29/10/08

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ...

Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.

Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ’ αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.

Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα.

Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αεροπλάνα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το ‘χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.

Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μας θύμωναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους ίσως και που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες, μ’ άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα να ‘ναι.

Δώδεκα μέρες κιόλας, είχαμε μεις πιο πίσω στα χωριά κοιτάξει σε κατρέφτη, ώρες πολλές, το γύρο του προσώπου μας. Κι απάνω που συνήθιζε ξανά το μάτι μας τα γνώριμα παλιά σημάδια, και δειλά συλλαβίζαμε το χείλο το γυμνό ή το χορτάτο από τον ύπνο μάγουλο, να που τη δεύτερη τη νύχτα σάμπως πάλι αλλάζαμε, την τρίτη ακόμη πιο πολύ, την ύστερη, την τέταρτη, πια φανερό, δεν ήμασταν οι ίδιοι. Μόνε σαν να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο, θαρρούσες, απ’ όλες τις γενιές και τις χρονιές, άλλοι των τωρινών καιρών κι άλλοι πολλά παλιών, που ‘χαν λευκάνει απ’ τα περίσσια γένια.


Καπεταναίοι αγέλαστοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες θεριά, λοχίες του ‘97 ή του ‘12, μπαλτζήδες βλοσυροί πάνου απ’ τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελάτες και σκουταροφόροι, με το αίμα επάνω τους ακόμη Βουργάρων και Τούρκων. Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχώντας πλάι πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριάζουμε άλλο τίποτε. Γιατί, καθώς όταν βαρούν απανωτές αναποδιές τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα, συνηθάν εκείνοι στο Κακό, τέλος του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα έτσι κι εμείς επροχωρούσαμε ίσια πάνου σ’ αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε Αντάρα ή Σύγνεφο. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή, το πιο συχνά, ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας.


Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλούσιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν καταιγίδα πίσω απ’ τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που καθαρά στο τέλος να διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγορο των πολυβόλων. Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν’ απαντούμε απ’ τ’ άλλο μέρος να ‘ρχονται οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους.

Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκόμοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι οπού κατόπι, σαν ακούγανε για που τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας ιστορίες για σημεία και τέρατα. Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι: «Οϊ Οϊ, μάνα μου», «οϊ οϊ, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που ‘λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου.


Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περίπολα. Βρομούσανε κρασί τα χνότα τους, κι οι τσέπες τους γιομάτες κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιοφύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας, κι εκείνα ανήμπορα μέσα στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.

Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν μεριές μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτοβολίδες.


Οδυσσέας Ελύτης, “Η πορεία προς το μέτωπο”, “Το Άξιον Εστί”, 1959

20/10/08

ΓΙΑΤΙ ΘΛΙΒΕΣΤΕ ΕΣΕΙΣ ΟΙ ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ;

Επιστολή

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς (+1956)


Γιατί θλίβεστε εσείς οι Αγιορείτες; Καί γιατί οι ψυχές σας είναι λυπημένες; Μήπως σας πιέζουν οι άνθρωποι; Κοιτάξ­τε τα πεύκα του Άθωνα, εκεί όπου υπάρχει περισσότερη στενότητα, πόσο ψηλά ,ίσια και λεία είναι.


Εσείς γνωρίζετε την αλήθεια καί από την αλήθεια έχετε την εσωτερική ελευθερία. Καί από την αλήθεια καί από την ελευθερία έρχεται η ησυχία της ψυχής. Από την ησυχία της ψυχής πηγάζει η χαρά. Εσείς ήσασταν οι φορείς της χαράς και οι απορείς της παρηγοριάς στα Βαλκάνια μέσω πολλών αιώνων. Άλλα εσείς να ζητάτε τώρα τη χαρά και την παρη­γοριά από μας, οί όποιοι ζούμε στα δίχτυα του κόσμου;



Όλος ο κόσμος δεν μπορεί να σας δώσει ούτε κομματάκι από την παρηγοριά, πού δίνει η αθάνατη Βασίλισσά σας, η πρώτη κόρη του Βασιλιά. Όλες οι ονομασίες των πολυάριθ­μων εικόνων της σημαίνουν τη χαρά καί την παρηγοριά. Ξέρετε, πώς ο Κύριος προφήτευσε στους αποστόλους: «Κλαύσετε και θρηνήσετε υμείς, ο δε κόσμος χαρήσεται· υμείς δε λυπηθήσεσθε» (Ίωάν. 16,20).


Μήπως οι απόστολοι ήταν τίποτα άλλο από ταξιδιώτες ασκητές; Όλος ο κόσμος ήταν το μοναστήρι τους. Αλλά σ αυτό το μεγάλο μοναστήρι ο καθένας απ΄ αυτούς είχε από ένα κελί, στο οποίο ο κόσμος με τα σκάνδαλα του καί τίς φουρτούνες δεν είχε είσοδο.


Μέσα στίς καρδιές τους, σαν σε κλειδωμένα κελιά, κρα­τούσαν την αλήθεια καί την ελευθερία, την ησυχία καί τη χα­ρά. Σ' αυτά τα κρυμμένα κελιά οι ψυχές τους συναντιόνταν με το Πνεύμα του Ζωοδότη Θεού. Γι' αυτό καί μπορούσαν άφοβα να στέκουν επάνω στίς σκοτεινές κορυφές του κό­σμου καί σαν φωτεινές λαμπάδες να λάμπουν με την αλή­θεια καί τη χαρά.



Κι εσείς είστε στο Άγιον Όρος, σαν σε ήσυχο λιμάνι απέ­ναντι τον κόσμο. Παρόλο πού είστε ακίνητοι σ αυτό τον τό­πο , το φως της αλήθειας σας καί η ευωδία των προσευχών σας γίνεται αισθητή στον κόσμο. Είστε προσκολλημένοι σε αυτόν τον βράχο, πού λέγεται Άγιον Όρος, όπως οι στηλί­τες στη στήλη· όντως όλοι σας είστε στηλίτες.


Εάν καμιά φορά οι τρικυμίες του κόσμου χτυπούν στη στήλη σας, εσείς θα φοβηθείτε; Κοιτάξτε, πώς τα άσπρα κύματα με βρυχηθμό χτυπούν τον Άθωνα καί διασπώνται φεύγοντας πάλι πί­σω. Έτσι και τα αδύναμα κύματα της κοσμικής μοχθηρίας χτυπούν στίς αγίες οικογένειές σας, αλλά πάλι σαν ντροπια­σμένα επιστρέφουν στη ροή τους.


Με το δυνατό σκήπτρο Της τα εμποδίζει η Οδηγήτρια. Όταν οι άνθρωποι σας πιέ­ζουν καί σας ενοχλούν, εσείς μην κοιτάτε τους ανθρώπους αλλά Αυτήν, την πεντακάθαρη Στρατηγό σας. Εκείνη ξέρει να εκκαθαρίζει όλους τους εχθρούς του κράτους Της, του αξιώματός Της.

Θυμάστε, πώς σας σκέπαζε στην αγκαλιά Της τον καιρό του Παγκόσμιου Πολέμου. Πιο επιμελημένα απ' ό,τι το χελιδόνι τα χελιδονάκια. Καί είναι οι άνθρωποι κάποιοι φοβεροί εχθροί, για να τους φοβηθείτε; Το χόρτο καί η σκόνη, πνεύματα της μοχθηρίας κάτω από τον ουρανό, με τα οποία εσείς, καλά ζωσμένοι, μπορείτε να παλεύετε.


Καί όταν η Δέσποινα σας, σας σώζει από τα αγριεμένα δαι­μόνια, πού δεν κοιμούνται ποτέ, άραγε δεν θα σας σώσει από την τιποτένια ανθρώπινη μοχθηρία; Καί εσάς εννοούσε ο προφήτης όταν προφήτευσε, ότι θα παρουσιάσουν τίς κο­πέλες στον τσάρο ακολουθώντας εκείνη. Εκείνη είναι η πρώτη κόρη του Βασιλιά, ενώ οι ψυχές σας κοπέλες, οι οποίες την ακολουθούν μέχρι τον θρόνο του βασιλιά των βασιλέων. Το χέρι Της σας οδηγεί, το ράσο Της σας σκεπά­ζει , τα μάτια Της σας κοιτούν, η αγάπη Της σας ζεσταίνει, το παράδειγμα Της σας ενθαρρύνει.



Μακάριοι εσείς, ακούρα­στοι δοξάζετε τον Θεό! Μακάριοι εσείς, εκλεγμένοι πολίτες του κράτους της Θεοτόκου! Εκείνη από σας δεν ζητά κανέ­ναν φόρο, αλλά ζητά σαν δώρο τρία χρυσά νομίσματα από τον φλέγοντα χρυσό. Το πρώτο χρυσό νόμισμα είναι η κα­θαρότητα της κοπέλας (δηλαδή της ψυχής σας). Το δεύτερο χρυσό νόμισμα είναι η ταπεινοφροσύνη της. Το τρίτο χρυσό νόμισμα είναι η υπακοή της. Γι' αυτά τα τρία δώρα της κο­πέλας Εκείνη σας υπόσχεται να σας υψώσει από το Άγιον Όρος της γης στο Άγιον Όρος των Ουρανών.


Γιατί, λοιπόν, θλίβεστε Αγιορείτες; Και γιατί οι ψυχές σας είναι λυπημένες;

Από τον Θεό ευλογία σε σας και σωτηρία.



13/10/08

Ο ΣΚΟΠΟΣ ΔΕΝ ΕΞΑΓΙΑΖΕΙ ΤΑ ΜΕΣΑ !

Λάβαμε ἐπιστολή ἀπό γνωστό μας μοναχό, ὁ ὁποῖος ἐγκαταβιώνει 34 χρόνια στό Ἅγιον Ὄρος. Ὁ π. Δ. ἐκφράζει τήν θλίψη του γιά ὅσα εκθέτουν σήμερα τό Ἅγιον Ὄρος. Θεωροῦμε ὑποχρέωσἠ μας νά δημοσιεύσουμε τό κείμενό του.



Ἁγιορείτου κελλιώτου μοναχοῦ π. Δ. Ι.


Ἀγαπητοί ἀδελφοί ἐν Κυρίῳ,


Ὁ Ἄθως ὡς γνωστόν εἶναι ὁ τόπος καί τό περιβόλι τῆς Παναγίας, ἡ κιβωτός τῆς ὁρθοδόξου πίστεως καί Ἀληθείας, ταμεῖον προσευχῆς, ἔργων πίστεως, τέχνης καί ἱστορίας, ἀλλά καί τῆς ἐθνικῆς διαχρονικῆς ψυχῆς μας.Ὅταν διασύρεται ἔστω γιά κάποιαν εὔλογη αἰτία, ὁδηγούμεθα ἐν ἀγνοία μας σἐ σίγουρη ἐθνική καί πνευματική αὐτοκτονία. Ἀμφισβητοῦμε ἔμμεσα τήν καθαρότητα τῆς Παναγίας μας, τῆς μόνης πύλης τῆς σωτηρίας μας. Διχαζόμαστε κατά πόσον ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας εἶναι γεγονός...


...Παραμένουμε στήν ἄσκηση γιά νά μετανοοῦμε καί νά ταπεινωθοῦμε σάν τήν πόρνη τοῦ Εὐαγγελίου, καί ὄχι γιά νά ναρκισσευόμαστε καί νά αὐτοδικαιωνόμαστε ὡς «καθαρές» μωρές παρθένες, σέ βάρος τῶν κατακρινομένων χωρίς ἔλεος, διότι τοῦτο τό σωτήριο λάδι τό κάναμε τραπεζικές καταθέσεις καί δέν τό προσφέραμε στά τραπέζια τῶν πενομένων σωματικά καί ψυχικά ἀδελφῶν.


...Τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησον» τό εἶπε ὁ μετανοῶν τελώνης καί ἡ πόρνη. Δέν ἔγινε ποτέ ὄργανο Φαρισαϊσμοῦ γιά κατάκριση, πλουτισμό, ἀσπλαγχνία, πονηρία πρός τούς ἄλλους, ὅπως κάποιοι στό Ἅγιον Ὄρος τό ἔχουν διαστρέψει καί παρερμηνεύσει. Βιώνουμε ἐδῶ τό Ὀρθόδοξο ἦθος καί τήν πράξη τῆς ἀνώτερης ἀποστολῆς τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, καί ὄχι τίς ψευδοβεβαιότητες τῆς ἐν κόσμῳ ἀπάτης καί τῶν Εὐρωπαϊκῶν καί ἄλλων πακέτων.

Διαμένουμε ἐδῶ γιά νά ὑπηρετήσουμε νά μαθητεύσουμε παρά τούς πόδας τῶν παλαιῶν Ἁγιορειτῶν Ἁγίων, ζώντων και τεθνεώτων, καί ὄχι νά ἐξοντώσουμε τούς ὑπάρχοντες σωματικά καί ἠθικά γιά νά λάβουμε τά ὑποστατικά τους ἤ τίς Μονές τους καί νά τίς μετατρέψουμε σέ ἐμπορικά κέντρα πού θά ἀσχολοῦνται μέ χρηματιστήρια, καταθέσεις, business plans καί off shores. Ὁ σκοπός δέν ἐξαγιάζει τά μέσα.



Ἑάν οἱ παλιοί Ἁγιορεῖτες εἶχαν τήν λογική κάποιων τέτοιων σύγχρονων μοναχῶν, μέ τήν χιλιόχρονη ἱστορία τοῦ μοναχισμοῦ τό Ἅγιον Ὄρος θά κατεῖχε ὅλη τήν Ἑλλάδα καί τήν Βαλκανική. Τό πνεῦμα ὅμως τῶν παλαιῶν δέν ἦταν κτητικό, ἀλλά πνεῦμα προσφορᾶς, θυσίας καί ἀνυπόκριτης ἀγάπης. Πῶς κάποτε ὅλοι οἱ Ἁγιορεῖτες ὁμόφωνα δώρισαν στούς πρόσφυγες τῆς Μικρασιατικῆς τραγωδίας τήν μισή Χαλκιδική;...



10/10/08

Ο ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ, ΝΟΜΟΣ ΦΙΛΙΑΣ...

Ο νόμος του πνεύματος, λέγει ο Αγιος Νικόλαος Καβάσιλας, που είναι η αγάπη για το Θεό, είναι νόμος φιλίας και ευγνωμοσύνης. Για να ακολουθήση κανείς αυτό το νόμο δεν είναι ανάγκη να καταβάλη κόπους, ούτε έξοδα, ούτε να χύση ιδρώτα ... Ούτε, προσθέτει, είναι ανάγκη να αφήσης τη δουλειά σου, ή να αποσυρθής σε απόμερα μέρη, να διάγης μια παράξενη ζωή και να φορής ένα παράξενο ένδυμα. Δε χρειάζεται να κάμης όλα αυτά. Μπορείς να μείνης στο σπίτι σου, και, χωρίς να χάσης τα αγαθά σου, να βρίσκεσαι πάντα στη μελέτη του Θεού και του ανθρώπου, στη μελέτη της συγγενείας του ανθρώπου με το θείο και σε κάθε άλλη τέτοιας λογής μελέτη.

Εικόνα Αγίου, Δημ. Κουστένης

Και πρώτα πρώτα, προσθέτει αλλού, δε χρειάζονται προετοιμασίες για την προσευχή μας, ούτε ειδικοί τόποι, ούτε φωνές όταν επικαλούμαστε το Θεό. Γιατί δεν υπάρχει τόπος από όπου λείπει ο Θεός, δεν είναι δυνατό να μην είναι μαζί μας, αφού ο Θεός είναι πάντα πιο κοντά σε κείνους που τοv καλούν, από όσο είναι η ίδια η καρδιά τους. Θα έλθη προς ημάς, ακόμη κι αν είμαστε κακοί, γιατί ο Θεός είναι αγαθός». Χάνεται τελείως, όπως βλέπομε, όχι μόνο η αντιδικία με τη σάρκα, αλλά και όλες οι εξωτερικές συνθήκες και μορφές της ζωής (αναχωρητισμός, ένδυμα κλπ.) που τις θεωρούσαν απαραίτητες.
Η ευσέβεια είναι αποκλειστικά έργο της δικής μας εσωτερικής διαθέσεως, της δικής μας θέλησης. Γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο επακόλουθο του μυστικισμού η εξωτερική αποχώρηση από τον κόσμο, ο αναχωρητισμός. Μένοντας μέσα στην καθημερινή, την κοινωνική του ζωή ο άνθρωπος, μπορεί και πρέπει να την μετουσιώνει με τη μελέτη των υψηλών πνευματικών θεμάτων, που απεργάζονται τη μεταστροφή της βουλήσεώς του.

B. N. Τατάκη (Βυζαντινός Μυστικισμός - Κυριώτερα Ρεύματα )

7/10/08

Η ΑΠΩΘΗΣΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Ὅταν κάποιος βρίσκεται σὲ κρίση, πειρασμούς καί δυσκολίες ἔρχεται ἀντιμέτωπος κατάματα μὲ τὴν ἀλήθειά του. Δύσκολη ἡ ὥρα ἐκείνη! Τότε ἀκριβῶς καταλαβαίνεις ὅτι μίλησες πολύ, πώς εἶπες μεγάλα λόγια κι ὁ νοῦς σου ρέμβαζε σὲ χωράφια τῆς φαντασίας καί τοῦ ψέματος. Τότε ὅλα ὅσα εἶπες, ὅσα σκέφτηκες καὶ ὅσα φαντάστηκες ἔρχονται νὰ σὲ κρίνουν, νὰ σὲ ντροπιάσουν. Μεγάλος ὁ ἐσωτερικὸς πόνος ὅταν ἡ πίστη σου δὲν μεταβάλλεται σέ τρόπο ζωῆς. Τότε ἤ θά χάσεις τὴν πίστη σου ἤ θά πρέπει νά κάνεις τό ἑπόμενο βῆμα.

Στήν σύγχρονη ἐποχή ἀπωθοῦμε τὸν θάνατο, γιατί τόν φοβόμαστε. Αὐτὴ μας ἡ στάση ἐξηγεῖ καὶ τὴν παρακμή μας. Πάντα ὁ θάνατος ἦταν πηγὴ ζωῆς˙ ἐφαλτήρια δύναμη πολιτισμοῦ καὶ ἤθους. Προσθέτουμε καθημερινὰ στὸ ψέμα ποὺ κατασκευάσαμε, τήν μανία μας γιά καταναλωτισμὸ, βόλεμα, ἡδονή, γκρίνια καὶ ἀθροίζουμε κατάθλιψη, ἄγχος, κενό, κόλαση.

Μιλᾶ ἡ παράδοσή μας γιά τὴν ἀρετή τῆς μνήμης τοῦ θανάτου. Πόσο ὄμως (λαϊκοί καὶ μοναχοὶ) μετέχουμε σ’ αὐτὴ τὴν παράδοση; Πόσο αὐτὴ νοηματοδοτεῖ τὴν ζωή μας; Πόσο ἐννοοῦμε αὐτὰ ποὺ λέμε καὶ τά κάνουμε πράξη; Ὁ πειρασμὸς ἔρχεται νὰ μας ξυπνήσει ἀπὸ τὸν πνευματικὸ θάνατο, νὰ μας ἀνακαινίσει, νὰ δώσει λόγο στὴν ὕπαρξή μας. Δὲν στέλνει ὁ Θεὸς πειρασμοὺς, τοὺς ἐπιτρέπει νά συμβοῦν μήπως καί καταλάβουμε τήν ἀστοχία μας. Λἐει ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ : «Κύριε, ἄν δὲν ταπεινωθοῦμε, δὲν πρόκειται νὰ σταματήσεις ἐσὺ νὰ μᾶς ταπεινώνεις».

Σύμφωνα μέ τούς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ζωὴ γίνεται θάνατος, ὥστε ὁ θάνατος νὰ γίνει ζωή. Στὸ Ἅγιον Ὄρος ὑπάρχει κάπου μιά ἐπιγραφὴ πού λέει πώς «ἄν πεθάνεις πρὶν πεθάνεις, δὲν θὰ πεθάνεις ὅταν πεθάνεις» κι αὐτό μᾶς φέρνει ἀμέσως στό νοῦ τὰ λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «ἐὰν γίνουμε μέτοχοι τοῦ θανάτου Του καὶ τῆς ἀναστάσεώς Του θὰ γίνουμε» (Ρωμ. 6,5).

Στὸ πρόσωπο τοῦ Κώστα μόλις εἶχαν ἀρχίσει νὰ βγαίνουν τὰ γένια, μετὰ ἀπὸ καιρὸ δοκιμασίας σὲ κάποιο μοναστήρι. Τὴν ἑπόμενη μέρα θὰ γινόταν καλόγερος καὶ ἔλεγε σὲ ὅποιον συναντοῦσε: «αὔριο ὀ Κώστας θὰ πεθάνει». Νικᾶμε τὸν θάνατο μιμούμενοι τὸν Χριστὸ στὸν σταυρὸ καί στὴν ἀγάπη. Σκοτώνοντας τὸν ἁμαρτωλό μας ἐαυτό, σκοτώνουμε τὰ πάθη, τὴν ἰδιοτροπία μας, τὴν αὐτονομία μας καὶ ξεκινᾶμε τὸ πιὸ δύσκολο ἄθλημα, αὐτὸ τῆς ἀγάπης, τῆς περιχώρησης τῶν ἄλλων.

Σπουδὴ στὸ θάνατο ἡ μοναστικὴ ζωή, σπουδὴ στὸν θάνατο ἡ ζωὴ κάθε χριστιανοῦ. Ὁ πατὴρ Ἰσαὰκ ἀγκομαχοῦσε. Οἱ βροχὲς φέτος ἦρθαν νωρὶς καὶ δὲν εὶχαν ἀκόμη τρυγήσει τὰ σταφύλια. Ἦρθαν τὰ λόγια τοῦ ἀδελφοῦ νὰ τὸν καθησυχάσουν: «ἔχει ὁ Θεὸς, ἤρθαμε γιὰ νὰ πεθάνουμε». Φόβος, ἄγχος, ἐμπαθεῖς καταστάσεις, ὄλα προκαλοῦν τὸν θάνατο καὶ μπορεῖ νὰ τὰ ὑπερβεῖ μόνον ὁ θάνατος, ποὺ εἶναι ζωή.

Ὁ παπα-Πολύκαρπος μας ξενάγησε στὴ βιβλιοθήκη. Ἄνοιξα ἕνα βιβλίο. Ἄρχισα νὰ τὸ φυλλομετρῶ ἀπὸ τὸ τέλος, ὅπως συνηθίζω. Τὸ βλέμμα μου καρφώθηκε στὴν τελευταῖα σελίδα: «ἐγράφη διὰ χειρὸς Δαμασκηνοῦ μοναχοῦ, ἡ μὲν χεὶρ ἡ γράψασα, γίνεται χῶμα, τὰ δὲ γραφέντα μένουσιν, εἰς ἅπαντα αἰῶνα». Καὶ πῶς νὰ μὴν μνημονεύσεις τὸν καλλιτέχνη ποὺ δημιουργοῦσε χωρὶς νὰ ὑπογράφει, τὴν ἐποχὴ ποὺ οἱ ἄνθρωποι ξεφτιλίζονται γιὰ λίγη δημοσιότητα. Ἀκτήμονες κάποιοι μοναχοὶ ἔχουν μόνη περιουσία δύο μέτρα γῆς, τὸν τάφο τους καὶ στὶς κηδεὶες εὔχονται: «καὶ στὰ δικὰ μας». Πολλοὶ ἀσκητὲς ἔφτιαχναν τὸν τάφο τους πρὶν τὴν κοιμησή τους καὶ φρόντιζαν τὰ τῆς κηδείας τους χρόνια πρὶν αὐτὴ ἔρθει.

Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ ὁδηγεῖ στήν ἀλήθεια, στήν ὄντως ζωή, ἀπελευθερώνει τόν ἄνθρωπο ἀπό το ὑπαρξιακό ψέμα καί τόν πνευματικό θάνατο. Κι ἄν κάποιοι μοναχοί, κληρικοί ἤ λαϊκοί τό ξεχνοῦμε αὐτό καί ἡ ζωή μας ἔχει ἀναντιστοιχία μέ τά λόγια μας, ἐλπίζουμε πώς ἡ μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, θά μᾶς ὁδηγήσει καί πάλι στόν σωστό δρόμο. Ἀμήν...

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΤΑΚΗΣ ΤΛΟΥΠΑΣ, 1969, ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ
ΚΕΙΜΕΝΟ: Γ. ΝΤ.

2/10/08

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΚΑΥΣΕΩΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ;

Ἤ περί τῆς μνήμης τοῦ θανάτου...

Στήν πρώϊμη νεότητά μου, φοβόμουν ὑπερβολικά τόν θάνατο. Μιά ἐσωτερική κατάσταση καί ἡ φοβική (παρ' ὅτι πιστή) μητέρα μου, μέ ὁδήγησαν σέ μιά μεγάλη ἄρνηση νά ἀντιμετωπίσω κατάματα τό παράλογο αὐτό γεγονός πού θά συμβεῖ στήν ζωή μου σίγουρα κάποτε. Δέν ἤξερα βέβαια, πώς τρέχοντας ὑπερβολικά μέ τήν μηχανή, τόν φόβο μου γιά τόν θάνατο ξόρκιζα, σα νά' θελα νά τόν ὑπερβῶ ἔτσι...

Χρειάστηκε νά κουβαλήσω τό φέρετρο τοῦ ἀγαπημένου φίλου, πού δέν πρόλαβε νά κλείσει τά 22, γιά νά ἀναγκαστῶ νά ἀφήσω τίς ἀπωθήσεις καί ν' ἀρχίσω νά ἀντικρύζω κατάματα τόν θάνατο. Τότε ἄρχισα νά καταλαβαίνω πώς ὅσο συνέβαινε αὐτό, τόσο περισσότερο χαιρόμουν τήν ζωή, ὅλο καί πιό πολύ παρακαλοῦσα νά πιστέψω (ὄχι ἰδεολογικά) στήν Ἀνάσταση...

Ἔκτοτε, κάθε φορά πού βρίσκομαι σέ ἕνα κοιμητήριο, ἀντί νά καταθλίβομαι, νοιώθω νά φουντώνει μέσα μου ἡ δῖψα γιά ζωή καί συνάμα ἡ ἐλπίδα τοῦ ἐπέκεινα. Στά ὁστεοφυλάκια τῶν μοναστήριῶν, βλέποντας τά κρανία τακτοποιημένα στήν σειρά, ἄδεια πιά ἀπό τήν ζωή πού κάποτε ἔσφυζε μέσα τους, αἰσθάνομαι συγκίνηση στήν σκέψη πώς αἰῶνες τώρα ἄνθρωποι σάν κι ἐμένα, ἔζησαν τίς ἴδιες ἀγωνίες, τούς ἴδιους φόβους, τήν ἴδια πεῖνα καί δῖψα, ἔζησαν "ἐπ' ἐλπίδι Ἀναστάσεως"...

Εἴμαστε τό μόνο εἶδος στόν πλανήτη πού γνωρίζει πώς θά πεθάνει κι αὐτό καθορίζει τήν ὕπαρξη μας, συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα. Ὁ γνωστός ψυχίατρος Irvin Yalom γράφει:"Ἡ σκέψη τοῦ θανάτου μᾶς τρώει. Μᾶς τρώει κάθε στιγμή, βρίσκεται πάντα μαζί μας, γρατζουνάει μιά πόρτα μέσα μας, φτεροκοπάει σιγανά, σχεδόν ἀνεπαίσθητα, ἀκριβῶς κάτω ἀπό τἠν μεμβράνη τῆς συνειδητότητας. Κρυμμένος καί μεταμφιεσμένος, διαρρέοντας σέ ποικίλα συμπρώματα, εἶναι ἡ πηγή πολλῶν ἀπό τίς ἀνησυχίες, τά στρές κι τίς συγκρούσεις μας ... Τό πλεονέκτημα πού προσφέρει τό νά παραμείνουμε ἐν ἐπιγνώσει τοῦ θανάτου, εἶναι πώς αὐτὀς εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος γιά νά ἐκτιμήσουμε τήν ζωή, νά νοιώσουμε συμπόνια γιά τούς ἄλλους, γιά ν'ἀγαπήσουμε ὁτιδήποτε πολύ βαθιά..."
Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου εἶναι ἀρετή γιά τήν ἐκκλησία. Γράφει ὁ Μητροπολίτης Ἀντώνιος (Bloom):

" μνήμη το θανάτου ποτελε, κατά ναν παράδοξο τρόπο, να σκοπό γιά νά πιτύχουμε στήν ζωή, γιά νά γίνουμε τό ληθινό πρόσωπο πού κληθήκαμε πό τόν Θεό νά γίνουμε, γιά νά πλησιάσουμε σο περισσότερο μπορομε ατό πού πόστολος Παλος ποκαλε «μέτρον λικίας το πληρώματος το Χριστο», γιά νά γίνουμε σο τό δυνατόν καλύτερα μιά παραμόρφωτη εκόνα το Θεοῦ". (Ὅλο τό κείμενο στό Ἀρχαγγέλων Τόπος.)

Ἄς τό παραδεχτοῦμε. Ἄν ἀφήσουμε στήν ἄκρη τά ἰδεολογήματα και τούς συναισθηματισμούς, θά ὁμολογήσουμε πώς δέν πιστεύουμε πραγματικά στήν Ἀνάσταση. Ἄν συνέβαινε αὐτό θά εἴμασταν ἤδη Ἅγιοι. Ψηλαφοῦμε τό γεγονός τοῦ θανάτου. Ὅλη μας ἡ ζωή μιά μελέτη θανάτου εἶναι. Παράλογος ὁ θάνατος καί μεῖς ἀδύναμοι καί ἄστοχοι. Πορευόμαστε στήν ζωή, ἔχοντας τήν ἐπίγνωση πώς τό σπουδαιότερο ἀπό ὅλα εἶναι νά ἔχουμε μνήμη θανάτου, γιά νά ζοῦμε τούτην ἐδῶ τήν ζωή μέ πίστη, ἐλπίδα καί ἀγάπη, νά ζοῦμε τήν στιγμή σά νά'εἶναι ἡ πρώτη καί ἡ τελευταῖα τῆς ζωῆς μας. Νά ζοῦμε δηλαδή πραγματικά. Κι ἄν ζήσουμε ἐδῶ ἀληθινά, τότε θά ἔχουμε νικήσει τόν θάνατο καί θά πορευτοῦμε στήν αἰωνιότητα μέ τήν προσμονή τῆς συνάντησης μέ Ἐκεῖνον πού μᾶς τήν ὑποσχέθηκε...

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Χ.Μ.