βί­ρον­ται μέ τό ἀ­νά­λο­γο κό­στος στόν ἀ­στό πού ἐ­πι­δι­ώ­κει νά εἶ­ναι κι αὐ­τός "in", στήν ὅ­λη φολ­κλο­ρι­κή ἀ­τμό­σφαι­ρα, τήν ὁ­ποί­α τοῦ δι­α­φη­μί­ζουν, ὅ­πως δι­α­φη­μί­ζουν κι ἐ­κτι­μοῦν τήν Ὀρ­θό­δο­ξη εἰ­κό­να, χω­ρίς ὡ­στό­σο, νά ὑ­πει­σέρ­χον­ται στό πε­ρι­ε­χό­με­νό της καί νά σέ­βον­ται ή νά κα­τα­νο­οῦν τό πε­ρι­βάλ­λον πού  τήν ἐ­δη­μι­ούρ­γη­σε [3].

 Θά μι­λή­σω χω­ρίς ἄλ­λες θε­ω­ρη­τι­κές ἀ­να­λύ­σεις, ἀλ­λά βα­σι­ζό­με­νος στήν ἐμ­πει­ρί­α μου.  Αὐ­τό /αλ­λω­στε νο­μί­ζω ὅ­τι ἀ­παι­τεῖ κι ὁ ἀ­να­γνώ­στης μου.

Συ­νή­θως ὁ πι­στός τῶν δι­κῶν μας μι­κρῶν ἐ­νο­ρι­ῶν ἄρ­χι­σε τε­λευ­ταῖ­α νά πα­τά­ει μέ τό ἕ­να του πό­δι στήν Ὀρ­θό­δο­ξη πα­ρά­δο­ση καί μέ τό ἄλ­λο στά σύγ­χρο­να ρεύ­μα­τα πού τόν βομ­βαρ­δί­ζουν ἀ­πό κά­θε με­ριά καί μέ κά­θε μέ­σον. Ἔ­τσι, ἀ­ρέ­σκε­ται λ.χ. στό νά τι­μᾶ τόν ἅ­γιο τοῦ ἐ­ξωκ­κλη­σιοῦ πού ἐ­πι­τρο­πεύ­ει, ἀλ­λά τό τρα­πέ­ζι δέν θά τό στρώ­σει ἀ­πο­λεί­τουρ­γα, ὅ­πως γι­νό­ταν πα­λι­ό­τε­ρα, μά με­τά τήν ἀ­πό­λυ­ση τῆς λε­γό­με­νης "ἀ­γρυ­πνιᾶς", τοῦ πα­νη­γυ­ρι­κοῦ δηλ. Ἑ­σπε­ρι­νοῦ. Ἐ­πί­σης, δέν τό θε­ω­ρεῖ κα­κό ἄν εἶ­ναι Τε­τάρ­τη ἤ Πα­ρα­σκευ­ή, στό νά κρα­τή­σει ἔ­στω τά προ­σχή­μα­τα καί νά μήν κα­τα­λύ­σει τή νη­στεί­α, ἀλ­λά πο­ρεύ­ε­ται μέ γνώ­μο­να τήν εὐ­χα­ρί­στη­ση τῶν "συ­νε­ορ­τα­στῶν".

Ἐ­πί­σης ἕ­να ἄλ­λο φαι­νό­με­νο ἀρ­κε­τά κρί­σι­μο καί κο­ρυ­φαῖ­ο εἶ­ναι ἡ ἀ­πο­χή τῶν πι­στῶν ἀ­πό τήν Θεί­α Με­τά­λη­ψη, τό­σο κα­τά τίς ἡ­μέ­ρες αὐ­τές, τῶν πα­νη­γυ­ρι­ῶν δη­λα­δή, ὅ­σο καί κα­τά τίς γι­ορ­τές καί τίς Κυ­ρια­κές. Καί σ'­αὐ­τό τό ση­μεῖ­ο θέ­λω νά ὑ­πο­γραμ­μί­σω καί νά πῶ, ὅ­τι με­γά­λη εἶ­ναι ἡ "συ­νει­σφο­ρά"καί κά­ποι­ων κλη­ρι­κῶν, πού ὑ­πο­χρέ­ω­ναν τούς ἀν­θρώ­πους σέ πο­λύ με­γά­λες καί ἐ­ξαν­τλη­τι­κές νη­στεῖ­ες, ὅ­πως ἐ­πί­σης καί κά­ποι­ων λα­ϊ­κῶν, εὐ­σε­βι­στι­κῶν ἤ ἀ­κραί­ων ἀ­πο­χρώ­σε­ων, πού τό­νι­ζαν μέ ἔμ­φα­ση τήν ἀ­πο­χή ἀ­πό τή συ­χνή Θεί­α Κοι­νω­νί­α, "για­τί ἡ Κοι­νω­νιά δέν εἶ­ναι σοῦ­πα" (με­τα­φέ­ρω ἐ­δῶ αὐ­τού­σια τήν λα­ϊ­κή ἔκ­φρα­ση, τήν ὁ­ποί­α ἐ­φεῦ­ρε ὁ φα­ρι­σα­ϊ­κός ἐγ­κέ­φα­λος κά­ποι­ων αὐ­τό­κλη­των πνευ­μα­τι­κῶν καί "σω­τή­ρων")!

Ὡ­στό­σο, ἐ­κεῖ πού δι­α­πι­στώ­νε­ται ἡ βα­θειά ρωγ­μή με­τα­ξύ Ὀρ­θο­δο­ξί­ας καί "Ὀρ­θο­δο­ξί­ας" εἶ­ναι τίς λε­γό­με­νες κα­λές ἡ­μέ­ρες, τοῦ Ἱ. Δω­δε­κα­η­μέ­ρου δη­λα­δή καί τοῦ Πά­σχα, ὅ­που μπερ­δεύ­ον­ται μι­κροί καί με­γά­λοι μέ τή νέ­α δι­άρ­θρω­ση τῶν πραγ­μα­των, κα­θώς ὁ ἅ­γιος Βα­σί­λει­ος δέν ἔρ­χε­ται ἀ­πό τήν Και­σα­ρί­α, ἀλ­λ' ἀ­πό τή Λα­πω­νί­α ἤ ἔ­στω ἀ­πό τήν Ἀ­με­ρι­κή[4] καί γε­νι­κό­τε­ρα ἀ­πό τή Δύ­ση. Μά­λι­στα, ἡ ἄ­φι­ξη τοῦ ἁ­γί­ου δέ γί­νε­ται τήν Πρω­το­χρο­νιά [5], ἀλ­λά τά Χρι­στού­γεν­να. Κι αὐ­τό δυ­στυ­χῶς, τεί­νει πιά νά πα­γι­ω­θεῖ, κα­θώς ἡ ἀ­γο­ρά εὐ­νο­εῖ τήν εἰ­σβο­λή αὐ­τοῦ τοῦ ξέ­νου κα­τά πάν­τα κι ἄ­σχε­του μέ τήν πα­ρά­δο­σή μας "ἔ­θί­μου".

Ἀ­πό τή ἄλ­λη τίς ἡ­μέ­ρες τῶν λε­γο­μέ­νων δι­α­κο­πῶν τοῦ Πά­σχα, δη­λα­δή ἀ­πό τή Μ. Πα­ρα­σκευ­ή καί μέ­χρι τή Δευ­τέ­ρα τῆς Λαμ­πρῆς, πα­ρα­τη­ρεῖ­ται μιά ἐκ­δρο­μι­κή κί­νη­ση, ἡ ὁ­ποί­α θυ­μί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο κο­σμι­κή ἔ­ξο­δο, πα­ρά θρη­σκευ­τι­κή ἀ­να­ζή­τη­ση γιά πλέ­ον βι­ω­μα­τι­κή με­το­χή στό κο­ρυ­φαῖ­ο γε­γο­νός τῆς Ἀ­πο­κα­θη­λώ­σως καί τῆς Τα­φῆς τοῦ Κυ­ρί­ου. Ἄν δοῦ­με δέ καί τήν Ἀ­νά­στα­ση, αὐ­τή ἔ­χει πιά κα­ταν­τή­σει κο­σμι­κή συγ­κέν­τρω­ση, χω­ρίς καμ­μιάν εὐ­αι­σθη­σί­α, ἀ­πό τούς πε­ρισ­σό­τε­ρους, σε­βα­σμοῦ τοῦ Μυ­στη­ρί­ου τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως. Φυ­σι­κά, δέν γί­νε­ται ἐ­δῶ λό­γος γιά τήν πα­ράλ­λο­γη χρή­ση ἐ­κρη­κτι­κῶν κι ἄλ­λων τοι­ού­των μέ­σων ἀ­πό τῆν ἀρ­χή τῆς ἀ­κο­λου­θί­ας τῆς Παν­νυ­χί­δος, πού δέν ἐ­πι­τρέ­πουν στούς ἐ­λά­χι­στους πι­στούς νά γευ­τοῦν χαρ­μο­σύ­νως καί εὐ­λα­βῶς τόν "κα­λό τό λό­γο", ὅ­πως συ­νη­θί­ζε­ται νά λέ­γε­ται στήν Ἐ­παρ­χί­α τό "Χρι­στός Ἀ­νέ­στη" [6].

Τέ­λος, αὐ­τό πού τά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἐ­πι­χει­ρεῖ­ται νά υἱ­ο­θε­τη­θεῖ ἀ­πό τόν σύγ­χρο­νο νε­ο­έλ­λη­να εἶ­ναι ἡ ἀ­που­σί­α τοῦ σε­βα­σμοῦ του σέ αὐ­τό πού ὀ­νο­μά­ζου­με Πά­σχα τοῦ Κα­λο­και­ριοῦ, τόν Δε­κα­πεν­ταύ­γου­στο δη­λα­δή.

Πα­λι­ό­τε­ρα θυ­μᾶ­μαι στά δι­κά μας τά μέ­ρη οἱ μέ­ρες αὐ­τές ἦ­ταν ση­μα­δε­μέ­νες ἀ­πό τήν κα­τά­νυ­ξη τῶν ἀ­πό­βρα­δων Πα­ρα­κλη­τι­κῶν Κα­νό­νων, τή Γι­ορ­τή τῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως, τή νη­στεί­α, πού τήν σέ­βον­ταν καί τι­μοῦ­σαν ἰ­δι­αί­τε­ρα,[7] μέ κο­ρύ­φω­ση τήν γι­ορ­τή τῆς Πα­να­γί­ας, τό­σο στόν Ἑ­σπε­ρι­νό, ὅ­σο καί στόν Ὄρ­θρο καί τή Θ. Λει­τουρ­γί­α, στήν ὁ­ποί­α ἡ προ­σέ­λευ­ση τῶν πι­στῶν στή Θεί­α Με­τά­λη­ψη ἦ­ταν ἀ­ριθ­μη­τι­κά πο­λύ ση­μαν­τι­κή.

Σή­με­ρα τό μάρ­κε­τινγκ τῆς σύχ­γρο­νης ἀν­τί­λη­ψης ἀ­πό­κα­θη­λώ­νει σι­γά-σι­γά ὅ, τι ἀ­πο­τε­λοῦ­σε κα­πο­τε θε­μέ­λιο ζω­ῆς, καί τὀ ἀν­τι­κα­θι­στᾶ ἤ­δη μέ μιά νέ­α τυ­πο­λο­γί­α, ἡ ὁ­ποί­α ἐ­ξα­φα­νί­ζει τό ἱ­ε­ρό ἀ­πό τόν ὄν­τως εὐ­λο­γη­μέ­νο μῆ­να Αὔ­γου­στο καί τό ἀν­τι­κα­θι­στᾶ μέ τό ἀ­νυ­πό­στα­το "ἐ­ρω­τι­κό": "ὁ ἐ­ρω­τι­κός μῆ­νας Αὔ­γου­στος", ἰ­σχυ­ρί­ζον­ται καί δι­α­τεί­νουν ὅ­λα τά κο­σμι­κά πε­ρι­ο­δι­κά καί τά Μ.Μ.Ε, ἐ­πει­δή τίς μέ­ρες αὐ­τές ὁ νε­ο­έλ­λη­νας ἀ­δειά­ζει, δη­λα­δή πα­ραι­τεῖ­ται τῶν ἔρ­γων αὐ­τοῦ. Ἑ­πο­μέ­νως ὅ,τι σχε­τί­ζε­ται μέ τήν πί­στη καί τήν πα­ρά­δο­σή του ἄς κα­τα­λυ­θεῖ ἐξ ὀ­νό­μα­τος τῆς "ἀ­δεί­ας"-δι­α­θε­ρι­σμό τήν ἔ­λε­γαν οἱ πα­λαι­ό­τε­ροι. Γι᾿ αὐ­τό καί τά νη­σιά κα­τα­λύ­ουν ὅ, τι τό εὐ­λο­γη­μέ­νο καί δυ­να­μι­κά σχε­τι­ζό­με­νο μέ τή νη­στεί­α τοῦ Δε­κα­πεν­ταυ­γού­στου, τήν προ­σέ­λευ­ση στή Θεί­α Κοι­νω­νί­α, στίς Πα­ρα­κλή­σεις καί γε­νι­κά στήν εὐ­λο­γη­μέ­νη ἐ­κεί­νη συ­νή­θεια τῶν πα­λαι­ῶν, νά σέ­βον­ται καί νά τι­μοῦν τίς μέ­ρες αύ­τές. Φυ­σι­κά ἐ­πι­νο­ή­θη­καν ἄλ­λου εἴ­δους τε­λε­τές, ὅ­πως ὀ Ἐ­πι­τά­φιος τῆς Πα­να­γί­ας, ὅ­που ναί μέν προ­σέρ­χον­ται πολ­λοί, ὅ­μως αὐ­τή ἡ τε­λε­τή γιά νη­σιά ὅ­πως εἶ­ναι τό δι­κό μας, μέ αὐ­στη­ρό πα­ρα­δο­σια­κό-κολ­λυ­βα­δι­κό πνεῦ­μα εἶ­ναι μιά ἀ­νορ­θο­γρα­φί­α, ἀ­ταί­ρια­στη παν­τε­λῶς μέ τήν ἀρ­χαί­α τυ­πι­κή δι­ά­τα­ξη τοῦ Πα­νη­γυ­ρι­κοῦ ἑ­σπε­ρι­νοῦ, πού οἱ ρί­ζες του ἀ­να­τα­μώ­νουν τέ­λεια μέ τίς αἰ­ώ­νι­ες ρί­ζες τῆς Ἁ­γι­ο­ρει­τι­κῆς λει­τουρ­γι­κῆς πα­ρά­δο­σης καί ζω­ῆς.[8]

Σέ ὅλ᾿ αὐ­τά ἔρ­χον­ται νά προ­στε­θοῦν κά­ι τά λέ­γό­με­να "λα­ϊ­κά δρώ­με­να"τίς ἡ­μέ­ρες τοῦ Τρι­ω­δί­ου. Ἰ­δι­ά­ι­τε­ρα τήν Κυ­ρια­κή τῆς Τυ­ρι­νῆς μέ τά δι­ά­φο­ρα "κο­σμι­κά" πα­νη­γύ­ρια, ση­μαν­τι­κές ἀ­κο­λου­θί­ες, ὅ­πως τοῦ Κα­τα­νυ­κτι­κοῦ Ἑ­σπε­ρι­νοῦ τῆς συγ­γνώ­μης ἀ­πο­τε­λοῦν, παρ᾿ ὅ­λες τίς πα­ρε­ναί­σεις καί τίς πα­ρα­κλή­σεις μας, δευ­τε­ρευ­οὐ­σης ση­μα­σί­ας γε­γο­νό­τα, ἀ­φοῦ προ­έ­χει ἡ πομ­πή τῶν με­ταμ­φι­ε­σμέ­νων, οἱ ὁ­ποι­οι, μά­λι­στα, περ­νών­τας ἀ­πό τά προ­αύ­λια κἀ­ο­ποι­ων ἐ­νο­ρια­κῶν να­ῶν ἀ­νε­ρυ­θριά­στως βω­μο­λο­χοῦν, για­τί τό "κα­λεῖ ἡ μέ­ρα"! ! Κι ὅλ᾿ αὐ­τά γιά χά­ρη τῆς Πα­ρά­δο­σης! Ἀ­λή­θεια, ποι­άς;


Σκό­πε­λος

Ση­μει­ώ­σεις

1 Ἀ­πό πολ­λούς ἡ ἐ­παρ­χί­α θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­κό­μα, ὡ­ς ­   ὁ κα­τε­ξο­χήν (ἰ­δε­α­τός) χῶ­ρος
στόν ὁ­ποῖ­ο καί  ἐγ­κα­τοι­κεῖ ἡ πεμ­πτου­σί­α τοῦ Ὀρ­θό­δο­ξου πλη­ρώ­μα­τος. Μό­νο πού τά πράγ­μα­τα δι­α­φο­ρο­ποι­οῦν­ται ὁ­σο περ­νά­ει ὁ και­ρός, για­τί μέ τήν εἰ­σβο­λή τῆς εἰ­κό­νας μέ­σω τῆς τη­λε­ό­ρα­σης νο­θεύ­τη­κε ἡ ἀ­μι­γής πα­ρα­δο­σια­κή κοι­νω­νί­α καί ζω­ή τῆς γνή­σια­ς  ἐ­παρ­χί­ας, τήν ὁ­ποί­α συν­θέ­τουν χω­ριά μέ αὐ­στη­ρή καί κλει­στή συμ­βί­ω­ση μέ βά­ση πάν­τα καί κέν­τρο της τήν Ὀρ­θό­δο­ξη ἐ­νο­ρια­κή ζω­ή καί δρα­στη­ρι­ό­τη­τα. Ὁ ἐν­δι­α­φε­ρό­με­νος γιά μιάν πιό ἀ­να­λυ­τι­κή καί μέ σο­βα­ρό­τη­τα γραμμ­μέ­νη με­λε­τη γύ­ρω ἀ­πό τή σέ­ση τῆς Ἐ­παρ­χί­ας μέ τήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἄς δεῖ τή με­λέ­τη τοῦ π. Σταύ­ρου Κο­φι­νᾶ, Ἐκ­κλη­σί­α καί Ἐ­παρ­χί­α, ΣΥΝΑΞΗ, τ.42 , Ἀ­πρ.- Ἰ­ουν.1992, σελ. 15-25
2 Θα­να­σης Ν. Πα­πα­θα­να­σί­ου, Ἀ­νε­στι­ό­τη­τα καί πα­ρα­πεμ­πτι­κό­τη­τα. Κρι­τι­κές προ­σεγ­γί­σεις στά Θε­ο­λό­γι­κά Δρώ­με­να, Ἁρ­μός Ἀ­θή­να 1998, σελ.54
3 Γιά νά μή λέ­ω πράγ­μα­τα δι­κά μου πα­ρα­πέμ­πω τόν ἀ­να­γνώ­στη μου στά ὅ­σα ἔ­γρα­ψε πρίν ἀ­πό ἕ­να πε­ρί­που αἰ­ῶ­να ὁ Πα­πα­δι­α­μάν­της σχε­τι­κά μέ τό θέ­μα τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης εἰ­κό­νας καί τή δη­μι­ουρ­γί­α Μου­σεί­ου.
4 Bλ. Κων. Ζορ­μπᾶς, Ἐ­ξω­τι­κά Χρι­στού­γεν­να-ἐ­ξω­τι­κοί βα­σί­λη­δες, περ. ΨΗΦΙΔΕΣ, ΔΕΚ.1999, τευχ. 36, ἔ­τρος 5ο, Βό­λος. Ἱ. Μ. Δη­μη­τριά­δος.
"Ὁ ἅ­γιος Βα­σί­λει­ος μέ τό κόκ­κι­νο κα­πέ­λο του (ἐμ­φα­νί­στη­κε πε­ρί­που τό 1900), τήν κόκ­κι­νη φο­ρε­σιά του καί τήν μαύ­ρη ζώ­νη του (σχε­δια­στής της ἦ­ταν ὀ ἀ­με­ρι­κα­νός Τό­μας Νά­στ τό 1863) κα­τά­φε­ρε νά μπεῖ μστή ζω­ἠ μας ἐγ­και­νι­ά­ζον­τας μιά δι­α­φή­μη­ση τῆς Κό­κα-Κό­λα...! "
5 Πό­σο /ο­μορ­φα και συγ­κι­νη­τι­κά τά πα­ρου­σιά­ζει «ο ξε­χα­σμέ­νος σή­με­ρα Μω­ρα­ϊ­τί­δης
6 Τε­λευ­ταῖ­α ἄρ­χι­σε νά γί­νε­ται μό­δα κι ἡ ἀ­που­σί­α τοῦ Πα­σχά­λιου χαι­ρε­τι­σμοῦ τῶν πι­στῶν"Χρι­στός Ἀ­νέ­στη-Ἀ­λη­θῶς Ἀ­νέ­στη ἤ Ἀ­λη­θῶς ὁ Κύ­ριος", μέ τό γε­νι­κό  κι ἀ­ό­ρι­στο, "Χρό­νια Πολ­λά.
7 Εἶ­ναι ἄ­ξιο μνή­μης τό γε­γο­νός τῆς τι­μῆς πρός τήν Πα­να­γί­α τῶν ἁ­πλῶν γυ­ναι­κῶν, οἱ ὁ­ποῖ­ες γιά τή Χά­ρη Της ντύ­νον­ταν στά μαῦ­ρα, συμ­με­τέ­χον­τας ἔ­σι κι ἐ­ξω­τε­ρι­κά στό ὅ­λο εὐ­κα­τά­νυ­κτο κλῖ­μα τῶν ἡ­με­ρῶν τοῦ Δε­κα­πεν­ταυ­γού­στου. Σή­με­ρα ἡ συ­νή­θεια αὐ­τή ὅ­σο πά­ει κι ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται.
8 Ἄν ἐ­πι­θυ­μεῖ ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἄς κα­τα­φύ­γει στό δι­ή­γη­μα τοῦ Ἀλ. Πα­πα­δι­α­μάν­τη, Ρεμ­βα­σμός τοῦ Δε­κα­πεν­ταύ­γου­στου, ( ΑΠΑΝΤΑ, ἐκδ. ΔΟΜΟΣ, τ. ) ὅ­που θά δεῖ τήν ἀ­κραιφ­νῆ τυ­πι­κή δι­ά­τα­ξη τῆς πα­νη­γυ­ρι­κῆς ἀ­γρυ­πνί­ας, ἁ­γι­ο­ρει­τι­κοῦ τύ­που, χω­ρίς ὑ­περ­βο­λές ἤ και­νο­το­μί­ες.  Πε­ρι­σό­τε­ρα βλ. στοῦ Ἀ­νέ­στη Γ. Κε­σε­λό­που­λου, Ἡ λει­τουρ­γι­κή πα­ρά­δο­ση στόν Ἀ­λέ­ξαν­δρο Πα­πα­δι­α­μάν­τη, Πουρ­να­ρᾶς, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1994, σελ. 19 ἑξ.

πη­γή: Aν­τί­φω­νο, πε­ρι­ο­δι­κό "Σύ­να­ξη" τ. 103, σ. 77.

11/11/12

ΜΙΑ ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ...



Εἰς τὴν πα­ρα­βο­λὴν τοῦ ἐμ­πε­σόν­τος εἰς τοὺς λῃ­στάς.

Ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης Χρυ­σό­στο­μος

 


Ἀ­κού­σα­με, ἀ­δελ­φοί μου, στό Εὐ­αγ­γέ­λιο τόν Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στὸ νὰ μᾶς λέ­ει: Ἄν­θρω­πός τις κα­τέ­βαι­νεν ἀ­πὸ Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ εἰς Ἱ­ε­ρι­χὼ, καὶ λῃ­σταῖς πε­ρι­έ­πε­σεν· οἳ καὶ ἐκ­δύ­σαν­τες αὐ­τὸν, καὶ πλη­γὰς ἐ­πι­θέν­τες κα­τέ­λι­πον ἡ­μι­θα­νῆ τυγ­χά­νον­τα. Ἱ­ε­ρεὺς δὲ καὶ Λευ­ΐ­της δι­ερ­χό­με­νοι διὰ τῆς ὁ­δοῦ ἐ­κεί­νης, καὶ ἰ­δόν­τες αὐ­τὸν, ἀν­τι­πα­ρῆλ­θον. Σα­μα­ρεί­της δέ τις ἐλ­θὼν ἐ­πὶ τὸν τό­πον, καὶ ἰ­δὼν αὐ­τὸν, ἐ­σπλαγ­χνί­σθη ἐ­π' αὐ­τὸν, καὶ σὺν ἐ­λαί­ῳ οἶ­νον βα­λὼν καὶ ἀ­να­μί­ξας ἐ­πέ­χε­εν αὐ­τῷ, καὶ κα­τέ­δη­σε τὰ τραύ­μα­τα αὐ­τοῦ, καὶ ἀ­να­λα­βὼν αὐ­τὸν ἐ­πὶ τὸ ἴ­διον κτῆ­νος, ἤ­γα­γεν εἰς παν­δο­χεῖ­ον, καὶ ἔ­δω­κε τῷ παν­δο­χεῖ δύ­ο δη­νά­ρια, εἰ­πών· Ἐ­πι­με­λή­θη­τι τοῦ ἀν­θρώ­που τού­του, καὶ εἴ τι προσ­δα­πα­νή­σῃς, ἐ­γὼ ἐν τῷ ἐ­πα­νέρ­χε­σθαί με ἀ­πο­δώ­σω σοι.
                        
 Ἄς δοῦ­με λοι­πὸν τὸ νό­η­μα τῆς πα­ρα­βο­λῆς καὶ μὲ γνω­στι­κὴ ψυ­χὴ κα­τα­νο­ῶν­τας το, ἄς γνω­ρί­σουμε τὰ μυ­στή­ρια τοῦ Θε­οῦ. Ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ὁ Ἀ­δάμ, Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ ἡ πο­λι­τεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν καὶ ἡ σύ­νε­ση, Ἰ­ε­ρι­χώ ὁ κό­σμος. Ὅ­σο λοι­πόν ὁ Ἀ­δάμ, πρὶν ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­κο­ή, εἶ­χε φρό­νη­μα τῶν οὐ­ρα­νῶν καὶ ἀγ­γε­λι­κὴ ζω­ή, εἶ­χε ἀ­νεμ­πό­δι­στη εἴ­σο­δο στὴν ἐ­που­ρά­νια πό­λη Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ.

Κα­τοι­κῶν­τας, ζῶν­τας μέ­σα στὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ τί­πο­τα δὲν τὸν νι­κοῦ­σε οὔ­τε τὸν τραυ­μά­τι­ζε. Ὅ­ταν ὅ­μως πα­ρά­κου­σε τὸν Θε­ὸ καὶ δὲν φύ­λα­ξε τὶς ἐν­το­λὲς του, ἀλ­λὰ πα­ρα­σύρ­θη­κε ἀ­πὸ τό φί­δι, τό­τε κα­τέ­βη­κε στὴν Ἱ­ε­ρι­χὼ δη­λα­δή στὴν γῆ, κι’ ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὰ ἔρ­γα τῆς γῆς.

Για­τὶ Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ ση­μαί­νει ἀ­νά­βα­ση, ἐ­νῶ Ἱ­ε­ρι­χὼ κα­τα­κλυ­σμός. Κα­τέ­βη­κε λοι­πόν ἀ­πό τὴν Ἰ­ε­ρου­σα­λήμ στὴν Ἱ­ε­ρι­χὼ, ἀ­πό τὴν ζω­ὴ δη­λα­δὴ τῶν οὐ­ρα­νῶν στὴν ζω­ὴ  ὅ­που ἐ­πι­κρα­τεῖ ἡ ἀ­πά­τη τοῦ δι­α­βό­λου. Ὅ­ταν κά­ποι­ος τη­ρῆ τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ, τό­τε ζῆ στοὺς οὐ­ρα­νοὺς, ὅ­πως λέ­ει ὁ Ἀ­πό­στο­λος·  Ἡ δι­κή μα­ς πο­λι­τεί­α εἶ­ναι στὸν οὐ­ρα­νό. Κα­τέ­βη­κε ἀ­πὸ τήν δό­ξα στὴν ἀ­δο­ξί­α, ἀ­πὸ τὸν πα­ρά­δει­σο τῆς ἀ­πο­λαύ­σε­ως στὴ γῆ μὲ τ’ ἀγ­κά­θια, ἀ­πὸ τὴν ζω­ή στό θά­να­το. Ὅ­ταν φᾶ­τε, λέ­ει, ἀ­πὸ τὸ δέν­δρο, θὰ σᾶς κυ­ρι­αρ­χή­ση ὁ θά­να­τος, δη­λα­δὴ ἡ ἁ­μαρ­τί­α. Για­τὶ ἡ ἁ­μαρ­τί­α, ἡ πα­ρα­κο­ή στὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι θά­να­τος ψυ­χῆς. 

Κα­τέ­βη­κε ἀ­πὸ τὴν δι­και­ο­σύ­νη τοῦ Πα­ρα­δεί­σου, ἀ­πὸ τὴν ἁ­γι­ω­σύ­νη τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καὶ ἦρ­θε στὴν Ἱ­ε­ρι­χὼ δη­λα­δὴ στὸ βά­ρα­θρο τῆς πα­ρα­κο­ῆς, στὸ θά­να­το τῆς ἁ­μαρ­τί­ας.  Καὶ πέ­φτει στὰ χέ­ρια τῶν λη­στῶν, δη­λα­δή τοῦ δι­α­βό­λου καὶ τῶν δυ­νά­με­ών του. Δρό­μος, εἶ­ναι ἡ ζω­ὴ αὐ­τὴ ὅ­που βά­δι­σε ὁ Ἀ­δάμ κι’ ἔ­πε­σε στὰ χέ­ρια τῶν λη­στῶν καὶ τὸν ἀ­πο­γύ­μνω­σαν. Καὶ ποι­ὰ στο­λὴ τοῦ ἔ­βγα­λαν; Τὴν στο­λὴ τῆς ὑ­πα­κο­ῆς, τὴν φι­λί­α μὲ τοὺς ἀγ­γέ­λους, τὴν ἀ­θά­να­τη δό­ξα, τὴν συ­να­να­στρο­φὴ μὲ τὸ Χρι­στὸ, τὴν πα­ρα­δει­σέ­νια χα­ρά, τὴν οὐ­ρά­νια ζω­ή.  Αὐ­τὴ τὴν στο­λὴ τοῦ ἔ­βγα­λαν.  Καὶ τοῦ προ­ξέ­νη­σαν πλη­γές, δη­λα­δή ἁ­μαρ­τί­ες, πορ­νεῖ­ες,  μοι­χεῖ­ες, εἰ­δω­λο­λα­τρεῖ­ες, φαρ­μα­κώ­μα­τα, δο­λο­φο­νί­ες, φι­λο­νι­κί­ες, θυ­μὸ κι ὅ­λη τὴν ὑ­πό­λοι­πη σει­ρὰ τῶν κα­κῶν.

Αὐ­τὰ τὰ ἔρ­γα πλη­γώ­νουν τὸν ἄν­θρω­πο, αὐ­τὰ προ­ξε­νοῦν τὴν δυ­σω­δί­α καὶ τὴν φθο­ρά. Κι ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τό, κα­τα­νο­ῆ­στε το ἀ­πὸ τὸν Δα­βίδ, πῶς ἀ­πει­κο­νί­ζον­τας στὸν ἑ­αυ­τό του τὶς πλη­γὲς τοῦ Ἀ­δάμ τὶς ἀ­πο­κα­λεῖ μώ­λω­πες καὶ λέ­ει ὀρ­θά· "Ἐ­βρώ­μη­σαν καὶ σά­πι­σαν τὰ χτυ­πή­μα­τά του ἐξ αἰ­τί­ας τῆς ἀ­πι­στί­ας μου. Κά­θε ἁ­μαρ­τί­α προ­κα­λεῖ μώ­λω­πα καὶ τραῦ­μα. Λα­βώ­θη­κε λοι­πὸν ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­κο­ή, χτυ­πή­θη­κε γιὰ τὶς ἀ­νο­μί­ες, ὅ­πως λέ­ει ὁ προ­φή­της· Χτυ­πή­θη­κα σὰν τὸ χόρ­το καὶ ἡ καρ­διά μου ξη­ρά­θη­κε, για­τὶ λη­σμό­νη­σα νὰ φά­ω τὸ ψω­μί μου"(ψαλμ.37)· νὰ φυ­λά­ξω δη­λα­δὴ τὴν ἐν­το­λὴ τοῦ Θε­οῦ. Τὸν ἄ­φη­σαν, λέ­ει, μι­σο­πε­θα­μέ­νο, ὄ­χι για­τὶ δέν ἤ­θε­λαν νὰ τὸν σκο­τώ­σουν, ἀλ­λὰ δὲν ἄ­φη­σε ὁ Θε­ός. Δὲν θέ­λω, λέ­γει, τὸν θά­να­το τοῦ ἁ­μαρ­τω­λοῦ, ὅ­σο τὴν με­τά­νοι­ά του. 

Καὶ ποῦ τὸ­ν  ἀ­φή­νουν;  Στὸ δρό­μο, δη­λα­δὴ στὴν ζω­ὴ αὐ­τή· δρό­μος λέ­γε­ται τού­τη ἡ ζω­ή, ἐ­πει­δὴ ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι πε­ρνοῦν ἀ­π’ αὐ­τήν.  Κι ὅ­ταν ἔ­φτα­σε στὸν δρό­μο ὁ ἱ­ε­ρεύς καὶ τὸν εἶ­δε, τὸν προ­σπέ­ρα­σε. Ἱ­ε­ρέ­α ὀ­νο­μά­ζει τόν μα­κά­ριο Μω­ϋ­σῆ καὶ Ἀ­α­ρών.  Σ’ αὐ­τὸ μαρ­τυ­ρεῖ κι ὁ Δα­βὶδ λέ­γον­τας ὅ­τι ὁ Μω­ϋ­σῆς κι ὁ Ἀ­α­ρὼν εἶ­ναι ἀ­πὸ τοὺς ἱ­ε­ρεῖς του κι ὁ Σα­μου­ήλ ἀ­π’ αὐ­τοὺς ποὺ ἐ­πι­κα­λοῦν­ται τ’ ὄ­νο­μά του. Εἶ­ναι τοῦ­τος λοι­πὸν ὁ ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στος Μω­ϋ­σῆς ποὺ δο­ξά­στη­κε, ποὺ μὲ τὴ δε­κα­πλῆ μά­στι­γά του χτύ­πη­σε τοὺς Αἰ­γυ­πτί­ους· αὐ­τὸς ποὺ ἔ­σχι­σε καὶ ξή­ρα­νε τὴν Ἐ­ρυ­θρὰ καὶ πέ­ρα­σε ἀ­π’ αὐ­τήν τὸν λα­ό, αὐ­τὸς ποὺ γλύ­κα­νε τὸ νε­ρὸ στὸ Μαρ­ρᾶ καὶ πί­σω ἀ­πὸ τὸ σύν­νε­φο μί­λη­σε μὲ τὸν Θε­ό· αὐ­τὸς ποὺ ἔ­κα­με πολ­λὰ ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στα· αὐ­τὸς βα­δί­ζον­τας τὸν δρό­μο τῆς ζω­ῆς καὶ ἀ­φοῦ εἶ­δε τὸν ἄν­θρω­πο πλη­γω­μέ­νο στὴν γῆ, τὸν προ­σπέ­ρα­σε, χω­ρὶς νὰ τὸν ση­κώ­ση.

Ὅ­μοι­α κι ὁ Λευ­ΐ­της, ἡ τά­ξη τῶν προ­φη­τῶν.  Για­τὶ αὐ­τοί, ποὺ ἦρ­θαν ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸν Μω­ϋ­σῆ, ἀ­φοῦ ­βά­δι­σαν τὸν ἴ­διο δρό­μο καὶ συ­νάν­τη­σαν πλη­γω­μέ­νο τὸν ἄν­θρω­πο, δὲν τὸν σή­κω­σαν. Οὔ­τε ὁ Μω­ϋ­σῆς μὲ τὰ θαύ­μα­τά του, οὔ­τε οἱ προ­φῆ­τες μὲ τὰ­ ­ση­μεῖ­α τους, κα­νέ­νας δὲν τὸν ­λύ­τρω­σε ἀ­πὸ τὸν θά­να­το, κα­νέ­νας δὲν ἔ­κλει­σε τὸ­ τραῦ­μα τῆ­ς ­ἁ­μαρ­τί­ας.  Για­τὶ οἱ ἴ­διοι ἦ­σαν τῆς ἁ­μαρ­τί­ας δε­σμῶ­τες.  Μ’ ὅ­λο ποὺ μὲ τὴν σε­μνὴ ζω­ή τους ἔ­γι­ναν φί­λοι τοῦ Θε­οῦ, ἐ­πει­δὴ ἦ­σαν ὁ­μό­σαρ­κοι μὲ τὸν Ἀ­δὰμ καὶ προ­έρ­χον­ταν ἀ­πὸ τὴν νε­κρὴ ρί­ζα, δὲν μπο­ροῦ­σαν, κλα­διὰ αὐ­τοὶ, νὰ ἀ­πο­σπά­σουν τὴν ρί­ζα τῆς ἁ­μαρ­τί­ας. 

Κά­ποι­ος ὅ­μως Σα­μα­ρεί­της μὲ ἔρ­γα ὄ­χι τυ­χαῖ­α, προ­αί­ρε­ση σπλα­χνι­κή, φί­λο­ς τῶν ὁ­μο­δού­λων του, ὅ­ταν ἤρ­θε στὸ μέ­ρος αὐ­τὸ καὶ τὸν εἶ­δε πλη­γω­μέ­νο, τὸν λυ­πή­θη­κε, τοῦ ἔ­βα­λε λά­δι καὶ κρα­σὶ καὶ ἔ­δε­σε τὶς πλη­γὲς τους, τὶς ἁ­μαρ­τί­ε­ς του. Τό πρό­σω­πο καὶ τὴ­ν ­μορ­φὴ τοῦ Σα­μα­ρεί­τη παίρ­νει ὁ Κύ­ριός μας Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός. Ἀλ­λὰ­ ­θὰ πῆ κά­ποι­ος ἀ­πὸ τοὺς ἀ­κρο­α­τές· Για­τί ἀ­πο­κα­λεῖς τὸν Κύ­ριο Σα­μα­ρεί­τη; Ναί, Σα­μα­ρεί­τη τόν λέ­γω ὄ­χι γιὰ τὴν φύ­ση τῆς θε­ό­τη­τός του ἀλ­λὰ γιὰ τὸν σπλα­χνι­κό τρό­πο του. Ὁ Σα­μα­ρεί­της μὲ τὴν φύ­ση τοῦ σώ­μα­τός τους, ἦ­ταν ὅ­μοι­ος μὲ τοὺς ἄλ­λους, κα­τὰ τὴν σπλα­χνι­κὴ προ­αί­ρε­σή του ὅ­μως δὲν ἦ­ταν ὅ­μοι­ος· φά­νη­κε ἀ­νώ­τε­ρός τους.

Ἔ­τσι κι ὁ Κύ­ριος πα­ρου­σι­ά­στη­κε σὰν ἄν­θρω­πος μὲ τὴν σω­μα­τι­κή του μορ­φή, ὅ­μοι­ος μὲ τούς προ­φῆ­τες καὶ τοὺς πα­τριά­ρχες κα­τὰ τὴν ἀν­θρω­πί­νη φύ­ση ποὺ ἔ­λα­βε ἀ­πὸ τὴν Μα­ρί­α. Μὲ τὴν δύ­να­μη τῆς θε­ό­τη­τός του ὅ­μως στά­θη­κε ἀ­π’ ὅ­λους ἀ­νώ­τε­ρος. Ἴ­σος μ’ αὐ­τοὺς στὸ ἀν­θρώ­πι­νο σχῆ­μα, ὄ­χι ἴ­σος στὴν ὑ­περ­κό­σμια δό­ξα. Ἐ­κεῖ­νοι ἀ­πὸ ἀ­δι­α­φο­ρί­α καὶ σκλη­ρό­τη­τα προ­σπέ­ρα­σαν ἄ­σπλα­χνα τὸν πλη­γω­μέ­νο. Ὁ Σα­μα­ρεί­της ὅ­μως φά­νη­κε πιὸ σπλα­χνι­κὸς καὶ πιὸ εὐ­σε­βὴς καὶ ἐ­λε­η­τι­κός. Ὅ­μοι­α κι ὁ Χρι­στός.

Οἱ πα­τριά­ρχες κι οἱ προ­φῆ­τες ἀ­δι­α­φό­ρη­σαν γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο, ποὺ ξέ­πε­σε μὲ τὴν πα­ρα­κο­ή του. Ἐ­κεῖ­νος μό­νο ἀ­πο­δεί­χθη­κε σπλα­χνι­κὸς κι ἐ­λε­η­τι­κός, κα­τὰ τὸ λό­γο τοῦ προ­φή­τη·  Σπλα­χνι­κὸς καὶ ἐ­λε­η­τι­κὸς εἶ­ναι ὁ Κύ­ριος, μα­κρό­θυ­μος καὶ πο­λυ­έ­λαι­ος· καὶ πά­λι· Για­τὶ σύ, Κύ­ρι­ε, εἶ­σαι σπλα­χνι­κός. Κι ὅ­πως ὁ Σα­μα­ρεί­της δὲν ἦ­ταν ἀ­πὸ τὸ Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κὸ ἔ­θνος ἀλ­λὰ προ­ερ­χό­ταν ἀ­πὸ ἄλ­λη χώ­ρα, ἔ­τσι κι ὁ Χρι­στὸς δὲν ἦ­ταν ἀ­πὸ τὴν γῆ ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νό. Ἦ­ρθε στὴν γῆ· ἦ­ταν Θε­ὸς κι ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος γιὰ χά­ρη μας. Ἦ­ταν Κύ­ριος καὶ ντύ­θη­κε τὴν μορ­φὴ τοῦ δού­λου. Ἔ­νι­ω­σε συμ­πά­θεια γιὰ μᾶς ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ κα­τέ­βη­κε στὴν γῆ, εἶ­δε τὸν ἄν­θρω­πο ριγ­μέ­νο, λη­στευ­μέ­νο, λα­βω­μέ­νο ἀ­πὸ τὶς πορ­νεῖ­ες, τὶς εἰ­δω­λο­λα­τρεῖ­ες, τὶς μοι­χεῖ­ες, τοὺς φό­νους· εἶ­δε καὶ σπλα­χνί­σθη­κε τὸ πλά­σμα του καὶ τοῦ ἔ­βα­λε κρα­σὶ καὶ λά­δι, ἀ­φοῦ δη­λα­δὴ ἀ­νά­μει­ξε τὰ δύ­ο ἔ­κα­με ἀ­λοι­φὴ καὶ τὰ ἔ­βα­λε στὸν ἄν­θρω­πο. 

Τὶ ση­μαί­νει ἀ­φοῦ ἀ­νέ­μει­ξε κρα­σὶ καὶ λά­δι; Ἀ­φοῦ συν­δύ­α­σε τὴν θεί­α φύ­ση μὲ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη, ἀ­φοῦ συν­ταί­ρια­σε τὴν εὐ­σπλα­χνί­α μὲ τὴν σω­τη­ρί­α ἔ­σω­σε τὸν ἄν­θρω­πο. Ἀ­φοῦ ἀ­νέ­μει­ξε κρα­σὶ καὶ λά­δι, ἀ­φοῦ ἕ­νω­σε τὸ ἅ­γιο Πνεῦ­μα μὲ τὸ αἷ­μα του, ἔ­δω­σε στὸν ἄν­θρω­πο ζω­ή. Για­τὶ μό­λις ἔ­στα­ξε τὸ αἷ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου μας ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρὰ του ξε­πλύ­θη­καν ἀ­πὸ τὸ χαρ­τὶ οἱ ἁ­μαρ­τί­ες μας. Τί ση­μαί­νει  τώ­ρα· Ἔ­δε­σε τὶς πλη­γὲς του; Τοῦ­το· ἔ­δε­σε τὸ δι­ά­βο­λο κι ἐ­λευ­θέ­ρω­σε τὸν ἄν­θρω­πο. Ἔ­δε­σε τὸ σκά­φος κι­ ­ἐ­ζω­ο­ποί­η­σε τούς ναυα­γούς, ἐ­δέ­σμευ­σε καὶ ὑ­πό­τα­ξε τὶς δυ­νά­μεις τοῦ πο­νη­ροῦ. Κι ἐ­λευ­θέ­ρω­σε τὸν ἄν­θρω­πο.

 Ἄν θέ­λης νὰ τὸ σκε­φτῆς καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κά, ἄ­κου. Σὰν λά­δι προ­σκο­μί­ζει τὸν λό­γο τῆς πα­ρα­κλή­σε­ως, καὶ προ­σθέ­τει σὰν στυ­πτι­κό κρα­σὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α, ποὺ μα­ζεύ­ει τὴν σκορ­πι­σμέ­νη σκέ­ψη, κα­τὰ τὸν λό­γο τοῦ Ἀ­πο­στό­λου· Ἔ­λεγ­ξε, ἐ­πι­τή­μη­σε, πρα­κά­λε­σε. Καὶ τὸν ἀ­νέ­βα­σε στὸ ἴ­διο του τὸ ζῶ­ο, πῆ­ρε δη­λα­δὴ ὁ Χρι­στὸς τὴν σάρ­κα πά­νω στοὺς ὤ­μους τῆς θε­ό­τη­τός του καὶ τὴν ἀ­νέ­βα­σε ἀ­πὸ τὴν γῆ στὸν οὐ­ρα­νό,  οὔ­τε χρυ­σό, ἤ ἄρ­γυ­ρο, ἤ πο­λύ­τι­μους λί­θους ἀ­νέ­βα­σε ἀλ­λά τό­ν κα­τ’ εἰ­κό­να ἄν­θρω­πο ἀ­νέ­βα­σε ἀ­πό τους οὐ­ρα­νούς, στὸ με­γά­λο καὶ θαυ­μα­στὸ καὶ ἁ­πλό­χω­ρο παν­δο­χεῖ­ο, σ’ αὐ­τὴν τὴν κα­θο­λι­κὴ Ἐκ­κλη­σί­α.

Καὶ τὴν πα­ρά­δω­σε στὸν παν­δο­χέ­α, στὸν μα­κά­ριο Παῦ­λο, στὸν στῦ­λο τῶν Χρι­στια­νῶν, τὸ γνή­σιο παν­δο­χέ­α, δι­δον­τάς του δυ­ὸ δη­νά­ρια καὶ διὰ μέ­σου τοῦ Παύ­λου σὲ κά­θε μιᾶς Ἐκ­κλη­σί­ας τοῦς ἀρ­χι­ε­ρεῖς καὶ τοὺς δα­σκά­λους καὶ τοὺς λει­τουρ­γούς.  Δυ­ὸ δη­νά­ρια, τὴν Πα­λαι­ὰ καὶ τὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη, λέ­γον­τας· πε­ρι­ποι­ή­σου τοῦ­τον τὸν ἄν­θρω­πο, κι ἄν ξο­δέ­ψης κά­τι ἀ­κό­μα, ἐ­γὼ θά ἐ­πι­στρέ­ψω καὶ θὰ σοῦ τὸ δώ­σω. Ἐν­νο­εῖ τοῦ­το·  Φρόν­τι­σε γιὰ τὸν λα­ὸ ποὺ προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὰ ἔ­θνη καὶ τὸ­ν  ἐμ­πι­στεύ­τη­κα σὲ σέ­να μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α.

 Ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι ἄρ­ρω­στοι οἱ ἄν­θρω­ποι, τραυ­μα­τι­σμέ­νοι ἀ­πὸ τίς ἁ­μαρ­τί­ες, θε­ρά­πευ­σέ τους, θέ­τον­τας ἐ­πά­νω σὰν σι­να­πι­σμὸ τοὺς προ­φη­τι­κοὺς λό­γους καὶ τὰ εὐ­αγ­γε­λι­κὰ δι­δάγ­μα­τα ἀ­πο­κα­θι­στών­τας τὴν ὑ­γεί­α τους μὲ τὶς νου­θε­σί­ες καὶ τὶς πα­ρα­κλή­σεις τῆς Πα­λαι­ᾶς καὶ τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης καὶ πει­θον­τάς τους νὰ στέ­κον­ται μα­κρυ­ὰ ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ νὰ ἀ­φή­σουν τὴν πλά­νη τῆς ἁ­μαρ­τί­ας.

Ἄν ὅ­μως κι ἔ­τσι μεί­νουν ἀ­δι­όρ­θω­τοι, λύ­γι­σέ τους μὲ τοὺς αὐ­στη­ροὺς λό­γους σου. Γί­νε τὸ πρό­τυ­πο καὶ τὸ­ ­πα­ρά­δειγ­μά τους, μὲ τοὺ­ς  λό­γους,  μὲ τὰ ἔρ­γα σου, τὴν συμ­πε­ρι­φο­ρὰ, τὴν πί­στη, τὴν ἀ­γά­πη, τὴν σε­μνό­τη­τα, γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν τὰ ἴ­χνη σου καὶ νὰ μι­μη­θοῦ­ν ­τὴν ἐ­νά­ρε­τη ζω­ή σου. Κι ἄν κά­μης τοῦ­το, ἄν ἀ­πὸ λό­γου σου κά­μης κά­ποι­α προ­σθή­κη λό­γων ἤ ἔρ­γων, ἄν δα­πα­νή­σης κά­τι ἀ­κό­μα,  θὰ σοῦ τὸ δώ­σω στὴν  ἐ­πι­στρο­φὴ δη­λα­δὴ στὴ δευ­τέ­ρα πα­ρου­σί­α μου, τὴν ἀν­τα­πο­δο­τι­κή·  θὰ σοῦ δώ­σω μι­σθὸ τῶν κό­πων σου ἄ­ξιο. 

 Γι’ αὐ­τὸ κι ὁ Παῦ­λος μὲ τὸ θάρ­ρος τῶν ὑ­πο­σχέ­σων αὐ­τῶν λέ­ει· Μὲ πολ­λὴ χα­ρὰ θὰ ξο­δέ­ψω γιὰ χά­ρη τοῦ Χρι­στοῦ καὶ θὰ ἀ­να­λω­θῶ γιὰ τὶς ψυ­χὲς σας, ἐν­νο­ῶν­τας τὴ δι­δα­σκα­λί­α του πρὸς τοὺς ἐ­θνι­κοὺς καὶ τὴν κη­ρυ­κτι­κή του δι­α­κο­νί­α. Για­τὶ αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ οἰ­κο­δο­μεῖ καὶ στη­ρί­ζει τὶς Ἐκ­κλη­σί­ες τοῦ Θε­οῦ καὶ μὲ τὶς πνευ­μα­τι­κὲς ὑ­πο­δεί­ξεις του θε­ρα­πεύ­ει ὅ­λους τοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ μοι­ρά­ζον­τας τὸ ὠ­φέ­λι­μο στὸν κα­θέ­να, ὁ­δη­γεῖ τὶς ψυ­χὲς στὴν αἰ­ώ­νια ζω­ή. 

Στοὺς πάν­τες ἔ­γι­να, λέ­ει, τὰ πάν­τα, γιὰ νὰ σώ­σω τοὺς πάν­τες.  Αὐ­τὸς εἶ­ναι τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὁ κα­λὸς παν­δο­χέ­ας, ὅ­λους τοὺς δέ­χε­ται κι ὅ­λους τοὺς φρον­τί­ζει· δὲν ἀ­πο­μα­κρύ­νει τὸν πόρ­νο, δὲν ἀ­πε­χθά­νε­ται τὸν εἰ­δω­λο­λά­τρη, κα­νέ­να ἄλ­λον ἀ­σε­βῆ κι ἀ­κά­θαρ­το δὲν ἀ­πο­δι­ώ­χνει, τοὺς δέ­χε­ται ὅ­λους. Σὰν για­τρὸς πλύ­νει τὶς πλη­γές, τὶς κα­θα­ρί­ζει καὶ τὶς σφογ­γί­ζει μὲ λου­τρὸ ξα­να­γεν­νη­μοῦ. Προ­σφέ­ρει τούς στυ­φτι­κούς λό­γους, ὅ­πως τὸ κρα­σί, γιὰ νὰ μήν πα­ρα­συ­ρώ­μα­στε ἀ­πὸ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τῆς ἅ­γνοι­άς μας ἤ τὶς κα­κί­ες μας.  Καὶ πά­λι μᾶς θε­ρα­πεύ­ει διά τῆς πα­ρα­κλή­σεως, σὰν μὲ λά­δι ἀ­λεί­φον­τας τὶς ψυ­χές μας. Μᾶς λέ­ει ὁ Παῦ­λος·  Σᾶς πα­ρα­κα­λοῦ­με, ἀ­δελ­φοί μου, μὲ τὴν εὐ­σπλα­χνί­α τοῦ Θε­οῦ νὰ προ­σφέ­ρε­τε τὰ σώ­μα­τά σας θυ­σί­α ζων­τα­νή, ἁ­γί­α, ἀ­ρε­στή, ὅ­πως πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἡ λο­γι­κή σας λα­τρεί­α.

Ὅ­σοι λοι­πὸν τυ­χαί­νει νὰ εἴ­μα­στε μα­θη­ταὶ τῶν λό­γων τοῦ Παύ­λου, ἄς φυ­λά­ξουμε τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Χρι­στοῦ, γιὰ νὰ μὴν ξε­πέ­σουμε ἀ­πὸ τὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ τῶν οὐ­ρα­νῶν, τὴν πό­λη τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ. Καὶ μα­κά­ρι, μὲ θε­ρα­πευ­μέ­να τὰ τραύ­μα­τα τῆς ψυ­χῆς καὶ τοῦ σώ­μα­τός μας, ὑ­γι­εῖς καὶ τέ­λει­οι στὴν πί­στη νὰ πα­ρου­σι­α­στοῦ­με στὸ Χρι­στό, σῶ­οι καὶ θαρ­ρα­λέ­οι, χω­ρὶς νὰ μει­ο­νε­χτοῦ­με σὲ κα­νέ­να κα­λὸ ἔρ­γο καὶ ν’ ἀ­πο­λαύ­σω­με τὴν ἀ­γα­θὴ ὑ­πό­σχε­ση στοὺς οὐ­ρα­νοὺς μὲ τὴ χά­ρη καὶ τὴν φι­λαν­θρω­πί­α τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ.  Μα­ζὶ μ’ Ἐ­κεῖ­νον, στὸν Πα­τέ­ρα καὶ τὸ Πα­νά­γιο Πνεῦ­μα ἄς εἶ­ναι δό­ξα τώ­ρα καὶ πάν­το­τε καὶ στοὺς αἰ­ῶ­νες. Ἀ­μήν.

 

5/11/12

Ἀνοημάτιστη λιτανεία





πρωτ. Βα­σί­λει­ος Χρι­στο­δού­λου




 Ἕ­νας ἀ­πό τούς με­γά­λους κιν­δύ­νους φαλ­κί­δευ­σης τῆς δυ­να­μι­κῆς τῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς λα­τρεί­ας στή ζω­ή τοῦ ἀν­θρώ­που κά­θε ἐ­πο­χῆς εἶ­ναι ἡ ἀ­βα­σά­νι­στη «λι­τα­νεί­α» διά μέ­σου τῶν αἰ­ώ­νων λει­τουρ­γι­κῶν πρά­ξε­ων πού ἔ­χουν ἀ­πω­λέ­σει τό νό­η­μά τους (δη­λα­δή τήν ἀ­φορ­μή καί τόν σκο­πό τους).

Οἱ λι­τα­νεῖ­ες κα­τά τίς πα­νη­γύ­ρεις τῶν Ἱ. Να­ῶν μας καί ὁ τρό­πος μέ τόν ὁ­ποῖ­ο αὐ­τές σή­με­ρα γί­νον­ται, δη­μι­ουρ­γεῖ τόν προ­βλη­μα­τι­σμό τί ἐ­πι­τέ­λους μπο­ρεῖ νά ἐκ­φρά­ζει στήν ση­με­ρι­νή ἐ­πο­χή ἡ συ­νέ­χι­ση μιᾶς ὄν­τως ἀρ­χαί­ας λει­τουρ­γι­κῆς πρά­ξης τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅ­ταν ἔ­χει ἀ­πω­λε­σθεῖ, κα­τά τή γνώ­μη μου, ἡ μή­τρα πού γεν­νοῦ­σε αὐ­θόρ­μη­τα καί ἀ­βί­α­στα πα­ρό­μοι­ες λα­τρευ­τι­κές ἐκ­δη­λώ­σεις.

Κοι­τά­ζον­τας πί­σω τήν ἱ­στο­ρί­α μας, νο­μί­ζω ὅ­τι ἡ μή­τρα πού γεν­νοῦ­σε τέ­τοι­ους εἴ­δους ἐκ­δη­λώ­σεις ἦ­ταν ἡ χα­ρά καί ἡ λύ­πη τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ σώ­μα­τος. Χα­ρά πού ξέ­σπα­γε σέ ἔκ­φρα­ση εὐ­χα­ρι­στί­ας, καί λύ­πη πού με­του­σι­ω­νό­ταν σέ ἱ­κε­τή­ρια κραυ­γή (ἐξ οὗ καί ἡ λέ­ξη «λι­τα­νεί­α», ἀ­πό τό «λι­τή», πού ση­μαί­νει «ἱ­κε­σί­α, προ­σευ­χή, δέ­η­ση») πρός τόν Θε­ό γιά βο­ή­θεια καί λύ­τρω­ση.  

Καί ἐ­ξη­γοῦ­μαι: ἡ χα­ρά καί ἡ λύ­πη πού προ­α­νέ­φε­ρα ἐκ­φρά­ζουν κα­τά κύ­ριο λό­γο τίς δύ­ο ἀ­φορ­μές γιά τίς ὁ­ποῖ­ες γί­νον­ταν λι­τα­νεῖ­ες. Ἡ πρώ­τη ἀ­φορ­μή δι­νό­ταν ἀ­πό κα­θα­ρά πρα­κτι­κό λό­γο καί ἀ­φο­ροῦ­σε τήν ἀ­να­κο­μι­δή, με­τα­φο­ρά, ἑ­νός λει­ψά­νου μάρ­τυ­ρα στήν γε­νέ­θλια πό­λη του, κά­τι πού ξέ­φευ­γε ἀ­πό τήν ἁ­πλή δι­εκ­πε­ραί­ω­ση μιᾶς πρά­ξης με­τα­φο­ρᾶς καί λάμ­βα­νε τήν μορ­φή πα­νη­γύ­ρε­ως καί λι­τα­νευ­τι­κῆς πομ­πῆς μέ πάν­δη­μη συμ­με­το­χή, ὡς ἄ­με­ση, αὐ­θόρ­μη­τη ἔκ­φρα­ση τῆς χα­ρᾶς γιά τήν ἀ­πο­δο­χή τοῦ ἁ­γι­α­σμέ­νου σώ­μα­τος τοῦ μάρ­τυ­ρα. Ἡ δεύ­τε­ρη ἀ­φορ­μή δι­νό­ταν ἀ­πό τήν δο­κι­μα­σί­α τοῦ λα­οῦ τοῦ Θε­οῦ, ἐ­ξαι­τί­ας λοι­μι­κῶν ἀ­σθε­νει­ῶν, ἐ­πι­δρο­μῆς ἀλ­λο­φύ­λων ἐ­θνῶν, φυ­σι­κῶν κα­τα­στρο­φῶν κ.ἄ. Ἡ λύ­πη ἀ­πό τήν δο­κι­μα­σί­α καί ὁ φό­βος ἀ­πό ἐ­περ­χό­με­νη κα­τα­στρο­φή ὠ­θοῦ­σαν τόν λα­ό νά πε­ριά­γει εἰ­κο­νί­σμα­τα καί ἱ­ε­ρά λεί­ψα­να κα­τα­με­σίς τῶν δρό­μων τῆς πό­λε­ως ση­κώ­νον­τας ἱ­κε­τευ­τι­κά, λι­τα­νευ­τι­κά τά χέ­ρια του πρός τόν Θε­ό λέ­γον­τάς Του οὐ­σι­α­στι­κά: «αὐ­τός εἶ­ναι ὁ τό­πος καί ὁ τρό­πος τῆς ζω­ῆς μας, Σέ πα­ρα­κα­λοῦ­με προ­στά­τε­ψέ τον», ἐκ­δί­δον­τας ἔ­τσι μέ ἀ­πό­λυ­τη ἐμ­πι­στο­σύ­νη τήν ὕ­παρ­ξή Του στήν πρό­νοι­α καί τήν ἀ­γά­πη Του.    

Νο­μί­ζω ὅ­τι ἡ φα­νε­ρή πιά ἔλ­λει­ψη στίς μέ­ρες μας ὅ­λων τῶν πα­ρα­πά­νω ἀ­φορ­μῶν ἀλ­λά καί ἡ ἀ­πο­καρ­δι­ω­τι­κή εἰ­κό­να πού πα­ρου­σιά­ζει σή­με­ρα μί­α λι­τα­νευ­τι­κή πομ­πή κα­τά τήν πα­νή­γυ­ρη ἑ­νός Ἱ.Να­οῦ, ἰ­δί­ως τῶν με­γά­λων ἀ­στι­κῶν κέν­τρων, δη­μι­ουρ­γεῖ ἀ­να­πό­δρα­στα τό ἐ­ρώ­τη­μα: «ποι­ά ἀ­νάγ­κη ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦν σή­με­ρα οἱ λι­τα­νεῖ­ες;».

Ποι­ά προ­σευ­χη­τι­κή ἀ­νάγ­κη ἐκ­φρά­ζε­ται σέ μιά λι­τα­νεί­α ὅ­ταν κα­θ’ ὅ­λη τήν διά­ρκειά της οἱ ἱ­ε­ρεῖς συ­νο­μι­λοῦν με­τα­ξύ τους, ἐ­νῷ ὁ πα­ρι­στά­με­νος ἐ­πί­σκο­πος «ἀ­σχο­λεῖ­ται» μέ τούς συ­να­κο­λου­θοῦν­τες «ἐ­πι­σή­μους»; Ποι­ά ἱ­κε­σί­α ἀ­να­πέμ­πε­ται πρός τόν Θε­ό, ὅ­ταν σέ πά­ρα πολ­λές λι­τα­νεῖ­ες δέν γί­νε­ται οὔ­τε μί­α στά­ση γιά λι­τή (δέ­η­ση δη­λα­δή), ἁ­πλά φέρ­νου­με βόλ­τα μιά εἰ­κό­να ἐ­πι­στρέ­φον­τάς την πά­λι στό Να­ό; Ποι­ά τι­μή μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­δί­δου­με σ’ ἕ­ναν ἅ­γιο, ὅ­ταν συ­νο­δεύ­ου­με τό ἱ­ε­ρό σκή­νω­μά του ἤ τήν εἰ­κό­να του ὄ­χι μέ ὕ­μνους καί προ­σευ­χη­τι­κές ᾠ­δές, ἀλ­λά μέ ταμ­πούρ­λα, τρομ­πέ­τες καί κρου­στά; Μιά μα­τιά νά ρί­ξου­με γιά μιά στιγ­μή σέ ὅ­λον αὐ­τόν τόν κό­σμο πού ἀ­κο­λου­θεῖ τή λι­τα­νεί­α θά δι­α­πι­στώ­σου­με - ἄν θέ­λου­με νά εἴ­μα­στε εἰ­λι­κρι­νεῖς - εἰ­κό­να χα­λα­ροῦ πε­ρι­πά­του μέ ἄ­φθο­νη συ­ζή­τη­ση καί σχο­λια­σμούς...

Ἡ στε­νά­χω­ρη αὐ­τή εἰ­κό­να φτά­νει σέ ση­μεῖ­ο νά ξε­πε­ρά­σει ἀ­κό­μα καί αὐ­τά τά ὅ­ρια τῆς στοι­χει­ώ­δους σο­βα­ρό­τη­τας ὅ­ταν τήν λι­τα­νευ­τι­κή πομ­πή φτά­νον­τας πιά στό Να­ό τήν ὑ­πο­δέ­χε­ται μί­α ὁ­μο­βρον­τί­α κρο­τί­δων καί βεγ­γα­λι­κῶν (τεί­νει νά γί­νει πα­νη­γυ­ρι­κή ἀ­τρα­ξιόν σέ ὅ­λο καί πε­ρισ­σό­τε­ρους Να­ούς). Ἄ­φθο­νο ὑ­λι­κό γιά σχο­λια­σμούς μιᾶς πα­πα­δι­α­μαν­τι­κῆς γρα­φί­δας...

Κά­τι πού μέ συγ­κι­νοῦ­σε ἀ­πό παι­δά­κι ὅ­ταν κρα­τοῦ­σα τά ἑ­ξα­πτέ­ρυ­γα καί τό θυ­μια­τό στίς λι­τα­νεῖ­ες τῆς ἐ­νο­ρί­ας μου ἦ­ταν ἡ αἴ­σθη­ση ὅ­τι ὁ Χρι­στός βη­μα­τί­ζει μέ­σα στά σο­κά­κια καί τά σταυ­ρο­δρό­μια τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τάς μας. Ἔρ­χε­ται καί περ­πα­τεῖ μέ­σα στόν τρό­πο καί τόν τό­πο τόν δι­κό μας. Πε­ρι­δι­α­βαί­νει τούς χώ­ρους καί τίς γω­νι­ές πού παί­ζου­με, πού ἐρ­γα­ζό­μα­στε, πού μο­χθοῦ­με καί δι­α­σκε­δά­ζου­με καί τρό­πον τι­νά κλί­νει συμ­πα­θη­τι­κά καί χα­μο­γε­λα­στά, μᾶλ­λον συγ­κα­τα­νευ­τι­κά τό πρό­σω­πό Του στόν πο­λύ­χρω­μο τρό­πο ζω­ῆς μας.

Με­γα­λώ­νον­τας ὅ­μως ἄρ­χι­σα νά βλέ­πω καί τόν δι­κό μας τρό­πο. Συ­νει­δη­το­ποι­οῦ­σα τήν ἀ­δι­α­φο­ρί­α, τήν πε­ρι­έρ­γεια, τήν φολ­κλο­ρι­κή δι­ά­θε­ση μέ τήν ὁ­ποί­α ἀν­τι­με­τω­πί­ζα­με, ἐ­μεῖς ὁ κό­σμος, αὐ­τό τό τό­σο ρο­μαν­τι­κό στά παι­δι­κά μου μά­τια, περ­πά­τη­μα τοῦ Χρι­στοῦ στούς δρό­μους μας. Τήν ἀ­δι­α­φο­ρί­α μέ τήν ὁ­ποί­α, ὡς ἱ­ε­ρεῖς πιά, ἀν­τι­με­τω­πί­ζα­με τό γε­γο­νός τῆς ἀ­γα­νά­κτη­σης πού προ­κα­λοῦ­σε ἡ ἐ­πι­βο­λή δι­α­κο­πῆς τῆς κυ­κλο­φο­ρί­ας σέ πο­λυ­σύ­χνα­στους δρό­μους τῶν Ἀ­θη­νῶν γιά νά πε­ρά­σει ἡ δι­κή μας λι­τα­νεί­α, ἀρ­νού­με­νοι νά δι­α­πι­στώ­σου­με ὅ­τι ἡ λι­τα­νεί­α αὐ­τή δέν ἐκ­φρά­ζει πιά πάν­δη­μα καρ­δια­κά σκιρ­τή­μα­τα τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ σώ­μα­τος ἀλ­λά τήν συγ­κα­τά­θε­ση, ἄ­ρα καί συμ­με­το­χή, με­ρί­δος μό­νον ἀν­θρώ­πων. 

Προ­σπα­θοῦ­με νά ἐ­πι­βά­λου­με τήν πα­ρου­σί­α μας στήν κοι­νω­νί­α μέ ἕ­ναν πομ­πώ­δη, βα­ρύ­γδου­πο καί σα­μα­τα­τζί­δι­κο τρό­πο, μέ­σα ἀ­πό μιά λει­τουρ­γι­κή πρά­ξη πού ἔ­χει χά­σει πιά τό νό­η­μά της, καί μέ τήν δι­κή μας εὐ­θύ­νη ἔ­χα­σε καί τήν σο­βα­ρό­τη­τά της. Ἴ­σως για­τί κα­τά βά­θος συ­νει­δη­το­ποι­οῦ­με ὅ­τι ἔ­χου­με σάν Ἐκ­κλη­σί­α καί ἱ­ε­ρα­τεῖ­ο χά­σει τό ἔ­ρει­σμά μας στίς καρ­δι­ές τῶν ἀν­θρώ­πων. Ἀ­πο­γυ­μνω­μέ­νοι ἀ­πό ἦ­θος καί ἁ­γι­ό­τη­τα (μᾶλ­λον αὐ­τό ἐν­νο­οῦ­με ὅ­ταν μι­λᾶ­με ὅ­λοι μας γιά κρί­ση ἐν­τός τῶν κόλ­πων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας), στε­ρη­μέ­νοι πεί­νας καί δί­ψας γιά τό πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ, τό μό­νο πού μᾶς ἀ­πο­μέ­νει εἶ­ναι νά ντύ­νου­με τήν γυ­μνό­τη­τά μας μέ φτι­α­σι­δώ­μα­τα βυ­ζαν­τι­νῆς με­γα­λο­πρέ­πειας ἄλ­λων ἐ­πο­χῶν, προ­σπα­θών­τας ὄ­χι νά κα­τα­κτή­σου­με ἐμ­πι­στο­σύ­νη καί καρ­δι­ές ἀλ­λά νά ... ἐν­τυ­πω­σι­ά­σου­με.

Ἴ­σως τό οὐ­σι­α­στι­κό­τε­ρο θά ἦ­ταν νά προ­σπα­θού­σα­με νά ἁ­γι­ά­σου­με τόν τό­πο καί τόν τρό­πο τῆς ζω­ῆς μας ὄ­χι τό­σο πε­ρι­φέ­ρον­τας εἰ­κό­νες καί λά­βα­ρα ἀλ­λά κα­θι­στών­τας τόν κά­θε ἄν­θρω­πο εὐ­χα­ρι­στια­κή ὀν­τό­τη­τα, πρό­σω­πο πού νά ἀ­πο­λαμ­βά­νει καί νά χαί­ρε­ται τόν Θε­ό Του. Καί ἴ­σως τό­τε μέ τό «ἐν εἰ­ρή­νῃ προ­έλ­θω­μεν» νά ἀ­πο­λύ­α­με ἑ­κα­τον­τά­δες λι­τα­νευ­τι­κές πομ­πές πρός ὅ­λα τά μή­κη καί πλά­τη τῆς ἐ­νο­ρί­ας μας, ἱ­κα­νές νά μαρ­τυ­ρή­σουν τήν πα­ρου­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ στίς ρῦ­μες καί πλα­τεῖ­ες μας, στήν ἀγ­χω­τι­κή κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά μας.