29/8/17

Πείτε κάτι και για εκείνους που απέτυχαν !

  


 Λίλα Σταμπούλογλου

... Αλλά ξέρετε κάτι; Ενδιαφέρουσες ιστορίες κρύβονται και πίσω απ’ την αποτυχία. Ίσως και καλύτερες, και πιο συγκινητικές και πιο διδακτικές στην ουσία τους. Γιατί τις σνομπάρουμε τόσο; Γιατί να μην μάθουμε για το παιδί που δεν πέρασε πουθενά; Μπορεί να είναι ένας αλητάκος που πήγε αδιάβαστος γιατί το μόνο που ήθελε είναι να φεύγει απ’ το σπίτι για να μην ακούει τους γονείς του να τσακώνονται, ή τον πατέρα του να χτυπάει τη μάνα του, ή τον αδελφό του να έρχεται μαστουρωμένος. Μπορεί να είναι μια πιτσιρίκα που την έφαγε ο έρωτας μ’ έναν αλητάκο, μπορεί να είναι ένα δυσλεκτικός που οι γονείς του ποτέ δεν κατάλαβαν πώς να τον βοηθήσουν, μπορεί να είναι ένας πιτσιρικάς που δεν μπορούσε να διαβάζει γιατί δούλευε, επειδή οι γονείς του είναι άνεργοι, ή άχρηστοι....
 

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΔΙΑΚΟΠΩΝ...





φωτό: pcris


Σάβ­βα­το βρά­δυ, αρ­χές Σε­πτεμ­βρί­ου. Το βου­η­τό της πό­λης μο­νό­το­νο κι ε­κνευ­ρι­στι­κό.  Οι κα­λο­και­ρι­νές ά­δει­ες τε­λεί­ω­σαν κι ό­λοι γύ­ρι­σαν πί­σω. Συ­ζη­τή­σεις στα Α­θη­να­ϊ­κά μπαλ­κό­νια για τους τό­πους των δι­α­κο­πών, τις πα­ρα­λί­ες, τις «μπα­τα­ρί­ες που γέ­μι­σαν», τα χρή­μα­τα που ξο­δεύ­τη­καν. Κου­βέν­τες για ό­μορ­φα νη­σιά και ε­ξω­τι­κές πα­ρα­λί­ες, για τα­ξί­δια στο ε­ξω­τε­ρι­κό, για γα­στρο­νο­μι­κές παν­δαι­σί­ες, για εν­τυ­πω­σια­κά κλαμπ, για πο­λύ­ω­ρες οι­νο­πο­σί­ες, για ε­ρω­τι­κές «πε­ρι­πέ­τει­ες». Να κρα­τού­σε κι άλ­λο η κα­λο­και­ρι­νή σχό­λη, να εί­χα­με πολ­λά χρή­μα­τα και να μην δου­λεύ­α­με, να κερ­δί­ζα­με το λα­χεί­ο... Ε­πί­φα­ση ευ­τυ­χί­ας σε η­λι­ο­κα­μέ­να πρό­σω­πα, μα οι ψυ­χές βα­ρι­ές και δυ­σκο­λε­μέ­νες.  Κά­θε Σε­πτέμ­βριο η ί­δια πάν­τα θλί­ψη, η ί­δια πάν­τα α­παι­σι­ο­δο­ξί­α...


11/8/17

Στην Παναγία μας...




   
Γέ­ρον­τας Σω­φρό­νιος Σα­χά­ρωφ


Η Πα­να­γί­α μας , πό­νε­σε πιο πο­λύ απ΄ ό­λες τις γυ­ναί­κες , πιο πο­λύ απ΄ ό­λες τις μα­νά­δες του κό­σμου, για­τί κα­νέ­να δεν έ­βλα­ψε , σε κα­νέ­να δεν έ­κα­νε κα­κό κι΄ ό­μως Της έ­κα­ναν το με­γα­λύ­τε­ρο κα­κό ό­λης της οι­κου­μέ­νης. Σταύ­ρω­σαν Τον Υι­ό Της .

Και αν­τι­κρύ­ζον­τάς Τον πά­νω Στο Σταυ­ρό , πό­νε­σε τό­σο η καρ­διά της… Γι΄ αυ­τό μπο­ρεί να κα­τα­λά­βει την κά­θε πο­νε­μέ­νη ύ­παρ­ξη, και συμ­πά­σχει με τον κά­θε άν­θρω­πο που πο­νά, για­τί α­κρι­βώς , ξέ­ρει τι πά­ει να πει «πό­νος».


Ό­ταν η ψυ­χή κα­τέ­χε­ται α­πό την α­γά­πη του Θε­ού, τό­τε, ω, πώς εί­ναι ό­λα ευ­χά­ρι­στα, α­γα­πη­μέ­να και χαρ­μό­συ­να! Η α­γά­πη, ό­μως, αυ­τή συ­νε­πά­γε­ται θλί­ψη· και ό­σο βα­θύ­τε­ρη εί­ναι η α­γά­πη, τό­σο με­γα­λύ­τε­ρη εί­ναι και η θλί­ψη.


Η Θε­ο­τό­κος δεν α­μάρ­τη­σε πο­τέ, ού­τε καν με το λο­γι­σμό, και δεν έ­χα­σε πο­τέ τη χά­ρη, αλ­λά και Αυ­τή εί­χε με­γά­λες θλί­ψεις. Ό­ταν στε­κό­ταν δί­πλα στο Σταυ­ρό, τό­τε ή­ταν η θλί­ψη Της α­πέ­ραν­τη σαν τον ω­κε­α­νό, και οι πό­νοι της ψυ­χής Της ή­ταν α­σύγ­κρι­τα με­γα­λύ­τε­ροι α­πό τον πό­νο του Α­δάμ με­τά την έ­ξω­ση α­πό τον Πα­ρά­δει­σο, για­τί και η α­γά­πη Της ή­ταν α­σύγ­κρι­τα με­γα­λύ­τε­ρη α­πό την α­γά­πη του Α­δάμ στον Πα­ρά­δει­σο. Και αν ε­πέ­ζη­σε, ε­πέ­ζη­σε μό­νο με τη θεί­α δύ­να­μη, με την ε­νί­σχυ­ση του Κυ­ρί­ου, για­τί το θέ­λη­μά Του ή­ταν να δει η Θε­ο­τό­κος την Α­νά­στα­ση και ύ­στε­ρα, με­τά την Α­νά­λη­ψή Του, να πα­ρα­μεί­νει πα­ρη­γο­ριά και χα­ρά των Α­πο­στό­λων και του νέ­ου χρι­στι­α­νι­κού λα­ού.


Ε­μείς δεν φτά­νου­με στο πλή­ρω­μα της α­γά­πης της Θε­ο­τό­κου, και γι’ αυ­τό δεν μπο­ρού­με να εν­νο­ή­σου­με πλή­ρως το βά­θος της θλί­ψε­ώς Της. Η α­γά­πη Της ή­ταν τέ­λεια. Α­γα­πού­σε ά­πει­ρα τον Θε­ό και Υι­ό Της, αλ­λ’ α­γα­πού­σε και το λα­ό με με­γά­λη α­γά­πη. Και τι αι­σθα­νό­ταν ά­ρα­γε, ό­ταν ε­κεί­νοι, που τό­σο πο­λύ η ί­δια α­γα­πού­σε και που τό­σο πο­λύ πο­θού­σε τη σω­τη­ρί­α τους, σταύ­ρω­ναν τον α­γα­πη­μέ­νο της Υι­ό;
Αυ­τό δεν μπο­ρού­με να το συλ­λά­βου­με, για­τί η α­γά­πη μας για τον Θε­ό και τους αν­θρώ­πους εί­ναι λί­γη. Κι ό­πως η α­γά­πη της Πα­να­γί­ας υ­πήρ­ξε α­πέ­ραν­τη και α­κα­τά­λη­πτη, έ­τσι α­πέ­ραν­τος ή­ταν και ο πό­νος της που πα­ρα­μέ­νει α­κα­τά­λη­πτος για μας.


Η Θε­ο­τό­κος δεν πα­ρέ­δω­σε στη Γρα­φή ού­τε τις σκέ­ψεις T­ης ού­τε την α­γά­πη T­ης για τον Υι­ό και Θε­ό T­ης ού­τε τις θλί­ψεις της ψυ­χής T­ης κα­τά την ώ­ρα της σταυ­ρώ­σε­ως, για­τί ού­τε και τό­τε θα μπο­ρού­σα­με να τα συλ­λά­βου­με. Η α­γά­πη T­ης για τον Θε­ό ή­ταν ι­σχυ­ρό­τε­ρη και φλο­γε­ρό­τε­ρη α­πό την α­γά­πη των Χε­ρου­βείμ και των Σε­ρα­φείμ, και ό­λες οι δυ­νά­μεις των αγ­γέ­λων και αρ­χαγ­γέ­λων εκ­πλήσ­σον­ται με Αυ­τήν.