28/6/13

Το σα­λιγ­κά­ρι





 




Ο πιο κρυ­φός πό­νος, δεν εί­ναι αυ­τός που προ­σπα­θού­με να ξε­χά­σου­με. Εί­ναι αυ­τός που κου­βα­λά­με κλη­ρο­νο­μιά στο κά­θε κύτ­τα­ρο του κορ­μιού, του μυα­λού και της καρ­διάς μας.



Τι μας σπρώ­χνει ν΄ α­να­σκα­λεύ­ου­με χώ­μα­τα, στά­χτες και ξε­χα­σμέ­νες μυ­ρω­δι­ές; Δεν ψά­χνου­με φαν­τά­σμα­τα στα καλ­ντε­ρί­μια και α­νά­ε­ρες μορ­φές στις σκι­ές του πα­ρελ­θόν­τος. Τον ε­αυ­τό μας α­να­ζη­τού­με, εί­ναι η γλυ­κιά λα­χτά­ρα να συ­ναν­τή­σου­με την εμ­πει­ρί­α που μας συν­θέ­τει, που α­να­μει­γνύ­ει στο αί­μα μας τον ι­δρώ­τα των παπ­πού­δων και πο­τί­ζει τρυ­φε­ρά τις ζων­τα­νές ρί­ζες μας, με τα ό­νει­ρα μας.



Έ­τσι γρά­φε­ται η συ­νέ­χεια. Με πνευ­μα­τι­κές στιγ­μές διά­ρκειας, με δυ­να­τά αι­σθή­μα­τα καρ­τε­ρί­ας και με πολ­λή α­γά­πη.



Ε­ξω­τε­ρι­κό. Α­χνο­φέγ­γει η μέ­ρα. Σε μια ή­ρε­μη αμ­μου­διά στα Μού­γλα της Μι­κρα­σί­ας. Ο Κυ­ριά­κος, βο­η­θά­ει τη Σμα­ρα­γδή τη γυ­ναί­κα του, να ε­πι­βι­βα­στεί στην ψα­ρό­βαρ­κα. Με έ­να παι­δί να της κρα­τά το χέ­ρι, το άλ­λο αγ­κα­λιά και το τρί­το στην κοι­λιά, στον μή­να του.



Παρ­μέ­νη α­πό­φα­ση. Θα πε­ρά­σουν α­πέ­ναν­τι, στην Κά­λυ­μνο. Με δυ­ο σφι­χτο­δε­μέ­νους μπό­γους πε­ρι­ου­σί­α, ‘κο­νί­σμα­τα τυ­λιγ­μέ­να μ’ ευ­λά­βεια, κι­λί­μια και κεν­τή­μα­τα και δυ­ο βό­δια στο νε­ρό, να α­κο­λου­θού­νε κο­λυμ­πών­τας τη βάρ­κα, στον γυ­ρι­σμό στην πα­τρί­δα. Μια πα­τρί­δα που δεν γνω­ρί­ζα­νε, μα που την τρέ­φα­νε χρό­νια τώ­ρα με πί­στη, ελ­πί­δα και προ­σμο­νή.



Α­πό παι­δί η ει­κό­να αυ­τή, α­χνή, αμ­φί­βο­λη, α­τεκ­μη­ρί­ω­τη, πάν­τα ό­μως ζων­τα­νή και πα­νέ­μορ­φη, με­γα­λώ­νει μα­ζί μου. Αυ­τή κι άλ­λες πολ­λές. Δι­κών μου κι αλ­λω­νών. 

Κα­μιά δι­α­φο­ρά.



Κα­τα­γρα­φές ζων­τα­νές ή ξε­χα­σμέ­νες, δεν παί­ζει ρό­λο, ο­σμές οι­κεί­ες που ε­νώ­νουν α­πό πα­λιά τους έλ­λη­νες, τους γεν­νη­μέ­νους α­πό τη μή­τρα της Με­σο­γεί­ου, α­να­το­λι­κά, στα δι­κά μας τα μέ­ρη.



Ο Πα­να­γι­ώ­της, ά­γνω­στος α­δελ­φός μέ­χρι προ­χτές, συν­το­νι­σμέ­νος στην ευ­αι­σθη­σί­α της προ­σφυ­γιάς, έ­χει τον τρό­πο και τη γνώ­ση, το τα­λέν­το και την ποί­η­ση, να α­πλώ­σει τη νο­σταλ­γί­α στο χαρ­τί σα σε­νά­ριο, στην ο­θό­νη σαν ει­κό­να και στην ψυ­χή βάλ­σα­μο, μνη­μό­συ­νο που ξε­περ­νά τον χρό­νο και τα σύ­νο­ρα. 



Πα­ρου­σί­α­ση σε­να­ρί­ου: Το σα­λιγ­κά­ρι.”
 

Μυ­τι­λή­νη, 1930. Τα φώ­τα χα­μη­λώ­νουν, το τάλαντο  μάς κα­λεί σ’ ευ­λα­βι­κή συμ­με­το­χή με μέ­τρο και κα­τά­νυ­ξη.



Η α­φή­γη­ση συν­ται­ριά­ζει με την ει­κό­να, ποι­η­τι­κός ο λό­γος και οι ή­χοι γλι­στρούν στις γω­νι­ές των δρό­μων και τις αυ­λές κι α­πευ­θύ­νον­ται το ί­διο στο αυ­τί και στο μά­τι, γί­νον­ται έ­να, μια αί­σθη­ση ζε­στή και α­πό­λυ­τη, έ­να άλ­μπουμ ζω­ές που ξε­φυλ­λί­ζου­με αρ­γά στις καρ­δι­ές μας, αρ­γά κι α­νυ­πό­μο­να.



Σαν αρ­χί­ζουν οι δι­ά­λο­γοι, συμ­βαί­νει κά­τι μο­να­δι­κό. Οι ει­κό­νες ζων­τα­νεύ­ουν μα­γι­κά, σκη­νή ό­πε­ρας που γε­μί­ζει ξαφ­νι­κά στο η­μί­φως α­πό πα­ρου­σί­ες κα­θη­με­ρι­νές, οι­κεί­ες, στα δι­κά μας τα χνά­ρια ή α­νά­πο­δα, ξυ­πνούν μέ­σα μας τα μο­νο­πά­τια που χά­ρα­ξαν στις καρ­δι­ές μας οι ζω­ές τους.



Κι εί­ναι μια αί­σθη­ση γλυ­κιά κι ο­δυ­νη­ρή, σκλη­ρή ί­σως, να νοι­ώ­θεις δί­πλα σου τις ψυ­χές των δι­κών σου που δεν γνώ­ρι­σες, μα που ζουν κι ε­νερ­γούν μέ­σα σου ή να ε­πι­στρέ­φεις ε­σύ έ­ναν αι­ώ­να πί­σω, σε έν­νοι­ες και κου­βέν­τες ση­με­ρι­νές, α­νά­λα­φρες ή σο­βα­ρές και σε συμ­πε­ρι­φο­ρές δι­κές σου, που δεν πα­ρα­κο­λου­θείς α­πλά σαν θε­α­τής, μα α­να­βι­ώ­νεις.       



Η Μα­ρί­α, σ’ έ­να ρε­σι­τάλ ερ­μη­νεί­ας, κρα­τά ό­λα τα νή­μα­τα μα­ζί, στη φω­νή, στις κι­νή­σεις, στο αί­σθη­μα και τα κι­νεί έ­να-έ­να, ό­σο πρέ­πει το κα­θέ­να, αλ­λά­ζον­τας χροι­ά και τό­νο, δι­α­θέ­σεις, ακ­κι­σμούς και χα­ρα­κτή­ρες κι ι­σο­ζυ­γί­ζει την ει­κό­να, τον ή­χο και την αρ­μο­νί­α, με την α­φή­γη­ση, τον δι­ά­λο­γο και τον παλ­μό, πλά­θον­τας και κρα­τών­τας δε­μέ­νο το σύ­νο­λο στην αι­σθη­τι­κή γραμ­μή που το α­να­δει­κνύ­ει.         



Τα η­χη­τι­κά πα­τή­μα­τα του Σπύ­ρου μας ο­δη­γούν στα­θε­ρά, βή­μα-βή­μα, στη γει­το­νιά μας. Γε­μί­ζουν τον δρό­μο μας ση­μά­δια λη­σμο­νη­μέ­να, μη­νύ­μα­τα α­πω­θη­μέ­να και μυ­στι­κά κα­λω­σο­ρί­σμα­τα.



Ο βο­σκός κι ο γε­ρο-πα­τέ­ρας του, η μαυ­ρο­φό­ρα γυ­ναί­κα, ο γα­λα­τάς, ο τυ­πο­γρά­φος και η μά­να του, ο α­ραμ­πα­τζής, το κα­φε­νεί­ο, οι ψα­ρά­δες, εί­ναι η γει­το­νιά που ζει μέ­σα μας και προ­βάλ­λει κα­θη­με­ρι­νή και φι­λι­κή, ό­πως τό­τε.

Το ού­τι του Βα­σί­λη και το κα­νο­νά­κι της Α­να­στα­σί­ας, πλαι­σι­ώ­νουν σαν χά­δι στην καρ­διά μας τη συ­νάν­τη­ση...



Το άγ­γιγ­μα συν­τε­λεί­ται βα­θιά και α­φή­νει χά­ραγ­μα ταυ­τό­τη­τας στα πιο ευ­αί­σθη­τα ση­μεί­α της μο­να­ξιάς μας. Κι η μο­να­ξιά σβή­νει και χά­νε­ται, αλ­λά­ζει σε γι­ορ­τή, σε δύ­να­μη, σε σμί­ξι­μο α­δελ­φι­κό στην πα­τρι­κή ε­στί­α. 



Ό­λα περ­νούν και χά­νον­ται.. Τί­πο­τα δεν μέ­νει α­π’ αυ­τόν τον κό­σμο.. Ί­σως μό­νο οι α­να­μνή­σεις.. Ό­μως αυ­τές, εί­ναι το σπί­τι μας. Και το κου­βα­λά­με πά­νω μας, σώ­μα στο σώ­μα μας, πνεύ­μα στο πνεύ­μα μας, σαν σα­λιγ­κά­ρια που α­νη­φο­ρί­ζουν στο βρεγ­μέ­νο τζά­μι. Κι ό­ταν χρει­ά­ζε­ται, κρυ­βό­μα­στε μέ­σα του...





-- Η πα­ρου­σί­α­ση του σε­να­ρί­ου, του κι­νη­μα­το­γρα­φι­στή Πα­να­γι­ώ­τη Κλει­δα­ρά, σε σκηνοθεσία του ι­δί­ου, έ­γι­νε στο Πνευ­μα­τι­κό Κέν­τρο των Παμ­με­γί­στων Τα­ξια­ρχών Μο­σχά­του, την Πα­ρα­σκευ­ή, 14 Ι­ου­νί­ου 2013

. 

Α­φή­γη­ση και δι­ά­λο­γοι: Μα­ρί­α Κα­τσέ­νου – Φωτογραφίες: Παναγιώτης Κλειδαράς, Ού­τι: Βα­σί­λης Μπό­κος - Η­χη­τι­κά: Σπύ­ρος Λού­κος – Η­χη­τι­κό πέ­ρα­σμα και κα­νο­νά­κι: Α­να­στα­σί­α Χα­τζη­παύ­λου.



Την γε­νι­κό­τε­ρη φρον­τί­δα της εκ­δή­λω­σης είχε ο διάκονος Ζήσης Κτενίδης. –





[Μ. Ψ]


27/6/13

Η τηλεόραση ως ζηλωτική θεότητα

Σωτήρης Γουνελάς



Η τηλεόραση καθιερώθηκε να βομβαρδίζει ατέ­λειωτες ώρες και μερόνυχτα τον κοινωνικό μαζικό άνθρωπο με ό,τι χειρότερο συμβαίνει στον κόσμο· και μόνο παρενθετικά, σχεδόν κατ' εξαίρεση, μπορεί να πα­ρουσιαστεί κάτι διαφορετικό ή ποιοτικό, συζήτηση, ταινία ή ντοκυμαντέρ. Το ποσοστό αυτών των τελευταίων σε σχέση με την καθημερινή σαβούρα είναι ελάχιστο. Η καθημερινή αυτή σαβούρα έχει και συνεργάτη σπουδαίο: τις διαφημίσεις.

Οι διαφημίσεις είναι το άλλοθι της σαβούρας. Γιατί μέσαθέ τους αναδύεται ένας γυαλιστερός, λουσάτος κόσμος: είτε πρόκειται για πιάτα, είτε για πλακάκια, είτε βεβαίως για αυτοκίνητα όλα αστράφτουν και επιπλέον έμμεσα ή άμεσα, σαν είδος σάλτσας ή επιδορπίου, προβάλλεται το γυναικείο σώμα ή κομμάτια του (μερικές φορές μάλιστα όχι απλώς έμμεσα ή άμεσα αλλά εξόχως προκλητικά και χυδαία). Το σώμα, όχι η γυναίκα ως ύπαρξη αλλά το σώμα της ως αυτονομημένο είδος προς ερεθισμό των αισθήσεων -και επιβολή του προϊόντος στους χαυνωμένους τηλεθεατές.
 

Έχουμε λοιπόν δύο επίπεδα: από τη μία την καθημερινή σαβούρα που αποδίδεται με τον όρο «πραγματικότητα», η οποία πρέπει τάχα να παρουσιαστεί σώνει και καλά για ενημέρωση του λαού και από την άλλη τον λουστρα­ρισμένο και αστραφτερό κόσμο της διαφήμισης που με τη σειρά του αποτελεί σαβούρα αλλά την κρύβει το ρούχο της, το κάλυμμα, το περιτύλιγμα, εν τέλει ο ψευδής ή μάλλον ψευδαισθητικός εικονισμός της: στη διαφήμιση όλα είναι ψεύτικα γιατί όλα είναι στημένα και σκηνοθετημένα.

Ένας τέτοιος κόσμος παγιώνει την κατάσταση του εξαρ­τημένου και μαζικού άνθρωπου. Γιατί ο μαζικός αυτός άνθρωπος παρακολουθώντας τα ΜΜΕ δεν βλέπει πουθενά εικόνες που να τον βγάζουν στο ξέφωτο μιας ποιοτικά ανώτερης ζωής. Είναι περικυκλωμένος διπλά. Από τη μια η ρου­τίνα της καθημερινότητας, όπου η πραγματικότητα κινείται μεταξύ εργασιομανίας, νεύρωσης και φυγής, ασφυκτικού ωραρίου και οικονομίας της αγοράς, πλαστών επιθυμιών και καταναλωτισμού-ολοκληρωτισμού. Από την άλλη, η πραγματικότητα των ΜΜΕ όπου τα πράγματα παρουσιά­ζονται διογκωμένα ή υπερτονισμένα, λόγω ανταγωνισμού και δημιουργίας εντυπώσεων, αλλά και επεξεργασμένα μέσα από ένα δημοσιογραφικό λόγο που κατέχεται από το πανίσχυρο σύνδρομο της λεγόμενης ενημέρωσης ανά λεπτό, ανά ώρα και ανά στιγμή για τα δήθεν τρομερά που συμβαίνουν στον κόσμο. Η ενημέρωση αυτή συνδυάζεται με την φυγοπάθεια της επικαιρότητας, η οποία, προπαντός από τότε που υπάρχει τηλεόραση στην Ελλάδα, δηλαδή επί Δικτατορίας, έχει καταστεί ο βραχνάς του κοινωνικού ανθρώπου: με αυτόν ξυπνάει και με αυτόν κοιμάται. Δεν τί­θεται ζήτημα κριτηρίων ή επιλογών. Αυτά είναι ψιλά γράμ­ματα αναγνώσιμα μόνο από δύο-τρεις χιλιάδες Έλληνες. Δεν τίθεται ζήτημα να επιλέξω αυτό ή εκείνο το σημείο της επικαιρότητας. Η επικαιρότητα υπάρχει ολόκληρη με απαι­τήσεις ζηλωτικής θεότητας. Θά την υποστούμε ολόκληρη: αυτή βασιλεύει, αυτή διεισδύει εις νεφρούς και καρδίας, αυτή ανασκάβει τα πάντα· ο φακός, ειδικά τελευταία, δεν αφήνει τίποτε στο σκοτάδι!
 

Έτσι άλλωστε φτάνουμε στην κατάργηση της προσω­πικής ζωής, με πρότυπο τον «Μεγάλο Αδελφό» (και ό,τι άλλο σχετικό τον διαδέχτη­κε και συνεχίζει ακάθεκτο) που οι εκπομπές του μόνο στην Ελλάδα είχαν οχτώ εκατομμύρια τηλεθεατές! Είναι τέτοια η επέλαση της επικαιρότητας στη ζωή των ανθρώπων που δεν έχουν σχεδόν καθόλου χρόνο για το μη επίκαιρο, δηλαδή για τα αληθινά και ουσιαστικά ζητήματα. Οι άνθρωποι νο­μίζουν στην πλειονότητά τους ότι η πραγματικότητα είναι οι οικονομικοί δείκτες, οι αποφάσεις των πολιτικών και των δημάρχων, τα τρομερά δημόσια έργα, τα μαγειρέματα των επιχειρηματιών, οι συγ­χωνεύσει εταιρειών. Αυτό που μένει από τους ίδιους είναι ένα ατομικοποιημένο εγώ προσκολλημένο σα στρείδι στα επίγεια, με ένα συναισθηματισμό νοσηρό, με μια διάθεση άμεσης ικανοποίησης επιθυμιών χωρίς ίχνος τις πιο πολλές φορές πνευματικής αίσθησης κι ας μιλούμε δύο χιλιάδες χρόνια τουλάχιστον για τον άνθρωπο ως πνευματική υπό­σταση και για τις διάφορες περιοχές του πνεύματος. Έχουν λησμονήσει ότι αποτελούν προσωπική ύπαρξη, ότι η ζωή τους όταν μείνει εγκλωβισμένη στα εγκόσμια παραδίνεται στην πλήξη και τη νεύρωση.


Από το βιβλίο «Ο αντιχριστιανισμός», εκδ. Αρμός, Αθήνα 2009,  (Αναδημοσίευση από το Αντίφωνο)

21/6/13

ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ...





Α­νά­στα­ση και Ευ­χα­ρι­στί­α, ο δρό­μος προς την Α­γι­ό­τη­τα

Μιχαήλ Σ. Ψαρράς


Ό­λες οι ι­δι­ό­τη­τες του Θε­ού εί­ναι α­πλές στην έκ­φρα­ση τους. Και τα θαύ­μα­τα Του. Και ό­λα ό­σα βρί­σκον­ται δο­σμέ­να στην Οι­κου­μέ­νη, γι’ αυ­τό και ο α­πλός άν­θρω­πος, δεν προ­βλη­μα­τί­ζε­ται για την πνευ­μα­τι­κό­τη­τα της Σα­ρα­κο­στής και τον θρί­αμ­βο της Α­νά­στα­σης, χαί­ρε­ται τους Εκ­κλη­σι­α­στι­κούς ε­ορ­τα­σμούς και α­πο­λαμ­βά­νει μέ­σα στην κά­θε η­μέ­ρα του την α­πλό­τη­τα του Θε­ού, με την ε­σω­τε­ρι­κή του ει­ρή­νη.

Ο σύν­θε­τος άν­θρω­πος με την πο­λύ­πλο­κη σκέ­ψη του, πρέ­πει να α­να­κα­λύ­ψει λο­γι­κές δι­ό­δους για να δε­χθεί την αυ­τα­πό­δει­κτη δύ­να­μη της εμ­πει­ρί­ας, α­φού η γνώ­ση του κό­σμου α­πο­κτά­ται με τη μά­θη­ση, τη λο­γι­κή και την αμ­φι­σβή­τη­ση. Η Α­λή­θεια ό­μως α­πο­κα­λύ­πτε­ται μό­νο πνευ­μα­τι­κά, με τη θερ­μή και συν­δυ­α­σμέ­νη ε­νερ­γο­ποί­η­ση του συ­νό­λου της προ­σω­πι­κό­τη­τας, δη­λα­δή με πί­στη, με έ­ρω­τα και με έμ­πνευ­ση.

Μέ­σα στην Εκ­κλη­σί­α, ό­λα εί­ναι κα­θα­ρά. Η Α­νά­στα­ση α­να­τρέ­πει τον θά­να­το και δεν εί­ναι α­να­με­νό­με­νη, δεν συ­νη­θί­ζε­ται, ού­τε ε­ξαν­τλεί­ται. Αν α­να­γνω­ρί­σου­με την Α­λή­θεια, στην πλη­ρό­τη­τα του Προ­σώ­που του Ι­η­σού και τον α­κο­λου­θή­σου­με στην Α­νά­στα­ση, θα α­να­γεν­νη­θού­με κι ε­μείς ά­γιοι, στην έ­νω­ση μας μα­ζί Του.

Α­γι­ό­τη­τα, εί­ναι η ε­πα­να­σύ­στα­ση του προ­σώ­που μας. Του προ­σώ­που του Α­δάμ, που με την υ­πεκ­φυ­γή της ευ­θύ­νης του α­πώ­λε­σε την ε­λευ­θε­ρί­α του πνεύ­μα­τος του. Έ­πα­ψε το «κα­τ’ ει­κό­να» πρό­σω­πο του, να λει­τουρ­γεί «ό­μοι­α» με του Θε­ού. Η πτώ­ση των πρω­το­πλά­στων ε­πήλ­θε σαν συ­νέ­πεια της χα­μέ­νης α­γι­ό­τη­τας του προ­σώ­που τους.



14/6/13

Σύγχρονοι διωγμοί...



 




Αν­τι­γρά­φου­με α­πό «το Βή­μα της Κυ­ρια­κής» (19-5-2013):

 «Έ­να ε­κα­τομ­μύ­ριο χρι­στια­νοί – ε­πί συ­νό­λου 2,5 ε­κα­τομ­μυ­ρί­ων – και αρ­κε­τές δε­κά­δες χι­λιά­δες α­λε­βί­τες – ε­πί συ­νό­λου 2 ε­κα­τομ­μυ­ρί­ων α­λε­βι­τών – εί­ναι στό­χος των μου­σουλ­μά­νων ''εξεγερμενων'' στη Συ­ρί­α με προ­τε­ραι­ό­τη­τα τη σφα­γή των χρι­στια­νών κλη­ρι­κών και την κα­τα­στρο­φή των εκ­κλη­σι­ών τους. Εκ­κλή­σεις α­πό το Βα­τι­κα­νό, τα Ορ­θό­δο­ξα πα­τρι­αρ­χεί­α, α­πό τη Γε­νι­κή Γραμ­μα­τεί­α του ΟΗΕ και τις κυ­βερ­νή­σεις της Ελ­λά­δας, της Ρω­σί­ας, του Κα­να­δά και των άλ­λων χω­ρών μέ­νουν α­να­πάν­τη­τες. Το γερ­μα­νι­κό ‘‘Spiegel’’ προ­ε­ξο­φλού­σε στις αρ­χές Μα­ΐ­ου ό­τι αν συ­νε­χι­στεί ο εμ­φύ­λιος, ''το μέ­γα θύ­μα­'' του δεν θα εί­ναι ού­τε ο πρό­ε­δρος της Συ­ρί­ας Μπα­σάρ αλ Ά­σαντ ού­τε το Ι­ράν. ''Θα εί­ναι δυ­στυ­χώς το χρι­στι­α­νι­κό κομ­μά­τι του πλη­θυ­σμού­'' της».

Οι ει­δή­σεις που μάς έρ­χον­ται α­πό τη Συ­ρί­α, το Ι­ράκ, τη Νι­γη­ρί­α και την Τουρ­κί­α σχε­τι­κά με τη θέ­ση των χρι­στια­νών στις χώ­ρες αυ­τές εί­ναι αλ­λε­πάλ­λη­λες και φο­βε­ρά τρα­γι­κές. Έ­ξι εκ­κλη­σί­ες στη Συ­ρί­α που ή­ταν σε λει­τουρ­γί­α ως πρό­περ­σι, έ­χουν πυρ­πο­λη­θεί και κα­τα­στρα­φεί α­πό «ο­μά­δες α­γνώ­στων» και α­πό μα­χη­τές α­κραί­ων μου­σουλ­μα­νι­κών ορ­γα­νώ­σε­ων, που πο­λε­μούν τον Ά­σαντ. Πο­λε­μι­κό σύν­θη­μα των «Ου­α­χαμ­πι­στών», δη­λα­δή των σκλη­ρών ισ­λα­μι­στών, που φαί­νε­ται ό­τι έ­χουν το «πά­νω χέ­ρι» στο στρα­τό­πε­δο των αν­τι­κα­θε­στω­τι­κών της Συ­ρί­ας, εί­ναι η ε­ξόν­τω­ση των χρι­στι­α­νι­κών μει­ο­νο­τή­των, γρά­φει το «American Conservative».

Καί ­ι­δού τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα: Πέν­τε Σύ­ροι κλη­ρι­κοί, α­πό τους ο­ποί­ους δύ­ο Ορ­θό­δο­ξοι, έ­χουν σκο­τω­θεί, και 11 κα­τέ­φυ­γαν στο ε­ξω­τε­ρι­κό, κυ­ρί­ως στον Λί­βα­νο και στην Ι­ορ­δα­νί­α. Η τύ­χη των δύ­ο ι­ε­ραρ­χών που α­πή­χθη­σαν στο Χα­λέ­πι πριν α­πό 7 ε­βδο­μά­δες, του ελ­λη­νορ­θο­δό­ξου Μη­τρο­πο­λί­του κ. Παύ­λου Γι­α­ζίγ­κι και του συ­ρο­ϊ­α­κω­βί­του Μη­τρο­πο­λί­του κ. Γι­ο­χά­να Ιμ­πρα­χήμ, ε­ξα­κο­λου­θεί να α­γνο­εί­ται. Ο α­ριθ­μός των Σύ­ρων χρι­στια­νών που σκο­τώ­θη­καν, δο­λο­φο­νή­θη­καν η α­γνο­ούν­ται, «πι­στεύ­ε­ται ό­τι έ­χει ξε­πε­ρά­σει τους 1.220», α­να­φέ­ρει δελ­τί­ο της αρ­μό­διας ε­πι­τρο­πής του ΟΗΕ στις 16-4-2013. Με­τα­ξύ αυ­τών και πολ­λοί Ι­ρα­κι­νοί χρι­στια­νοί, που κα­τέ­φυ­γαν στη Συ­ρί­α για να γλυ­τώ­σουν α­πό τους δι­ωγ­μούς στο Ι­ράκ.

«Έ­χου­με δι­ωγ­μό αν­τί­στοι­χο των σφα­γών του Δι­ο­κλη­τια­νού», δή­λω­σε στο α­ρα­βι­κό CNN συ­ρο­ϊ­α­κω­βί­της κλη­ρι­κός στο Αμ­μάν πριν α­πό 4 ε­βδο­μά­δες και πρό­σθε­σε: «Ό­σοι δεν προ­λά­βουν να φύ­γουν, θα έ­χουν την τύ­χη των ο­μο­δό­ξων μας στο Ι­ράκ». Ε­ξάλ­λου Σύ­ροι χρι­στια­νοί που κα­τέ­φυ­γαν στο Ρε­ϊ­χαν­λί της Τουρ­κί­ας «δέ­χον­ται πί­ε­ση» α­πό τους Σύ­ρους μου­σουλ­μά­νους.

Α­φή­νου­με το τι γί­νε­ται α­πό ε­τών στη Νι­γη­ρί­α, ό­που το σύν­θη­μα εί­ναι: «Ό­ποι­ος προ­σβάλ­λει το Ισ­λάμ, πρέ­πει να θα­να­τώ­νε­ται» και ό­που δεν καί­νε μό­νο τις εκ­κλη­σί­ες, αλ­λά πρό­σφα­τα και τους χρι­στια­νούς!... Αλ­λά και στην Αί­γυ­πτο οι Κό­πτες χρι­στια­νοί υ­φί­σταν­ται σκλη­ρό δι­ωγ­μό α­πό τους μου­σουλ­μά­νους.

Στο Ι­ράκ με­τά τον Μά­ϊ­ο του 2005 α­πο­κε­φά­λι­σαν τον Ορ­θό­δο­ξο κλη­ρι­κό Παύ­λο Ε­σκαν­τέρ, σκό­τω­σαν τον Αρ­χι­ε­πί­σκο­πο Παύ­λο Ρά­χος και στη δι­ε­τί­α 2010-2012 «δο­λο­φο­νή­θη­καν, στραγ­γα­λί­στη­καν και ε­ξα­φα­νί­στη­καν συ­νο­λι­κά 2.310 Ι­ρα­κι­νοί, μέ­λη θρη­σκευ­τι­κών μει­ο­νο­τή­των, στην πλει­ο­νό­τη­τα Χρι­στια­νοί». Τα δε Χρι­στού­γεν­να του 2012 «δεν υ­πήρ­χε ού­τε μί­α εκ­κλη­σί­α για να λει­τουρ­γή­σει», δι­ό­τι ό­λες εί­χαν ι­σο­πε­δω­θεί η πυρ­πο­λη­θεί.

Αυ­τά και πολ­λά άλ­λα συμ­βαί­νουν στον 21ο αι­ώ­να έ­πει­τα α­πό ε­πα­νει­λημ­μέ­νες δι­α­θρη­σκεια­κές δι­α­σκέ­ψεις και α­πο­φά­σεις του ΟΗΕ και άλ­λων δι­ε­θνών Ορ­γα­νι­σμών για τις αν­θρώ­πι­νες ε­λευ­θε­ρί­ες και τα αν­θρώ­πι­να δι­και­ώ­μα­τα. Οι δε ι­σχυ­ροί της γης πε­ρί άλ­λα με­ρι­μνούν και τυρ­βά­ζον­ται...   

Πε­ρι­ο­δι­κό «Ο Σωτήρ»

5/6/13

Παρουσίαση του βιβλίου " Συναπάντημα στην Δύση"


Παρουσίαση του βιβλίου " Συναπάντημα στην Δύση" (εκδ. Σταμούλη),
 που εκφωνήθηκε στο πνευματικό κέντρο της Ι. Μητροπόλεως Καρπενησίου, στις 2/6/2013

Από τον π. Χριστόδουλο Μπίθα


 


Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε, Α­γα­πη­τοί Πα­τέ­ρες και α­δελ­φοί,

Για να εν­νο­ή­σου­με κα­λύ­τε­ρα το βι­βλί­ο «Συ­να­πάν­τη­μα στην Δύ­ση», του π. Βα­σι­λεί­ου Χρι­στο­δού­λου, θα έ­πρε­πε πρώ­τα να σας μι­λή­σω για έ­να Συ­να­πάν­τη­μα στην Α­να­το­λή, δη­λα­δή το δι­κό μου άν­τά­μω­μα με τον συγ­γρα­φέ­α α­πό την αρ­χή της ι­ε­ρω­σύ­νης του. Να σας δι­η­γη­θώ την πνευ­μα­τι­κή του πο­ρεί­α ό­πως την πα­ρα­κο­λου­θώ πολ­λά χρό­νια τώ­ρα, να σας μι­λή­σω για τις χα­ρές και τις λύ­πες του, για τις πτώ­σεις και την με­τά­νοι­ά του, την α­γω­νί­α του για την συ­νάν­τη­ση με τον Χρι­στό, την α­φο­σι­ώ­σή του στην Εκ­κλη­σί­α και τους αν­θρώ­πους, την μα­νι­κή ε­να­σχό­λη­σή του με την ποί­η­ση, το γρά­ψι­μο και τον λό­γο, την α­γά­πη του στους πα­τέ­ρες της εκ­κλη­σί­ας. Ί­σως θα έ­πρε­πε α­κό­μα, να σας ε­ξι­στο­ρή­σω και τις α­τέρ­μο­νες συ­ζη­τή­σεις μας για τον Θε­ό και τον άν­θρω­πο, την θε­ο­λο­γί­α και την τέ­χνη, ό­λα αυ­τά δη­λα­δή που έ­θρε­ψαν την πέ­να του και δη­μι­ούρ­γη­σαν τις λέ­ξεις, τα νο­ή­μα­τα και τους στο­χα­σμούς του.

Ό­μως, α­φού το θέ­μα της ει­σή­γη­σης εί­ναι το δη­μι­ούρ­γη­μα και ό­χι ο δη­μι­ουρ­γός, να ξε­κι­νή­σου­με λέ­γον­τας, πως το «Συ­να­πάν­τη­μα στην δύ­ση», το εμ­πνεύ­στη­κε ο π. Βα­σί­λει­ος, α­πό την συ­νάν­τη­ση του με τον δί­και­ο του Θε­ού, πρε­σβύ­τε­ρο Κων­σταν­τί­νο Σκόν­δρα, στην δύ­ση της ζω­ής του. Και έ­τσι, γεν­νή­θη­κε, το βι­βλί­ο που κρα­τά­με τώ­ρα στα χέ­ρια μας και τέρ­πει το νου και τις αι­σθή­σεις.


Το «Συ­να­πάν­τη­μα στην δύ­ση», εί­ναι έ­να συ­να­ξά­ρι για τον μα­κα­ρι­στό πα­πα-Κώ­στα, και συ­νά­μα η μα­τιά του π. Βα­σι­λεί­ου στον κό­σμο, με α­φορ­μή τον α­γα­θό λευ­ί­τη. Α­πό τις πρώ­τες σε­λί­δες δι­α­πι­στώ­νου­με ό­τι κά­νου­με έ­να τα­ξί­δι στον κό­σμο της α­γι­ό­τη­τας μέ­σα α­πό τα μά­τια του συγ­γρα­φέ­α, με ό­χη­μα την ζω­ή του παπ­πού - ό­πως τον α­πο­κα­λεί, (προ­φα­νώς ε­πη­ρε­α­σμέ­νος α­πό την γνω­ρι­μί­α του με τον ά­γιο Γέ­ρον­τα Ε­φραίμ Κα­του­να­κι­ώ­τη). Κα­θώς το ξε­φυλ­λί­ζου­με, μας πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ζων­τα­νή η έν­νοι­α της πα­ρά­δο­σης. Α­νι­χνεύ­ου­με την πνευ­μα­τι­κή ζω­ή ε­νός α­γω­νι­στή ι­ε­ρέ­α της πα­λιάς Ελ­λά­δας, ό­πως την ψη­λα­φεί ο συγ­γρα­φέ­ας, ως φο­ρέ­ας της Α­γι­ο­πνευ­μα­τι­κής Ορ­θό­δο­ξης πα­ρά­δο­σης που με την σει­ρά του μα­θή­τευ­σε δί­πλα στον πνευ­μα­τι­κό του πα­τέ­ρα,  μα­κα­ρι­στό ι­ε­ρο­μό­να­χο Ι­λα­ρί­ω­να, «τον πλο­η­γό η­λι­ά­το­ρα, που α­πό παι­δί α­κό­μα, τον γέ­μι­ζε με ε­πι­θυ­μί­α ε­ξό­δου α­πό τον προ­φα­νή χώ­ρο του», ό­πως γρά­φει στην α­φι­έ­ρω­ση του βι­βλί­ου...